Της Βαγγελιώς Παΐσιου
Σήμερα, θα σας περιγράφω πως εμείς τα παιδιά της εποχής
εκείνης, περάσαμε τον πόλεμο.
“Παιδιά, κηρύχτηκε πόλεμος, να πάτε στα σπίτια σας”. Μη ξέροντας εμείς τι σημαίνει πόλεμος και τι συνέπειες έχει, χαρήκαμε που δεν θα κάναμε μάθημα κατενθουσιαστήκαμε εδώ που τα λέμε, αφού προτιμούσαμε τα παιχνίδια.
Σε λίγο πλημμύρισε ο κόσμος στρατό ιταλικό και όλοι
κρυφτήκαμε στα σπίτια μας. Ο φόβος μας κατακυρίευσε και δεν είδαμε έκτοτε μέρα
καλή, όλο καρδιοκτύπια και φόβο. Αφού άρχισε ο πόλεμος όπλα, πολυβόλα, κανόνια,
όλμους, αεροπλάνα. Τα μάθαμε όλα από το τι θόρυβο έκανε το καθένα, ποιά ήταν
Ιταλικά και ποιά Ελληνικά. Τρέχαμε και κρυβόμασταν σε μπίμτσες για σιγουριά και
μαθαίναμε από στόμα σε στόμα και τα δυσάρεστα. Μάθαμε πως σκοτωθήκανε από
βόμβες και οβίδα δυο γυναίκες, η όμορφη Άννα του Μπέλη και η αδελφή της
συγχωρεμένης Ευθαλίας του Τριαντάφυλλου. Εφούρνιζε ψωμί και είδαν τον καπνό του
φούρνου και έριξαν τα αεροπλάνα βόμβα και σκοτώθηκε.
Επίσης, μετά την κατάληψη
του χωριού μας από τους Ιταλούς γέμισαν οι ράχες από πάσης φύσεως πολεμοφόδια.
Έτσι μετά την οπισθοχώρηση των Ιταλών όλα αυτά γίνανε παιχνίδια στα χέρια των
παιδιών. Έτσι ο Τρύφωνας του Καββάκου σκοτώθηκε, ο Θωμάς τυφλώθηκε. Αργότερα
μάθαμε και τα δυσάρεστα για τον Αγγελο του Τσέλιου. Πάλεψε να γεμίσει την
χειροβομβίδα με λυωμένο μολύβι και έγινε η έκρηξη και σκοτώθηκε. Και κάτι άλλο
ακόμη. Θυμάμαι τον Μπάρμπα Κίτσο τον Μουλά, ενόμισε πως η χειροβομβίδα είναι
ταμπακιέρα με τσιγάρα και προσπάθησε να την ανοίξει και σκοτώθηκε.
Το ίδιο θα παθαίναμε και εμείς με την αδελφή μου τη Ρίτα.
Μόλις έγινε η οπισθοχώρηση, αφού βγήκαν όλοι οι μεγάλοι στο χοροστάσι και
παίρνανε από τα τρόφιμα που αφήσαμε φεύγοντας οι Ιταλοί, εμείς έξω από του
Σουλιώτη το σπίτι, είδαμε τις χειροβομβίδες τις φτερωτές και τα βαρελάκια και
την ώρα που σκύβαμε να τις πιάσουμε φανερώθηκε ο πατέρας μου και αγριεμένος μας
φώναξε: “Γρήγορα στο σπίτι. Τι πάτε να κάνετε; Θα σκοτωθείτε.” Και όταν μας
εξήγησε τι ήτανε αυτά μας έπιασε τρομάρα.
Μετά τα χτυποκάρδια συνεχίστηκαν με τους Γερμανούς. Αυτοί
καίγανε, σκοτώνανε και εμείς νυχτο-ξημερωνόμασταν πότε στου Κούλια τα δένδρα,
πότε στο ποτάμι, πότε αλλού. Έφευγε ο κόσμος το χάραγμα και γυρνούσε τη νύχτα.
Το τι έχουμε τραβήξει δεν περιγράφεται.
