Σελίδες

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

Πωγωνήσια μολογήματα: " Η χαρά και η λύπη, έρθαν αντάμα"...

Του Κωνσταντίνου Χρ. Κωστούλα

Το 1925 φτιάχναμε τη στέρνα του σπιτιού για να σταματήσει η τυραγνία να κουβαλάμε νερό από το Λάκκο. Το καλοκαίρι του 1927 την τελείωσε ο μάστορας ο Μαρτσέκης, που ήταν ειδικός στις στέρνες. Τότε παραγγείλαμε τα λούκια σ’ έναν εβραίο* ντενεκτζή*, τον Γιοσέφ, στη Βοστίνα που γύριζε στα χωριά και έκανε και εμπόριο. Θέλαμε νάναι έτοιμα το χινόπωρο που άρχιζαν τα πρωτοβρόχια να μαζέψουμε νερό και να την πλύνουμε. Μια μέρα που είχε έρθει ο Γιοσέφ ο εβραίος στο Δολό και μάζευε τομάρια έρχεται στο σπίτι και λέει της μάνας:

« Κωστάντω, να μου δώσεις το άλογο να πάω τα τομάρια στη Βοστίνα και να στο γυρίσω να σου φέρω και τα λούκια».

Η μάνα μου συμφώνησε και ο εβραίος πήρε το άλογο και το φόρτωσε με τα τομάρια που είχε μαζέψει από το χωριό. Τα τομάρια που φόρτωσε ήταν άλλα μεγάλα, άλλα μικρά, άλλα με το κεφάλι και τ’ αφτιά μπροστά κι άλλα πίσω. Καθώς δεν ήξερε κι από ζώα το κακοφόρτωσε το άλογο. Ξεκίνησε από το χωριό με το άλογο φορτωμένο και κατέβηκε στο Λάκκο για να περάσει αντίπερα στη Βοστίνα. Το γιοφύρι ήταν τότε καινούργιο. Όταν έφτασε εκεί κάτω στο λάκκο, στο γιοφύρι, φαίνεται πώς το άλογο φοβήθηκε από τη σκιά που έκαναν τα κεφάλια και τ’αφτιά από τα τομάρια, λαχτάρησε κι έπεσε στο λάκκο. Τότε δεν ήταν εύκολο ούτε να κατέβει κανένας ούτε να βγάλει το άλογο. Μια και δυο ο εβραίος τρέχει στο χωριό κι απ’ το φρύδι, το κόνισμα, άρχισε να φωνάζει:

Δολιώτες χωριανοί μούπεσε το άλογο της Κωστάντως στο ποτάμι. Βοηθείστε με, βοήθεια χωριανοί. Έτρεχε και φώναζε. 

Τότε άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες, πρώτα τ’ Αηγιαννιού και ύστερα της εκκλησίας του χωριού. Όλοι ανησύχησαν που άκουσαν τις καμπάνες, που ακούγονταν μέχρι τη Βοστίνα. Μαζεύτηκαν πολλοί στο μεσοχώρι για να δουν τι συμβαίνει κι εκεί ο εβραίος χτυπιόταν γιαυτό που τον βρήκε και παρακαλούσε να τον βοηθήσουν να βγάλει τα τομάρια από το Λάκκο. 

Ξεκίνησαν κάμποσοι από το χωριό με τριχιές και εργαλεία και πάνε στο λάκκο στο γιοφύρι. Εκεί βλέπουν το άλογο μέσα στο ποτάμι όρθιο να βόσκει στις όχθες. Δεν μπορούσαν όμως να το βγάλουν. Τότε οι άντρες έφεραν λοστούς και κασμάδες κι άρχισαν να κόβουν το βράχο από τη μεριά της Βοστίνας δίπλα στο γιοφύρι για να κάνουν ένα σκαλοκόψιμο ν’ ανέβει το άλογο. Άλλοι, κατέβηκαν κάτω στο ποτάμι και ξεφόρτωσαν το άλογο από τα τομάρια. Δούλεψαν πολύ όλοι οι άντρες και άλλοι που ήρθαν από τη Βοστίνα και βοηθούσαν. Έτσι βοηθιόταν τότε ο κόσμος. Αν ένας είχε ανάγκη πήγαιναν όλοι και βοηθούσαν, στο θέρο, στα ξύλα, στον τρύγο, στο χτίσιμο. Όλοι μαζί στις δυσκολίες στη χαρά και στη λύπη...

Όταν έπεφτε κανένα κατσίκι στο λάκκο κρεμιούνταν με τις τριχιές και το έβγαζαν. Το άλογο όμως ήταν μεγάλο και βαρύ και δεν μπορούσαν να το βγάλουν. Έσκαψαν το βράχο και σιγά σιγά έκαναν ένα σκάλωμα όσο να πατάει ένα άλογο. Τα τομάρια και το σαμάρι τα ανέβασαν λίγα λίγα στο γεφύρι άλλα με τα χέρια κι άλλα με τριχιές. Μετά πήραν το άλογο, το έδεσαν και το τράβηξαν να πατήσει το μονοπάτι που έφτιαξαν. Άλλοι το κρατούσαν, άλλοι το τραβούσαν και άλλοι το έσπρωχναν από πίσω. Σιγά σιγά έβγαλαν το άλογο στο γιοφύρι κι ο εβραίος όλο χαρά που γλύτωσε τα τομάρια αλλά και όλοι όσοι βοήθησαν και η μάνα μου που γλύτωσε το άλογο. Σαμάρωσαν το άλογο, το φόρτωσαν πάλι με τα τομάρια και το πήρε ο εβραίος να πάει στη Βοστίνα. Από τότε είναι εκείνο το μονοπάτι δίπλα στο γιοφύρι στη Βοστινιώτικη μεριά του Λάκκου. Γύρισαν όλοι στο χωριό και ήρθαν στο σπίτι μας να χα-ρούν για το γλύτωμα του αλόγου.

— Άντε Κωστάντω, τυχερή ήσουν, γλύτωσες το άλογο, 

της έλεγαν όλοι και δώστου ρακιά και κεράσματα και χαρές όλοι. Γέμισε η αυλή από κόσμο που έδειχναν τη χαρά τους που γλύτωσε το άλογο γιατί, ήταν χρήσιμο και σε μας αλλά και στους άλλους που τόπαιρναν όταν είχαν ανάγκη. 

Εγώ χαιρόμουν μαζί με τους άλλους κι έφερνα γύρω εκεί ανάμεσα και κρατούσα στην αγκαλιά μου το μικρό αδελφάκι μου τον Χριστάκη που ήταν τότε εννιά μηνών. Ο Χριστάκης είχε πάθει τότε *κάρκαλο και τον έπιανε καρκαλέτσι*. Έτσι καθώς χαιρόμασταν όλοι έπιασε τον Χριστάκη το καρκαλέτσι κι εγώ δεν μπορούσα και δεν ήξερα τι να κάμω. Τότε το κατάλαβε μια γριά, το βλέπει και λέει: 

«Πάει μωρ’ μαύρες, το παιδί, πέθανε»!!!!!!

Μια άλλη φωνάζει: 

«Δεν βρέθηκε μια μωρ’ μαύρες να του ανοίξει το στόμα να του βγάλει τη γλώσσα, χάθηκε το παιδί». 

Ετσι εκεί στην αυλή είχαμε μέσα τη χαρά κι ήρθε και μπήκε στο σπίτι μας η λύπη. Σε μια στιγμή που ούτε το καταλαβαίνεις από τη χαρά πας στη λύπη. Ήθελε ο Θεός... 

Εκείνη τη χρονιά χάθηκαν έτσι από τον κάρκαλο έντεκα παιδιά στο Δολό. Ήταν μια κακιά χρονιά για το χωριό μας. Χτύπησε και το σπίτι μας την ώρα που είχαμε μέσα μια χαρά. Η χαρά κι η λύπη ήρθαν αντάμα...

Σημειώσεις μου

Στη Βοστίνα (Πωγωνιανή) τότε, ζούσαν μόνιμα μερικές, λίγες, εβραϊκές οικογένειες που ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο. Ήταν τότε η Βοστίνα εμπορικό κέντρο της περιοχής με πολλά καταστήματα και μεγάλη κίνηση. Επί τουρκοκρατίας αλλά και λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση ήταν και έδρα της Επαρχίας Πωγωνίου.

ντενεκτζής: τεχνίτης κατεργασίας τσίγκου και κατασκευής ειδών από τσίγκο για οικιακή χρήση αλλά και άλλες χρήσεις του τσίγκου.

*κάρκαλος, καρκαλέτσι: πρόκειται για τον κοκκύτη, τη μολυσματική νόσο των παιδιών που προκαλεί συνεχή βήχα. Τότε δεν υπήρχε τρόπος θεραπείας ή εμβόλια. Έτσι όταν έπεφτε επιδημία πολλά παιδιά μικρά χάνονταν, όπως στο Δολό το 1927 που πέθαναν 10-11 παιδιά από κοκκύτη. 

Στα θεραπευτικά μέσα της εποχής ήταν η διατροφή με γαϊδουρόγαλα. Η εμπειρία της μάνας μου από εκείνο το γεγονός την έκανε να σώσει τον αδελφό μου Σπύρο το 1940 με τον πόλεμο όταν τον έπιασε κοκκύτης και δύο φορές σε παρατεταμένο βήχα του τράβηξε τη γλώσσα και μπόρεσε να ανασάνει και να μην πάθει ασφυξία. Τότε δοκίμασα κι εγώ από το γαϊδουρόγαλα που τον τάιζε...


ΠΗΓΗ:Το παραπάνω κείμενο είναι απο το βιβλίο του Κ.Χ. Κωστούλα " Η μάνα μολογάει κι εγώ γράφω" στη σειρά "ΠΩΓΩΝΗΣΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ" (ΑΡ. 6)-(Ιωάννινα 1996).


....//....

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΚΤΗ:

✅Ενδιαφέροντα στοιχεία για την ετυμολογία και την  προέλευση της λέξης "καρκαλέτσι" μπορείτε να διαβάσετε πατώντας στον σύνδεσμο παρακάτω:

✅ Ο κοκκύτης, επίσης γνωστός ως κοκκύτη ή βήχας 100 - ημερών, είναι μία εξαιρετικά μεταδοτική βακτηριακή νόσος.Το εμβόλιο για την πρόληψη της ασθένειας αναπτύχτηκε το 1925. Μέχρι τότε κυκλοφορούσαν διάφορα φάρμακα με αμφίβολη αποτελεσματικότητα. Μια μικρή περιήγησή μου σε παλιές εφημερίδες είχε σαν αποτέλεσμα :













ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ




Τρίτη 29 Ιουνίου 2021

Eνας ακόμη αγαπητός Βησσανιώτης έφυγε απο κοντά μας...

Στεφάνι απο Καρσελότες και Μοσκομάνουσα.-Πρωτομαγιά στο Μαναστήρι (1996)

Χθες Κυριακή των Αγίων Πάντων (27 Ιουνίου 2021) έφυγε από την ζωή ένας φλογερός Βησσανιώτης. Ο
Ιωάννης Στούπης γέννημα θρέμμα της Βήσσανης, γεννήθηκε το 1932, μεγάλωσε πήγε στα σχολεία μας Δημοτικό και Γυμνάσιο. Καλός οικογενειάρχης και μόνιμος επισκέπτης του χωριού μας. ΥΠΗΡΈΤΗΣΕ επί δεκαετίες την Αδελφότητα μας και μέχρι την ασθένεια του υπήρξε ο Αντιπρόεδρος της. Η κηδεία του θα γίνει στην Καλλιθέα και έτσι δεν μπορεί να ταφεί στην Αγαπημένη του Βήσσανη. Ευχόμαστε όλο το Δ. Σ. Καλό Παράδεισο στον αγαπημένο μας Αντιπρόεδρο. Στη σύζυγο Στέλλα και τα παιδιά του Τηλέμαχο και Νταιμη Ο ΆΓΙΟΣ Θεός να τους παρηγορεί. Καλό ταξίδι φίλε Γιάννη...

Γρηγόρης Αρμπιρος

Πρόεδρος της Αδελφότητος Βησσανιωτών

.....//.....

[Σ.Σ]:Ένα από τα πολλά γραπτά του εκλιπόντος -που στην πλειοψηφία τους δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς στην εφημερίδα μας- και που αφήνουν ανάγλυφα να φανεί η υπερβολική του αγάπη για το χωριό μας, δημοσιεύουμε παρακάτω. Τα θερμά μας συλλυπητήρια στους οικείους του... 
ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΓΙΑΝΝΗ...ΘΑ ΜΑΣ ΛΕΙΨΕΙΣ...

.....//.....

Παλαιαί Αναμνήσεις

Ηταν 11 Αυγούστου και στο Εκκλησάκι του Αγ. Σπυρίδωνα που είναι στο δρόμο προς τα παλιάμπελα, ακούστηκαν για μια φορά ακόμη τα λόγια της Θείας λειτουργίας.

Πριν από λίγα χρόνια το Εκκλησάκι αυτό επισκευάστηκε με την προσφορά ορισμένων Βησσανιωτών κι έκτοτε η Αδελφότητά μας το λειτουργεί. Πολλοί κι εφέτος ήταν οι Προσκυνητές που ακολούθησαν Τον Άοκνο Πατέρα Παναγιώτη για να ακούσουν τα χωρίς περικοπές θεία λόγια που αναφέρονται στον Αγιο αυτό.

Αφού τελείωσε η λειτουργία κι έγιναν τα καθιερωμένα, ( διανομή λουκουμιών ή βρεγμένη με κρασί βλογιά κι αναμνηστικές φωτογραφίες ) όλοι οι παρευρισκόμενοι επήραν το μονοπάτι του γυρισμού προς το χωριό. Εγώ όμως ακολούθησα την αντίθετη κατεύθυνση γιατί η περιοχή αυτή είναι πολύ γνώριμη από τα παιδικά μου χρόνια και θέλησα έστω και νοερά να ζωντανέψω για μια φορά ακόμη τις στιγμές που σαν παιδί περνούσα στον τόπο τούτο. Λίγα μέτρα πιο κάτω από τον Αγιο Σπυρίδωνα υπάρχει και άλλο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, πολύ γνώριμο για μένα, με την διαφορά όμως ότι δεν θυμάμαι αν έχει λειτουργήσει ποτέ..

Με χαρά διεπίστωσα πως κι αυτό το εκκλησάκι επισκευάστηκε με την βοήθεια χριστιανών Βησσανιωτών. Οι Βησσανιώτες αυτοί για μένα είναι ανώνυμοι, για τον Αγιο Νικόλαο όμως είναι επώνυμοι γι αυτό και θα έχουν την ευλογία του. Οι επισκευές αυτές που γίνονται από τους Βησσανιώτες είναι μηνύματα αισιόδοξα, διότι τα ξωκλήσια που ζώνουν το χωριό μας και που αριθμούνται σε 24 θα μείνουν για πολλά χρόνια ακόμη όρθια προστατεύοντας έτσι τους πάντα άξιους και πιστούς χριστιανούς Βησσανιώτες.

Βγαίνοντας από το εκκλησάκι θέλησα να ξαποστάσω γι αυτό και κάθησα σ ένα μεγάλο μπασαμάκι κάτω από ένα εξίσου μεγάλο κρεμύθι (δένδρο). Η θέση αυτή μου φάνηκε γνώριμη, γιατί ίσως ήταν μια από τις πολλές που καθόμουν τότε μικρός, με το λάστιχο στο χέρι, περιμένοντας τα μικρά ή μεγάλα πετούμενα θηράματα... Αυτό ήταν η αιτία για να ζωντανέψω παλιές στιγμές και νοερά να κατέβω λίγο παρακάτω που ήταν το τότε αμπέλι μας...

Με το δικό μου Αμπέλι ήταν όμορφο το Αμπέλι της Αριάδνης του Φίλη, γι αυτό με συντροφιά πάντα την κόρη της Ντίνα, που ήταν και παιδική μου φίλη, καθόμαστε μέρα και νύχτα την περίοδο αυτή για να φυλάμε τα σταφύλια, από τους απρόσκλητους ημερησίους ή νυχτερινούς επισκέπτες. Την ημέρα εμείς τα παιδιά μέναμε μόνα στο αμπέλι, την νύχτα όμως κοιμόμαστε με τις μανάδες μας, Χαρίκλω και Αριάδνη, που έρχονταν από το χωριό μόλις συμούργκινε...

Η Ντίνα με την μάνα της κοιμόντουσαν σε καλύβα που ήταν φτιαγμένη από φτέρη, εγώ όμως με την μάνα μου κοιμόμαστε στο ξενοδοχείο των αστέρων. Αδιαμαρτύρητα για την παντελή έλλειψη στοιχειωδών ανέσεων, με μια κουβέρτα καταγής για στρώμα και μια για το γκατζούλωμα, πέφταμε για ύπνο, με συντροφιά το αμυδρό φως των αστεριών κι έχοντας για νανούρισμα το σουμάλισμα απρόσκλητων επικίνδυνων και μη ερπετών, οι μανάδες μας μόλις χάραζε χωρίς να τις καταλάβουμε έφευγαν γιατί τις περίμεναν πολλές δουλειές στο σπίτι.

Εμείς δωδεκάχρονα παιδιά τότε μέναμε και πάλι μόνα κάνοντας το ημερήσιο πρόγραμμά μας που ήταν μια σκέτη ρουτίνα... Αφού ρίχναμε εναλλάξ με την ντρεβενίτσα νερό για να πλυθούμε, καθόμαστε μετά σταυροπόδι σ ένα κλίμα που κρέμονταν λαχταριστά από την πρωινή δροσιά τα ποικιλόχρωμα σταφύλια. Με το ένα χέρι κρατούσαμε το κροδιασμένο από την πολυκαιρία ψωμί, μαζί με ένα κομμάτι τυρί που το βγάζαμε από το κλειδοπίνακο, ενώ με το άλλο ξετσιμπουρίζαμε τα κρεμασμένα σταφύλια, που και τα τρία μαζί βάζοντάς τα στο στόμα γίνονταν το τρίπτυχο (ψωμί τυρί και σταφύλι) που ήταν μια πρωϊνή γευστική απόλαυση.

Μετά το πρωϊνό κι εγώ με την σειρά μου, άφηνα μόνη την Ντίνα στο αμπέλι και σαν Ρομπέν των δασών με το λάστιχο στο χέρι, πότε καθήμενος κάτω από τα δένδρα και πότε περπατώντας, προσπαθούσα με κάθε τρόπο να σκοτώσω πετούμενα θηράματα, διότι λόγω του πλήθους των πουλιών είχα πάντα μεγάλη επιτυχία. Έτσι με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζα το καθημερινό μεσημβρινό φαγητό αφού τηγάνιζα τα σε μεγάλη ποικιλία εύγεστα πουλιά.

Το βράδυ που έρχονταν οι μανάδες μας, τρώγαμε φαγητά με το κουτάλι που ήταν, φακές, ρεβύθια, φασόλια ή των πέντε δακτύλων που ήταν μπατσαριά με ξυνόγαλο, μπουρέκια πότε με τυρί ή κολοκύθι και για φρούτο εκτός από σταφύλια, ξυνόμηλα, σουρβά, κράνια Γκορτσάπιδα, Μπούμπουνα κ.ά.

Αισθανόμουν τόσο όμορφα στο πέτρινο κάθισμά μου, που δυσκολευόμουν να διακόψω τον ειρμό των αναμνήσεών μου, αν κι απέναντι μου απλωνόταν η θέα του απέραντου καταπράσινου δάσους των Αϊγιάννηδων και η μορφή της αιώνια ξαπλωμένης γυναίκας στην κορυφή της Νεμέρτσικας. Δεν τα κατάφερα όμως να μείνω περισσότερο στη θέση αυτή γιατί ακούστηκε μια φωνή που με καλούσε να μεταφέρω στο χωριό με το αυτοκίνητό μου κάποιους που τα πόδια τους λόγω ηλικίας και ζέστης είχαν βαρύνει.

Δεν ξέρω αν τα 15 χρόνια που έζησα στο χωριό σαν παιδί ήταν τόσα πολλά, για τις πολλές αναμνήσεις που κουβαλάω μέσα μου. Ορμώμενοι όμως από αυτές μπορούμε να συγκρίνουμε τις τότε παιδικές απαιτήσεις με τις απαιτήσεις των σημερινών παιδιών. Οι απαιτήσεις αυτές είναι ο λόγος που κάνουν τους σημερινούς νέους να μη μπορούν να καθήσουν περισσότερο από τις ημέρες του πανηγυριού στο χωριό, δίνοντας μας την εντύπωση πως μελλοντικά η Βήσσανη θα γίνει ένα ΚΑΠΗ Πολυτελείας, γιατί πραγματικά το χωριό μας είναι πολυτελείας.

Οσο για τους Βησσανιώτες που τους αρέσουν οι αναμνήσεις, μπορούν ξανά να τις ζωντανέψουν, όχι απαραιτήτως τις ημέρες του Πανηγυριού που είναι το αδιαχώρητο, αλλά σε άλλες ημέρες του χρόνου που το χωριό μας ήταν και θα είναι πάντα ένας παράδεισος.

Υ.Γ. Για πολλούς Βησσανιώτες πολλές λέξεις θα είναι δυσνόητες και γι αυτό ζητώ συγνώμη. Τις γράφω όμως για να τις ακούνε και να ευφραίνονται οι παλιοί και να τις μαθαίνουν οι νέοι.

ΑΘΗΝΑ 8.9.94

Γιάννης Τηλ. ΣΤΟΥΠΗΣ










ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