Το κεφαλαίο Άλφα με τα σκέλη του φυτεμένα χωριστά, να ανταμώνουν στην κορφή σχηματίζοντας οξεία γωνία μεταξύ τους. Στη μέση της διαδρομής τους μια δρένια γρέντα ενώνει τα δυο μέρη, στηρίζοντας τα, μην τυχόν κι ο άνεμος που καλπάζει θυμωμένος απ’ το φαράγγι, τα γκρεμίσει. Αριστερά, ψηλά, μια ψιλή ξεχασμένη απ’ την εποχή του πολυτονικού, μισοφέγγαρη σελήνη, παραμυθιάζει το τοπίο...
Χαμηλότερα το Ω-μέγα με τα θυμωμένα νερά του καθώς κατρακυλούν από βράχους και σκέμπια στον ύπνο των βελανιδιών, με την περισπωμένη αϊτό μ’ ανοιγμένες τις φτερούγες να ισοζυγιάζεται στον ουρανό του, συντροφεύοντάς το στην πορεία του καθώς ποτίζει δέντρα και ξεδιψάει αγρίμια τους υπηκόους του...
Κι από κοντά το ο-μικρόν να κρατάει το ίσον σε τούτο το πολυφωνικό τραγούδι του φαραγγιού, με παρτή τον καταρράχτη που κατρακυλάει φουριόζος, και κλώστη τον άνεμο ν’ ανακατεύει φυλλωσιές και κόμες δρυάδων. Και καμιά άλλη φωνή δεν γίνεται αποδεκτή κι όταν παρ’ ελπίδα ακουστεί, το φαράγγι την επιστρέφει θυμωμένα, άγρια, επιτιμητικά δεν έχεις παρά να δοκιμάσεις, για να εισπράξεις την οργή του. Μονάχα ό,τι λέγεται κάτω από την ευθεία του ίσου επιτρέπεται, στο ύψος των ταπεινών ανθισμένων λουλουδιών και τις αστραφτερές σιαγόνες στα πέταλά τους και λίγον άνεμο πάνω τους καθώς γέρνουν προς τη μεριά των νερών, μ’ εμπιστοσύνη.
Με "ενδιαφέρουσα" ύλη κυκλοφόρησε το πρόσφατο φύλλο της εφημερίδας "Η ΒΗΣΣΑΝΗ" (Τ 195-ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ ΜΑΪΟΣ 2024). Αφού το διάβασα με προσοχή έχω να κάνω ορισμένες παρατηρήσεις - επισημάνσεις αλλά και μερικά βασικά ερωτήματα προς τους Συντάκτες της εφημερίδος αλλά και προς το Δ.Σ. της Αδελφότητας που σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό διοικεί την Αδελφότητα...!
1. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
Α) ΟΙ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ: Στην στήλη της πρώτης σελίδας που αναφέρεται-όπως κάθε χρόνο
τέτοια εποχή- στις εκδηλώσεις που θα λάβουν χώρα το καλοκαίρι στο χωριό μας, απουσιάζει
κάθε αναφορά στον Πολιτιστικό Σύλλογο…και στις εκδηλώσεις που διοργανώνει ο
ίδιος ή σε συνεργασία με Κοινότητα ή την
Αδελφότητα…Τυχαίο??? Διαβάστε:
Ο Τάσος Χαλκιάς σόλο κλαρίνο-Ηπειρώτικη βραδυά 17 Μαΐου 1979
Δέν ανήκει στη χορεία τών γνωστών λογοτεχνών ο Αρχίατρος κ. Κωνσταντίνος Ντούλας. Είναι ενας ΑΜΑΤΕUR!! Δέν γνωρίζομε τι εκέρδισε ή Ιατρική, αναμφισβήτητα όμως ή Λογοτεχνία εχασε από τό ξεστράτισμά του. Κάλλια αργά παρά ποτέ. Έρχεται από πέννα δεξιοτέχνη το παρακάτω κείμενο, όπως κι άλλα κείμενά του τά τελευταία χρόνια, πού έχουν ίδή το φώς στις τοπικές μας εφημερίδες καί καταπιάνονται μέ θέματα λαογραφικά καί παραδοσιακά.
Καί δίκαια είναι αφιερωμένο στον πρώτολαλητή μας, τον Τάσο Χαλκιά...
Είχε άνάψει συζήτηση εδώ καί πενήντα χρόνια αν οι λαϊκοί όργανοπαίχτες συνετέλεσαν στη διάσωση τού δημοτικού τραγουδιού. Καί άκούστηκαν διάφορες γνώμες υπέρ καί κατά. Σήμερα είναι κατασταλαγμένες πιά οί απόψεις, πώς το Δημοτικό τραγούδι μετοχετεύτηκε διά μέσου τών λαϊκών οργάνων άπό γενεά σέ γενεά κατά τα διάστημα τών αιώνων καί έφτασε ώς εμάς, άλλοιώς θά είχαμε μόνο σπαράγματα, όπως τής δημοτικής πεζογραφίας. Χάρις στο μέλος, στον ήχο, στο μέτρο, εγινε ή απομνημόνευσή του καί ή τελική του διάσωση. Όφείλεται τιμή καί έπαινος στούς αφανείς όργανοπαίχτες, πού πολλούς άπ αυτούς ή φήμη ξεχώρισε άπό την ανώνυμη συντεχνία καί τούς περιέβαλε μέ αγάπη.
α.χ.μ.
***
'Ένα γκρενά γαρούφαλο φιγουράρει στην καρδιά του Τάσου Χαλκιά. Δέν είναι πορφυρό νά επιδεικνύει μέ υπεροψία τή φανταχτερή του λάμψι. Δέν είναι λευκό νάχη τή χάρη ενός φτερού περιστεριού, μιας πεταλούδας, τήν αβρότητα ενός κρίνου. Είναι γκρενά. Λες κι’ είναι ραντισμένο μέ τό αιμα τής καρδιάς του, μέ αίμα πού στέγνωσε…
Η ύπαρξη 30 και πλέον συνολικά εκκλησιών και εξωκκλησίων εκτος απο τα εικονίσματα που υπάρχουν στη Βήσσανη, αποδεικνύει οτι το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων κατα την διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, ήταν πάντοτε ακμαίο.
Την ευσέβεια των κατοίκων εκτός απο την πληθώρα των εξωκκλησιών αποδεικνύει και η ύπαρξη πολλών άλλων προσκυνημάτων στις εισόδους και εξόδους του χωριού και στις διασταυρώσεις των δρόμων τα γνωστά μας "κονίσματα". Περί αυτών όμως θα μιλήσουμε σε επόμενο σημείωμά μας.
Στο κείμενο που ακολουθεί θα ασχοληθούμε με τις διάφορες επιγραφές και ενθυμίσεις που συναντάμε στις εκκλησίες και στα εξωκκλήσια στη Βήσσανη και που αποτελούν αναμφίβολα σημαντικό μέρος της Ιστορίας του χωριού μας.
Η σημαντική αυτή καταγραφή που παρουσιάζουμε εδώ είναι χρονολογική (μέχρι περίπου το 1900) και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Ηπειρωτική Εστία"-Τ39-1955 και έγινε απο τον Ιερέα Γεώργιο Παΐσιο.* Τό άρθρο αυτό αποτέλεσε και σημαντική πηγή του συγχωριανού μας αειμνήστου Σπύρου Στούπη στην συγγραφή των μνημειωδών έργων του, "Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα" και "Η Βήσσανη". * Ο Γ. Παΐσιος καταγόταν απο τους Χιονιάδες και ήταν για ένα διάστημα εφημέριος στο Δολό Πωγωνίου, οπότε είχε και φιλικούς δεσμούς με τη Βήσσανη.
Σε πολλά μέρη της Ηπείρου, στα χορευτικά τους, σε ώρες χαράς κα κεφιού χορεύουν το Σαμαντάκα.
Γεια σου βρε Σαμαντάκα τη λεβεντιά σου νάχα.
Εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω
σε συλλογιούμαι και αναστενάζω.
Ξύπνα Σαμαντάκα και βάλε τα τσαρούχια,
στρίψε τη μουστάκα, γεια σου Σαμαντάκα...
Ποιος ήταν όμως ο Σαμαντάκας;
Λένε πως τ' όνομα του ήταν Παύλος Μπάρας. Ενας όμορφος λεβεντονιός που ζούσε με το παιδί του και τη γυναίκα του στην περιοχή των Αγίων Σαράντα.
Δούλευε στα χωράφια, όταν κάποια μέρα επιστρέφοντας στο σπίτι του, βρήκε τρεις σπαχήδες του Αλή πασά να σέρνουν τη γυναίκα του. Τάβαλε, ένας αυτός, και με τους τρεις, και κατάφερε να σκοτώσει τους δυο και να τους πάρει τα ντουφέκια.
Ο τρίτος του ξέφυγε και καθώς προσπάθησε να τον σκοτώσει, χτύπησε κατά λάθος θανάσιμα την αγαπημένη του.
Επειδή κινδύνευε άμεσα, έτρεξε στο σπίτι, άρπαξε το μωρό στην αγκαλιά και πήρε τα βουνά. Από ράχη σε ράχη, από βουνό σε βουνό, κάποια μέρα έφτασε στην Κορυτσά.
Από τις κακουχίες όμως της οδοιπορίας έχασε το μωρό του και ο πόνος γίνηκε τώρα αβάσταχτος πούχασε γυναίκα και παιδί. Πήρε λοιπόν πάλι δρόμους και μονοπάτια προς το Νότο και έφτασε στο Μπεράτι με σκοπό να κοινωνήσει σε χριστιανική Εκκλησία μιας κι ήταν Χριστούγεννα κι είχε νηστέψει.
Έκρυψε την αρματωσιά του και τράβηξε ίσια προς τον παπά. Εκεί αντίκρισε μια σεμνή κόρη σαν άσπρο τριαντάφυλλο και σκίρτησε η καρδιά του.
Μετά τη θεία μεταλαβιά βγήκε και την παρακολούθησε κι είδε να τραβάει με τον τούρκο αγωγιάτη της που την περίμενε προς την αρβανίτικη μεριά του Μπερατιού.
Προσπάθησε να μάθει κάτι από μερικούς, από τον παπά που τους μετάλαβε, αλλά δεν τα κατάφερε. Οπότε τον πήρε χαμπάρι ο δεσπότης και τον κάλεσε στο κονάκι του.
Ο Π. Μπάρας πήγε αμέσως μουσαφίρης στο δεσπότη κι έμαθε όλη την ιστορία. Η όμορφη αρχόντισσα ήταν χριστιανή από την Κορυτσά. Την φώναζαν Τζεμιλέ (Φωτεινή) κι ήταν χήρα του Τούρκου Μπεκίμ, σουλτάνα στο σαράι του. Τρεις γυναίκες είχε πάρει ο αγάς και δεν μπόρεσεν' αφήσει απογόνους. Τέταρτη ήταν η Τζεμιλέ κι όμως παιδί δεν απόχτησε και πέθανε άκληρος ο Τούρκος.
Η γυναίκα κληρονόμησε όλα τα πλούτη και καθώς δεν άλλαξε την πίστη της, γιατί σ' αυτό δεν τη ζόρισε ο γερο-Μπεκίμ, έδινε πολλά στη Μητρόπολη και στις άλλες εκκλησίες. Ο Παύλος Μπάρας αφού έμαθε όλα τούτα, πήρε τ' άρματά του και τράβηξε ίσια για το σαράι του Αγά Μπεκίμ. Ήταν σούρουπο κι όταν την εντόπισε αναρριχήθηκε στον οντά της και την έκανε δική του.
Το βαθύ χάραμα με την προτροπή της έφυγε προς τ' άγρια βουνά. Οι μέρες περνούσαν και η Τζεμιλέ κατάλαβε πως ήταν έγκυος κι ήθελε τη συμβουλή του δεσπότη.
Αυτός την καθησύχασε και της είπε ότι θα ξεγεννήσει στο Μοναστήρι και μετά θα πήγαινε στο σαράι. Το νεογέννητο θα της το πέταγαν στο κατώφλι του σπιτιού της, δήθεν ότι ήταν ξένο, κι αυτή σαν ψυχόπονη γυναίκα θα το περιμάζευε. Έτσι ακριβώς έγινε και όλοι οι Αρβανίτες μιλούσαν για τη μεγάλη καρδιά της Τζεμιλέ.
Να όμως που ξαναγύρισε ο Παύλος Μπάρας κι έμεινε για δεύτερη φορά έγκυος. Τώρα πώς να κρατηθεί το μυστικό; Πάλι ο δεσπότης έδωσε τη συμβουλή του. Τους είπε να παντρευτούν τώρα κανονικά κι ο Χριστιανός Π. Μπάρας θα παρουσιαζόταν ως αρβανίτης. Γιατί αν η Τζεμιλέ παντρευόταν Χριστιανό και το μάθαινε ο Πασάς θα έχανε όλα τα πλούτη της. Βρέθηκε και το όνομα λοιπόν Οσμάν Τάκα θα τον έλεγαν...
Έγινε αυτός ο γάμος και το νέο ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένα με τα δυο μωρουδάκια τους να μοιάζουν του Οσμάν.
Ως την ώρα που κάποιος σπιούνος είπε στον Κουρτ Πασά πως ο Οσμάν ήταν Έλληνας Χριστιανός και τον έπεισε, οπότε ο Πασάς τον συνέλαβε κι έβγαλε φιρμάνι να τον κρεμάσει. Έφτασε η ορισμένη μέρα, στήθηκε η κρεμάλα κι έφεραν τον κατάδικο Οσμάν μπρος στον πασά.
-Έφταιξες ορέ, έπαιξες με την πίστη του Μωάμεθ. Πες μου ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία;
-Να χορέψω πασά μου, είπε ήρεμα ο Οσμάν Τάκας.
-Τι λες ορέ; αποκρίθηκε ο πασάς.
-Να χορέψω, μον' φέρτε τη γυναίκα μου να μου βαράει το νταούλι.
Ο πασάς απορημένος έδωσε εντολή σε δυο σπαχήδες να φέρουν τη Τζεμιλέ και δυο τρεις οργανοπαίχτες.
Ήρθε η γυναίκα του με τα παιδιά της κι αγκαλιάστηκαν, φίλησε και τα παιδιά του.
-Μην κλαις γυναίκα, της είπε. Ο καθένας έχει τη μοίρα του. Μον' πιάσε το νταούλι και βάραγε. Θέλω να πεθάνω με χορό.
Οι οργανοπαίχτες, που δεν άργησαν να φανούν, πήραν θέση κι ο μελλοθάνατος άρχισε να χορεύει περήφανα.
Τριγύρω μαζεύτηκαν χριστιανοί κι αρβανιτάδες και παρακολουθούσαν το θέαμα με φόβο και σιωπή.
Μετά ο Οσμάν έκανε νόημα στη γυναίκα του να μπει κι αυτή στο χορό και χόρευαν τώρα οι δυο λεβέντικα. Τότε ο Πασάς σηκώθηκε και με το ρακοπότηρο στο χέρι προχώρησε αργά αλλά σταθερά προς το μέρος τους. Ολόγυρα απλώθηκε νεκρική σιγή.
-Χαλάλι σου ορέ βροντοφώναξε, σου δίνω χάρη. Ο χορός σου σε γλίτωσε! Άντε τραβάτε τώρα.
Ο Παύλος Μπάρας πούλησε στο Μπεράτι την κληρονομιά της Τζεμιλέ, πήρε τη Φωτεινή και τα δυο παιδιά του και έκτοτε χάθηκαν τα χνάρια τους.
Έμεινε όμως ο χορός αυτός και το τραγούδι σαν θρύλος, σαν παραμύθι να τραγουδιέται και να χορεύεται περίπαθα από μερακλήδες στις εκδηλώσεις της ζωής μας, τόσο στην περιοχή μας, όσο και στη Β. Ήπειρο.
Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "ΗΠΕΙΡΟΣ"
Υπάρχουν όμως και άλλες εκδοχές (όπως συμβαίνει συνήθως) για το πολυθρύλητο τραγουδι...Ας τις δούμε:
Ο Σιαμαντάκας (ή Οσμαντάκας, ή Οσμάν Ντάκο) ήταν ένας λαϊκός ήρωας του 19ου αιώνα στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο. Γεννημένος στην Κονίσπολη (λίγο πάνω από τη Σαγιάδα, στη σημερινή νότια Αλβανία) το 1848, μάλλον αρβανίτικης καταγωγής και γόνος εύπορης οικογένειας, ήταν αρχηγός και εμπνευστής αντικαθεστωτικής εξέγερσης στην περιοχή. Μαζί του πλήθος λαϊκών αγωνιστών (ελλήνων και αλβανών) δώσανε σκληρές μάχες εναντίον των κοινών δυναστών τους: των τσιφλικάδων (ασχέτως καταγωγής) και του φεουδαρχικού τουρκικού κράτους και σε συνεννόηση με άλλα βαλκανικά κινήματα.
Το 1875 το κίνημά τους ηττάται κοντά στην Πρέβεζα και ο Σιαμαντάκας συλλαμβάνεται και οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα... Ο ήρωάς μας είχε λεβέντικη κορμοστασιά και ήταν ξακουστός χορευτής, έτσι σαν τελευταία του επιθυμία ζητάει να χορέψει.
Ο χορός του όμως τραβάει σε μάκρος, αυτοσχεδιάζει στα βήματά του, πότε αργά πότε πιο γρήγορα, οι κλαριντζήδες αλλάζουν βάρδιες αλλά αυτός εκεί να χορεύει και να μη λέει να σταματήσει. Πλήθος κόσμου τώρα τον συντρέχει και τον επευφημεί, ακόμα και οι τούρκοι έχουν βαλθεί να τον χαζεύουν! Ο Σιαμαντάκας καθώς περνούν οι ώρες προσπαθεί να μην κοιμηθεί και καταφέρνει να μένει ορθός και με τη σκέψη της αγαπημένης του να τον συντροφεύει! Το πρωί της επομένης ο πασάς του Μαργαριτίου (κεφαλοχώρι της περιοχής) εντυπωσιασμένος από το ήθος και το τόλμημα του παληκαριού, του χαρίζει τη ζωή και τον αφήνει ελεύθερο!
..//..
Σιαμαντάκας: Ηπειρώτικο παραδοσιακό τραγούδι από την περιοχή της Θεσπρωτίας, γνωστό στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Πολύ παλιό τραγούδι, το οποίο προερχόμενο από την περιοχή της Θεσπρωτίας ανέπτυξε μια διττή υπόσταση – ελληνόφωνη και αλβανόφωνη – σύμφωνα με τις δύο γλωσσικές ομάδες που συμβίωναν στην ευρύτερη περιοχή. Δεν είναι ξεκάθαρο αν η αλβανόφωνη ή η ελληνόφωνη εκδοχή είναι που προηγήθηκε, πάντως ο Οσμαντάκας (Οσμάν Τάκο ή Σιαμαντάκας) ήταν ένας αρβανίτης λαϊκός ήρωας του 19ου αιώνα.
Γεννημένος κατ΄ άλλους στην Κονίσπολη της σημερινής Αλβανίας, κατ’ άλλους στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας ήταν αρχηγός και εμπνευστής αντικαθεστωτικής εξέγερσης στην περιοχή. Μαζί του πλήθος λαϊκών αγωνιστών (Ελλήνων και Αλβανών) δώσανε σκληρές μάχες εναντίον των τσιφλικάδων και του τουρκικού κράτους.
Όταν το κίνημά του ηττάται και ο ίδιος συλλαμβάνεται και οδηγείται μπροστά στον μπέη του Μαργαριτίου Θεσπρωτίας, ο Οσμαντάκας ζητά ως τελευταία επιθυμία πριν την εκτέλεσή του να χορέψει. Ο θρύλος λέει πως το παράστημά του, τα πατήματά του, ο αυτοσχεδιαστικός χορός του εντυπωσίασαν τόσο πολύ τους Τούρκους και όλους τους παρευρισκόμενους ώστε ο μπέης τελικά του χάρισε τη ζωή!
Μάλιστα αναφέρει πως ο στίχος «εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω, σε συλλογιούμαι κι αναστενάζω» που προσμίχθηκε στο τραγούδι του Οσμάν Τάκα, δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό. Ανήκει στο «Μαύρα μου μάτια και κοντοκλαδεμένα».
Το γύρισμα του τραγουδιού είναι στον τσακιστό πωγωνίσιο σκοπό και αμέσως μετά σε δίστιχα της αγάπης, που τραγουδιούνται πάνω στον τετράσημο σκοπό του πωγωνίσιου χορού.
Οσμαντάκας & Πωγωνίσια γυρίσματα - Δολό Πωγωνίου
Τραγούδι: Βαγγέλης Ντάκας
Κομπανία: Κώστα Βέρδη
Δίσκος: «Γλώσσα μου γλυκιά μου γλώσσα άνοιξε πες μας καμπόσα» – Πολιτιστικός Σύλλογος Δολού Πωγωνίου
Οι αληθινοί στίχοι του Οσμαντάκα όπως τους θυμόταν η Φανή Δημοπούλου:
Γεια σου (ω)ρέ Οσμάν Τάκα, τη λεβεντιά σου να ’χα.
Ωρέ πήγα να σκοτώσω, τέτοιο παλικάρι
Ωρέ σαν χορεύει, πηδάει σαν το λιοντάρι.
Σου χαλαλίζω και τη ζωή σου,
χόρεψε, μπίρο μου, με την ψυχή σου
Πωγωνίσια δίστιχα:
Δεν είδανε τα μάτια μου τέτοιονε κυνηγάρη
να κυνηγάει τις πέρδικες τη νύχτα με φεγγάρι.
Εμένα μου είπαν δυο πουλιά, δυο μαύρα χελιδόνια
πώς θα περάσω βάσανα σε όλα μου τα χρόνια.
Ζαλίζομαι, μωρέ ζαλίζομαι, όταν σε συλλογίζομαι.
Ζαλίζω το κεφάλι μου, πανάθεμά το χάλι μου.
Πηγή:https://radioaetos.com
..//..
Γεια σου, Οσμαντάκα...
Ο Οσμαντάκας, ή Osman Taka ή Σιαμάντακας, ή Σμαντάκας ή Σαμαντάκας, ήταν ένας Ηπειρώτης οπλαρχηγός του 19ου αι. από τις Φιλιάτες, που τον τραγουδούνε δυο λαοί, Έλληνες και Αλβανοί.
Λέγεται πως είχε ξεσηκωθεί κατά των Οθωμανών και πως όταν τον έπιασαν και θέλησαν να τον εκτελέσουν, εκείνος ζήτησε να χορέψει (τελευταία επιθυμία). Οι οθωμανοί μερακλώσαν τόσο από το χορό του Σμαντάκα που τον αφήσαν ελεύθερο. Όμως εκείνος συνέχισε να τους δημιουργεί προβλήματα και έτσι όταν τον ξαναπιάσανε τον σκοτώσανε.
Η λαϊκή μούσα εμπνεύστηκε από τη λεβεντιά του Σμαντάκα και τον έκανε δημοτικό τραγούδι.
Το ελληνικό τραγούδι λέει πάνω κάτω τα εξής λόγια:
Aιντε, Οσμαντάκα, τη λεβεντιά σου να 'χα!
Τη λεβεντιά σου να 'χα! Γεια σου, Οσμαντάκα!
Αϊντε, σύ κοιμάσαι και 'γω νυστάζω,
Σε συλλογιούμαι κι αναστενάζω.
Μαύρα μου μάτια και κοντυλογραμμένα,
Ως πότε θα κοιμόσαστε χώρια από μένα?
Ξύπνα, Οσμάντάκα, και βάλε τα τσαρούχια!
Στρίψε τη μουστάκα!
Γεια σου Οσμαντάκα!
Παρακάτω ακολουθούν και η ελληνική και η αλβανική εκδοχή:
[Σημ. ιστολογίου: Η ελληνική ίδια με εκείνη στην αρχή του άρθρου]
"Η μανίτσα"-Φωτογραφία: Γιώργος Πανταζίδης (γύρω στο 1900)
(Απο το λεύκωμα του Κων. Κωστούλα: "Γ. Πανταζίδης")
Αλησμονώ και χαίρομαι
Αλησμονώ και χαίρομαι
θυμιούμαι και λυπιούμαι
τι θελα φύγω το ταχύ
πάλε για ξένον τόπο...
Θυμήθηκα, λυπήθηκα,
θυμιούμαι και λυπούμαι
θυμήθηκα την ξενητιά
και θέλω να πηγαίνω...
Σήκου μανά μ' και ζύμωσε
καθάριο παξιμάδι
με πόνο βάλε το νερό,
με δάκρυα ζύμωσέ το
και με πολύ παράπονο
βάλε φωτιά στο φούρο
και παρακάλα το Χριστό
κι αυτή την Παναγία
για να μη φύγ' ο κερατζής**
ακόμα λίγες μέρες...
Με πόνους βάζει το νερό
με δάκρια το ζυμώνει
και με πολύ παράπονο
βάνει φωτιά στο φούρο
Άργησε φούρε να καείς
και συ ψωμί να γένεις
Για να περάσει ο κερατζής
κι ο γιός μου ν' απομείνει...
**κερατζής: Ο αγωγιάτης...Ο Κερατζής ήταν ο άνθρωπος ο οποίος διέθετε έναν αριθμό αλόγων και έκανε μεταφορές εμπορευμάτων και ανθρώπων, έναντι κάποιας αμοιβής. Οι πιο συνηθισμένες διαδρομές ήταν σε κοντινές πόλεις, αλλά πραγματοποιούσαν και μακρινά ταξίδια από τη Θεσσαλία στην Ήπειρο , στην Μακεδονία αλλά και στην Πόλη...
Δημοσιεύτηκε στον «Πρωϊνό Λόγο» Ιωαννίνων 16-2-2022
Να γνωρίσει η Πρόεδρος
και τον Ακριτικό Ελληνισμό της Ηπείρου...
Δημοσιεύτηκε ότι ετοιμάζεται το εορταστικό πρόγραμμα των Ελευθερίων της πόλης και οι διαδρομές και επισκέψεις της εξοχότατης Κυρίας Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ταπεινά, και επειδή το ιστορικό γεγονός καλύπτει και την απελευθέρωση μιας ευρύτερης περιοχή της Ηπείρου, μέχρι κάποια ακρώρεια της Ελληνικής επικράτειας, τολμώ σαν αμετανόητος καταγραφέας της παράδοσης και ιστορίας του Πωγωνίου, να προσθέσω μια πρόταση που αφορά και στην εκτίμηση της τελευταίας αλλά και της πραγματικής απογραφής του ακριτικού αυτού χώρου.
Είναι ευκαιρία, για την αξιότιμο κυρία Πρόεδρο, η οποία τιμά κατά τις εξόδους , άλλα ακρώρεια της γαλάζιας μας Πατρίδας, να φθάσει και στο επιμεθόριο χωριό του Πωγωνίου, το Ορεινό, να γνωρίσει τον μοναδικό κάτοικο του χωριού, μια γυναίκα που κρατάει εκεί την Ελληνική σημαία. Το Ορεινό είναι το δικό μας, το Ηπειρωτικό Καστελόριζο, και η μόνη γυναίκα κάτοικος είναι η δική μας Κυρά της ΡΩ. Να την επισκεφτεί, να της δώσει μια μεγάλη σημαία και έναν μεγάλο κοντό, να φαίνεται από πολύ μακριά ότι είναι εκεί Ελληνική Δημοκρατία, να σταθεί για λίγο και να αντικρίσει στη ρίζα του βουνού τα ίχνη από τα κιβούρια των πεσόντων στις φονικές μάχες του Δεκεμβρίου 1940, Ελλήνων και Ιταλών σε κοινό νεκροταφείο, που δημιούργησαν οι Ιταλοί, ένα μνημείο πολεμικού πολιτισμού, πουσήμερα στην ενωμένη Ευρώπη ίσως πρέπει στηθεί εκεί ένα Ευρωπαϊκό μνημείο ειρήνης. Να απλώσει το βλέμμα της στην Δρόπολη ένα κομμάτι του Ακριτικού Ηπειρωτικού Ελληνισμού, που διατηρεί ανόθευτη την Ελληνική ταυτότητα, μιλάει τα ελληνικά, διατηρεί τα έθιμα και τα μουσικά ακούσματα της αρχαίας πεντατονίας που συντηρούν θρηνητικά ή δοξαστικά τους μύθους και τους θρύλους του Ελληνικού πολιτισμού.
Μαζί με τις εποχές αλλάζουν και οι συνήθειες των ανθρώπων και οι ανάγκες τους προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Μπορεί πχ η ανάγκη για στέγη, να παραμένει πάντα η ίδια, όμως η εξέλιξη έφερε νέα υλικά, νέες τεχνικές στην κατασκευή της κατοικίας. Η ανάγκη για ένδυση δεν άλλαξε, άλλαξε όμως ο τρόπος κατασκευής των ρούχων, βγήκαν νέα υφάσματα και οι μηχανές πήραν τη θέση των ραφτάδων.
Η εξέλιξη της τεχνολογίας έκανε μια σειρά από επαγγέλματα να εκλείψουν. Ο σαμαράς και ο πεταλωτής έμειναν χωρίς δουλειά, αφού τα μέσα μετακίνησης και μεταφοράς... απέκτησαν μηχανές και λαστιχένιους τροχούς. Ο παγοπώλης το ίδιο, με την ανακάλυψη του ηλεκτρισμού. Ο καλαθάς και ο βαρελάς νικήθηκαν κατά κράτος από την επέλαση του πλαστικού κ.ο.κ. Η Ήπειρος αν και με λίγο βραδύτερο ρυθμό από άλλες περιοχές, αναγκάστηκε να προσαρμοστεί κι αυτή στα νέα δεδομένα.
Έναν κατάλογο των παλιών επαγγελμάτων στην Ήπειρο παρουσιάζει με τρόπο εξαιρετικό το ιστολόγιο «Ο ΠΥΡΡΟΣ» του Συλλόγου Ηπειρωτών Αγίων Αναργύρων Αττικής και με χαρά αναδημοσιεύουμε:
Από την επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρα (από τα Τσαραπλανά - σημερινό Βασιλικό Πωγωνίου) στη Βήσσανη (1963). Η φωτογράφιση έγινε στην είσοδο του Ναού του Αγίου Νικολάου...
Οι δεσμοί του Πατριάρχη σε μικρή ηλικία με την Βήσσανη ήταν ιδιάιτερα στενοί αφού πατέρας του Πατριάρχη Αθηναγόρα ήταν ο γιατρός Ματθαίος Σπύρου γνωστότερος ως "Μανθέας" που υπήρξε ο πρώτος επιστήμων γιατρός στη Βήσσανη. Ο Αθηναγόρας ως παιδί μικρό (είχε τότε το όνομα Αριστοκλής) επισκεπτόταν συχνά τη Βήσσανη και εφιλοξενείτο απο την θεία του -πρώτη ξαφέλφη του πατέρα του -Βασιλική Τζιάκου .
[Η φωτογραφία στην οποία εμφανίζεται και ο γράφων σε παιδική ηλικία... απο το οικογενειακό μου αρχείο-Φωτογράφος ο Σοφοκλής Λογοθέτης-Ψηφιακή επεξεργασία δική μου...]
Kαλοκαιριάτικο απόγευμα. Ο ήλιος κρυβόταν πίσω απ’ την Γκραμπάλα και στέλνοντας τις ακτίνες του στα Παπιγκιώτικα παραθύρια τα ’κανε να λαμποκοπούν. Κατηφόρισα απ’ τον Πάνω- Μαχαλά για το Μεσοχώρι.
Ο Παπα-Μπέλος, που με είχε δει, με περίμενε στον πλάτανο της Μπόμπολης και μαζί φτάνοντας στο Μεσοχώρι, καθήσαμε στο τραπέζι, δίπλα στην πανύψηλη και λυγερόκορμη λεύκα. Παραγγείλαμε καφέδες και ανάψαμε τσιγάρο. Ο μπάρμπα Γιώργος, φέρνοντας τους καφέδες φταρνίστηκε και σιγοψιθύρισε:
Στη φωτογραφία ο πρώτος πρόεδρος Ι. Δάλμας και η πρωτη σφραγίδα της Αδελφότητας
Οδός Ακαδημίας 88, 27 Οκτωβρίου 1924, συνεδριάζει για πρώτη φορά το ΔΣ της Αδελφότητας Βησσανιωτών, που αποτελεί μέχρι σήμερα την συνέχεια της πρωτοϊδρυθείσης "Αδελφότητος Βησσανιωτών" απο Βησσανιώτες της Κωνσταντιονουπόλεως το 1877..
Απο τα αρχεία της Αδελφότητας δείτε παρακάτω το πρακτικό 1ης συνεδρίασης του ΔΣ και την εκλογή του πρώτου προεδρείου της...
To Πωγώνι [1] χωροθετείται στο βορειοδυτικό τμήμα της περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων. Ορίζεται από τον ποταμό Αώο και την περιοχή της Κόνιτσας στα ανατολικά, τους ποταμούς Δρίνο και Γυφτοπόταμο στα δυτικά, τα όρη Μακρύκαμπος (1.673 μ.) και Δούσκο (2.198 μ.) στα βόρεια, το όρος Κασιδιάρης (1.329 μ.) και τις πηγές του ποταμού Καλαμά στα νότια. Ο σημαντικότερος οικιστικός πυρήνας κατά την αρχαιότητα εντοπίζεται στην περιοχή των πηγών και του άνω ρου του ποταμού Γορμού, όπου σήμερα αναπτύσσονται τα χωριά Μερόπη, Παλαιόπυργος και Κάτω Μερόπη. Η συγκεκριμένη κοιλάδα περιορίζεται από το όρος Δούσκο ή Μερόπη (2.198 μ.) στα βορειοανατολικά, το όρος Μακρύκαμπος ή Μπόζοβο (1.673 μ.) στα βορειοδυτικά και το όρος Κουτσόκρανο (1.324 μ.) στα νότια-νοτιοδυτικά. Ανάμεσα στους παραπάνω ορεινούς όγκους και σε υψόμετρο 500-800 μ. περίπου δημιουργείται ημιορεινή κοιλάδα, η οποία γονιμοποιείται από τα νερά του ποταμού Γορμού. Γεωλογικά η περιοχή καλύπτεται από αδιαίρετο φλύσχη, που περιβάλλεται από δύο ζώνες ηωκαινικών ασβεστόλιθων με κατεύθυνση νοτιοανατολικά-βορειοδυτικά. Το φυσικό περιβάλλον και το μικροκλίμα εξασφαλίζουν ιδανικές συνθήκες άσκησης κτηνοτροφικών, γεωργικών, θηρευτικών και πιθανώς αλιευτικών δραστηριοτήτων, υλοτομίας στα δάση της περιοχής ενώ υπάρχουν και πλούσιες πηγές νερού, ευνοώντας διαχρονικά τη μόνιμη κατοίκηση της κοιλάδας. Μέσω των φυσικών περασμάτων καθίσταται σχετικά εύκολη η επικοινωνία της κοιλάδας του ποταμού Γορμού με τον κάμπο της Κόνιτσας ανατολικά, με τη λεκάνη Καλπακίου-Δολιανών νότια και με το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων νοτιοανατολικά, που αποτελούν σημαντικότατους διαχρονικά οικιστικούς πυρήνες, μέσω των οποίων διευκολύνεται η σύνδεση και με τις υπόλοιπες περιοχές της ενδοχώρας και των παραλίων της Ηπείρου, αλλά κυρίως με τη γειτονική Αλβανία.