Βέβαια, δεν ήταν μόνο τα καρδιοχτύπια και οι ταλαιπωρίες του
πολέμου, ήτανε που μας έπεσε απρόσμενα και η πείνα. Εμείς παιδιά επάνω στην
ανάπτυξη τρώγαμε κουρκούτι, αλλά ήτανε και άλλοι που δεν το είχανε ούτε αυτό.
Θυμάμαι στο σπίτι μας είχαμε μύλο χειροποίητο, δηλαδή, δυο στρογγυλές μεγάλες πέτρες που κόβαμε το πληγούρι και ερχότανε και πολλοί άλλοι και κόβανε στάρι και άλλοι ρόβι. Εγώ θυμάμαι και την μεγάλη στέρηση του ψωμιού. Μόνο μια φέτα το μεσημέρι, πρωί και βράδυ κουρκούτι και βάζαμε και ξυνόγαλο, το βούτυρο το βλέπαμε από μακριά. Και κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση, που δούλευε ο κόσμος σκληρά. Μεταξύ αυτών ήμουνα κι εγώ. Θα θυμούνται πολλοί Βησσανιώτες την Βασίλω του Τσιάτου, εμείς είμαστε συγγενείς και την φωνάζαμε μάκω. Μια μέρα με πήρε να πάμε στο Κουρί να σκάψουμε το αμπέλι. Αφού σκάβαμε από το πρωί ως το μεσημέρι, εγώ δεν έβλεπα την ώρα - και ήμουν και περίεργη να δω τι θα μου έχει η μάκω - να φάμε. Την βλέπω και έψαχνε να βρει δυο λιθάρια. Έκατσε στο σιάδι, πήρε το σακούλι και έβγαλε τις κάχτες. Μου έσπασε δέκα κάχτες, μου έδωσε και ένα κομμάτι ψωμί και αυτό ήτανε το μεσημεριανό...
Άλλη μια φορά με πήρε να αλωνίσουμε και έφερνα γύρω από το στρόερα και φώναζα βίρα, βίρα, βίρα για να τρέχει το άλογο, να τελειώσουμε γρήγορα για να φάμε και πάλι αναρωτιόμουνα τι θα μου έχει η μάκω. Τη φορά αυτή άλλαξε το μενού λόγω καλοκαιριού. Αφού κάτσαμε στο σιάδι επήρε τη ντρεβενίτσα, έριξε νερό, ξίδι και ζάχαρη σε μια τσανάκα μπακιρένια, έτριψε ψωμί και από εκεί μέσα τρώγαμε και οι δυο. Αν θέλεις κάνε και αλλιώς.
Και μην σας κάνει εντύπωση ότι μόνο στην κατοχή, αλλά πάντα υπήρχε η οικονομία στο φαγητό. Στα χωράφια και αμπέλια που δουλεύαμε ή ψωμί και τυρί ή ελιές ή χαλβά. Το καλοκαίρι όμως που αλωνίζαμε και τρώγαμε κάτω από το δέντρο των Αγίων Αποστόλων είχαμε ντομάτες που μας φέρνανε από την Πογδόριανη και διάφορα φρούτα. Και κάτω από το δέντρο τρώγαμε με τη σειρά, ο Παντελής ο Άρμπυρος με την γυναίκα του, η Κασσιανή με τις θείες της Όλγα και Ανδρομάχη, η Ιουλία του Λογοθέτη με τη μάνα της. Και το άλλο που θυμάμαι είναι ο Κούντζιουρας, δέναμε μια τριχιά από το πρωί και μόλις βρίσκαμε καιρό αρεντέβαμε να κουνηθούμε και όταν δεν φυσούσε για να λιχνίσουμε χορταίναμε κούντζουρα κάτω από το Άγιο αυτό δένδρο που πολλοί ξαποστέναμε. Κάποτε, κάποιοι θελήσανε να το κάψουνε, αλλά τρέξανε άλλοι και το σώσανε μεταξύ αυτών και ο αδελφός μου.
Σε άλλο φύλλο θα σας γράψω και για κάποια αστεία γεγονότα
που γίνονταν σ’ αυτή τη δύσκολη εποχή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου