Σελίδες

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

Το Πωγώνι


Του Χριστόφορου Μηλιώνη

Λένε πώς όλα τα χέλια του κόσμου ξεκινούν από λίμνες και ποταμούς, διασχίζουν ωκεανούς διαβαίνουν στεριές και επιστρέφουν στη θάλασσα των Σαργασσών για να γεννήσουν και να πεθάνουν. Ή καινούρια γεννά θα κάνει αντίστροφα το δρόμο τής προηγούμενης υπακούοντας σ’ ένα ανεξήγητο αταβιστικό νόμο...

Έναν τέτοιο νόμο ακολουθούν κι’ οι Πωγωνήσιοι (κοινόν άλλωστε στους πιο πολλούς Ηπειρώτες) χρόνια και χρόνια τώρα πού άλλοτε έσερνε το ρεύμα για την Πόλη και τη Βλαχιά. και τώρα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα τής Ελλάδος κι έξω απ’ αυτήν Αυστραλία Αμερική...

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο να μιλώ για το Πωγώνι μακρυά απ’ αυτό...

Το Πωγώνι είναι πάντα και μονάχα ανάμνηση και νοσταλγία. Τα παιδικά μας χρόνια χαμένα μέσ’ τούς μεγάλους ίσκιους των βουνών με τα σκληρά ονόματα, ανάμεσα Μουργκάνα, Νεμέρτσικα, Κασιδιάρη κι Άκροκεραύνεια. Βουνά, πού οι άνθρωποι μια και δεν είναι αναγκασμένοι να φιλιωθούν μαζί τους, τα παρακάμπτουν και προτιμούν τις μικρές κοιλάδες καί τις υπώρειες. "Όταν ιδίως γέρνει να βασιλέψει ο ήλιος μακρυά προς το Αργυρόκαστρο, πίσω από τ’ Ακροκεραύνεια, απλώνουν οι ίσκιοι των βουνών και κάθονται πλάκωμα πάνω στο στήθος. Κι αντίκρυ, στον κάμπο τής Δερόπολης τά νερά του Δρίνου στέλνουν ανταύγειες από τό ηλιοβασίλεμα -πρώτο ερέθισμα στην παιδική φαντασία πού τ’ απλώνει τα κάνει θάλασσα κι απάνω ρίχνει τα καράβια τής φυγής...

Όχι για την περιπέτεια. Πριν ωριμάσουν τα παιδιά έχουν κιόλας αποχτήσει την σκυθρωπή σοφία του γέρου χωρίς νάχουν περάσει από το στάδιο τής έξαλλης ορμής. Και θα την κρατήσουν σ’ όλη τους τη ζωή τη  βαρύτητα στο ύφος. Ίσως νάναι αυτός ο ίσκιος των βουνών, ίσως τα σκαμμένα πρόσωπα της καθημερινής συναναστροφής, ίσως ακόμη τούτος πού σέρνεται σε κάποιο φαράγγι - όλος νοσταλγία, συγκρατημένο παράπονο και στέρηση. 

«Γιώργο με πήρε ή άνοιξη, 

πήρε τό καλοκαίρι 

τώρα φουντώνουν τα κλαριά 

και κλειούν τά μονοπάτια 

Γιώργο και συ δε φαίνεσαι 

δεν κούγεσαι για νάρθης...»

Τα παιδικά μας χρόνια νανουρίστηκαν μ’ αυτό το παράπονο της μάνας πού ζεί δίχως τον άντρα, με ιστορίες για ληστές, Αρβανίτες και Καστρινούς μπέηδες. Ακόμα τις θυμούμαστε:  Οπως έκείνη για το Βασίλη Δούκα, πού τη δεύτερη μέρα του γάμου του, τού ζήτησε ο μπέης τη νύφη, τάχα για να ζυμώσει το ψωμί του...

-Μπέη μου του απάντησε, ακόμα δεν την είδα εγώ και θα τη στείλω στο σπίτι σου;

Και την άλλη μέρα βρήκαν το Βασίλη Δούκα στη μέση του δρόμου μ’ ένα μεγάλο κόκκινο τριαντάφυλλο στο στήθος - τριαμερίτικος γαμπρός...

Η την άλλη για το άλογο του γέρου Χρήστου, πού ήταν ρούσο κι όμορφο κι ο μπέης τόχε βάλει στο μάτι κι όλο το αγγάρευε για να πηγαινοέρχεται στο γονικό του κάστρο ώσπου ο γέρος δεν άντεξε πια κι ένα πρωί αντί να το στολίσει με χάμουρα και τραχηλιές, του φερε μια στο κούτελο με το τσεκούρι, τάνοιξε στα δύό το κεφάλι και το ξάπλωσε εκεί στη μέση τής αυλής του, να μη μπορεί πιά κανείς νά του το πάρει!!. Κι όταν τον ρώτησε ο μπέης γιατί τόκανε, του απάντησε πώς ήταν καιρός να το χαρεί κι αυτός λίγο...

Θυμούμαστε βέβαια και τούς παστρικούς οντάδες, κάποιον αγέρα αρχοντιάς στην ψυχή πιό πολύ και στα φερσίματα, θυμούμαστε πιό πολύ ακόμα τούς Πωγωνήσιους χορούς με αργό βάδισμα, τάσπρα σεγκούνια με τα χρυσά κουμπιά και εκείνες τις ομπόλιες από ζοφρανισμένο μετάξι... Και γύρω στο χορτάρι τούς γερόντους καί τούς ξενιτεμένους πού είχαν γυρίσει με μύά χρυσή καδένα στο γιλέκο και το (τζάνουμ) πρόθυμα πάντα, πού δήλωνε πλούσια καρδιά πιό πολύ, παρά πουγκί...

Κι υστέρα ήρθε ο πόλεμος κι ή κατοχή με το αντάρτικο πού μας εξοικείωσε με άλλα πράματα πού ως τότε δεν τα ξέραμε: τις καθημερινές μάχες (αυτές οι σφαίρες είναι τροχιοδεικτικές, αυτός ό κρότος ντουφεκιού είναι άπό μάουζερ, τό πολυβόλο πού κροταλίζει είναι Μπρέν), το θάνατο, τη φωτιά, τούς καπνισμένους τοίχους, και την ελονοσία πού στεφάνωνε τα μάτια με μαύρους κύκλους και έκανε τα κορμιά να ριγούν στον Αυγουστιάτικο ήλιο, ξαπλωμένα στη μέση του δρόμου... Μή μου ζητάτε να μιλήσω για τις καμένες σάρκες...

Λέγαμε πώς πιά δεν θα ξανάρθει Ειρήνη. Κάποτε ήρθε, μα δεν μας βρήκε... Είχαμε φύγει εμείς. Λίγοι τώρα μένουν εκεί. Κυρίως αυτοί πού περιμένουν σειρά να κοιμηθούν... Ωστόσο ώσπου να τούς έρθει ή ώρα κρατούν ανοιχτό το σπίτι φτιάχνουν τούς δρόμους και καθαρίζουν τις αυλές για να μην κλείσουν απ' τούς αρκουδόβατους... Γιατί το καλοκαίρι θα ρθούν τα παιδιά για δέκα μέρες να χορέψουν και να τραγουδήσουν Πωγωνήσια τραγούδια στον τόπο τους...

Α, τα Πωγωνήσια τραγούδια! Ποιος ξένος μπόρεσε να τα νοιώσει; Κανείς πού δεν είδε ν’ αρχίζει με μοιρολόγι γεμάτο πάθος (αλήθεια τι αντινομία!) και να τελειώνει με μοιρολόγι, πού δεν άκουσε τούς μακρόσυρτους συρτούς ν’άνταλλάσωνται ανάμεσα στο χορό των αντρών και το χορό των γυναικών, όταν γυρνούν από τα μακρινά ξωκκλήσια:

"Τόν άμμον ά— ή μαύρη εγώ 

τόν άμμον άμμο πήγαινα

 κι άγνάντευα τή θάλασσα.."

Το άκουσα τούτο το τραγούδι, χαμηλόφωνα, ένα βράδυ κάτω από τα φοινικόδεντρα, στην παραλία τής Βηρυτού.’Ήταν ένας γέρος με στεγνό πρόσωπο ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο τού λιμανιού. Πήγα και στάθηκα δίπλα του, άρπαξα τον γνώριμο σκοπό και συνέχισα με βαθύτερη φωνή:

«θάλασσα πι ή μαύρη έγώ

 θάλασσα πικροθάλασσα 

τί μούκανες τόν άντρα μου».

Υστερα από λίγη ώρα ο γέρος από τα ριζά της Νεμέρτσικας είχε ακουμπήσει στον ώμο μου πάνω απ’ το τραπέζι με τα δύό ποτήρια, μιλούσε με φωνή πού έτρεμε και μου ζητούσε να τού πω μοιρολόγια... Χάΐ—χάϊ είπε ύστερα, δε βαστώ άλλο, θά γυρίσω...

—Καιρός είναι τού είπα.

Ο νόμος πού σάς έλεγα είχε αρχίσει να γίνεται επιτακτικός μέσα του.

Πήγαινε ν’ άναπαυθεί...

[Η φωτογραφία είναι στο διαδίκτυο εδω:https://c2.staticflickr.com/8/7883/31921126057_e5440ddac9_o.jpg

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : Χ.Κ.


Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

Αρχαιολογική επιοκόπησις της περιοχής Πωγωνίου

 

Άποψη του ερευνημένου τμήματος οικισμού στην Αμπελιά Μερόπης.

Ώς πρός το αρχαίο όνομα της περιοχής Πωγωνίου επικρατούν διάφορες γνώμες. Κατά τον Ζ. Μολοσσό εκαλείτο Τριφυλλία όπου κατοικούσαν οι Τριφύλλιοι ή Τριποφυλίσιοι. Κατά τον Κορυτσας Εύλόγιον έλέγετο Τριφύλλια γιατί κατοικούσαν τρεις φυλές : οι Έπειρώται Μολοσσοί, οι Μακεδόνες Όρέσται, και οι Ίλλυριοί Άτιντανες, [1] «οι μέν πλησιάζοντες τοίς Μακεδόσι, οι δέ τω Ίονικώ κόλπω» (Στράβων Ζ. 8. 36). 

Καί κατά μιά περίοδο έλέγετο Όρεστιάς άπο τον Όρέστη που καταδιωκόμενος ώς γνωστόν γιά μητροκτονία έγκατεστάθη εδώ. Γι αυτό  έπεκράτησε στό Πωγώνι ο έλληνομακεδονικός πολιτισμός. [2] Κατά τον Λ. Βασιλειάδην εκαλείτο Μηλωτίς, άπο το ένδυμα πού έφερον οι κάτοικοι, ένα είδος μάλλινης κάπας γνωστής μέχρις καί του 18ου αιώνα ώς «μαλλιότας», το γνωστό ταλαγάνι πού σήμερα τείνει νά έκλείψη. Δηλαδή Μηλωτίς=ο τόπος πού φορούν τή μαλλιότα. ΙΙιθανώτερο όμως το Μηλωτίς νά προέρχεται, άπο τά έθνικά μολοσσικά ονόματα Μόλωτις—Μολώτας γιατί δύσκολο είναι νά φαντασθεί κανείς έστω καί γιά τή μακρυνή έκείνη εποχή οτι μόνον οί κάτοικοι τής περιοχής αυτής έφεραν μαλλιότα. Έάν όμως είναι άληθινό οτι έκαλείτο Μηλωτίς, τότε υπάρχουν λόγοι νά ύποθέσωμε οτι ή περιοχή άποτελούσε μέρος τής κυρίως Μολοσσίας ή Μολοττίας.

 Σχετικώς καί ο Α. Ζάχος γράφει, [3] οτι κατά τήν άρχαιότητα, το Δέλβινο, Αργυρόκαστρο καί Πωγώνι ήταν ο πυρήν τής Μολοσσίας. Έξ άλλου, όπως προκύπτει άπο επιτάφια επιγραφή πού εύρέθη στήν Κέρκυρα καί σώζεται, «Μόλωτι χαίρε», οι Κερκυραίοι, κατά τον ιστορικό Άλβάνα (Κερκυραϊκά ’Απομνημονεύματα Τ. Βος σ. 365), είχαν έπιμιξίες μέ τούς Μολοσσούς, άπο τούς οποίους παρέλαβαν καί τά συνηθισμένα σ’ αυτούς ονόματα Μόλωτις—Μολώττας. Ή πολύτιμη για τήν ’Ηπειρωτική ιστορία αυτή διαπίστωσις, ενισχύει τήν άποψι τόσο για το τοπικό όνομα Μηλωτίς=Μολοττίς—Μολοσσίς όσο καί για τήν ελληνικότητα και τον πολιτισμό των Μολοσσών. Γιατί δεν είναι εύκολο να νοηθούν εύρείες επιμιξίες μεταξύ Κερ κυραίων καί Μολοσσών, εάν δεν είχαν κοινή γλώσσα, πολιτισμό κ.λ.π. "Οταν δε έλθει κάποτε επίκουρος καί ή αρχαιολογική σκαπάνη, δεν αποκλείεται να αποδείξει ή να ένισχύσει τήν παράδοσι, [4] ότι το IIωγώνι εχει άποικισθεί από τούς αρχαίους Αθηναίους, μέ τούς οποίους είναι γνωστό ότι οι Μολοσσοί είχαν στενές σχέσεις καί εισήγαγον τον Αθηναϊκό πολιτισμό στο Κράτος τους.

Σε πολλά σημεία του Πωγωνίου υπάρχουν ερείπια πού μαρτυρούν ότι ή περιοχή υπήρξε κάποτε πολυάνθρωπος καί κατωκημένη. Προσδιορίζονται δέ τά όριά της μεταξύ Παραυαίας (παρά τον Αώον), Μολοσσίας, Άτιντανίας, Χαονίας καί Δρυοπίδος.

Ό Λήκ λέγει, ότι κοντά στή Μόσιορη ήταν ή αρχαία Πελασγική πόλις Πασσαρών πού υπήρξε πρωτεύουσα πολιτική όλης τής ’Ηπείρου. Ή Πασσαρών είχε ναό του Άρείου Διός, όπου ώρκίζοντο οι βασιλείς καί οι πληρεξούσιοι τών λαών από όλα τά έθνη τής Ηπείρου καί έθεωρείτο ιερά πόλις όπως ή Δωδώνη. Ό Ζ. Μολοσσός όμως τοποθετεί τήν έν λόγω πόλι στή Μεσσαριά.

Ό Αραβαντινός υποθέτει ότι κοντά στο Λαχανόκαστρο είναι τά έρείπια τής πόλεως Στύμβαρα πού σέ νεώτερα χρόνια ελέγετο Όπά (κάστρο τής Όπάς άλβ.). Αντίθετα ό Ζ. Μολοσσός τήν Όπά τοποθετεί στήν Όστανίτσα καί άλλοι άλλού.

’Από σημείωσι εκκλησιαστικού βιβλίου τής Βησσάνης προκύπτει ότι τά έρείπεια πού ευρίσκονται στό λόφο τής Γκλάβας, άνήκουν στήν πόλι Βύρζα ή Βύρζανα, ή όποια όμως δεν άναφέρεται άπό κανέναν άλλον. [5]

Στό Βομπλό εύρέθησαν ψηφιδωτά με μεγάλους μαρμαρίνους τρίποδες καί τρεις εικόνες μέ ελληνικές επιγραφές έξω τής έκκλησίας. 

Στό Δελβινάκι εύρέθησαν τάφοι, πήλινα άγγεία, τόξα, βελονοθήκες καί λίθοι σχήματος κεφαλής. [6]

Στήν Άρίνιτσα γεωργός άνέσυρε (1875) καλλιεργώντας τον αγρό του ένα αρχαίο υνί πού είχε στήν αιχμή του ξίφος κοφτερό, όμοιο μέ κείνο πού χρησιμοποιούσαν τήν έποχή εκείνη σέ προοδευμένες χώρες τής Ευρώπης. Το ίδιο δέ το χωριό είναι χτισμένο έπάνω σ’ ερείπια βυζαντινού φρουρίου, γύρω άπό τό όποιο υπάρχουν καί άλλα λείψανα καί ίχνη βυζαντινής πόλεως παρακειμένης. Στή θέσι Πλάσι τής Μέβγεσδας, υπάρχουν ερείπια κολοσσιαίων έργων καί στή θέσι Πύργος ερείπια Βυζαντινής εποχής. Στό ίδιο χωριό δέ τοποθετείται ή αρχαία φυλή τών Μυλάκων.

Στα Φραστανά εύρέθησαν διάφορα πήλινα αγγεία κ. ά. χριστιανικής εποχής. Μεταξύ Λαχανοκάστρου δέ [7] καί Μεντζητιέ στή θέσι Παληομονάστηρο, γράφει ό Λαμπρίδης. «ύψούνται δένδρα πανάρχαια καί γεγηρακότα. Τις ελληνική πόλις μεθ’ ελληνικού ναού έκειτο αυτόθι ; Τις είτα βυζαντινή μετά μονής άνεκαινίσθη ;» Στήν ίδια επίσης τοποθεσία ευρέθησαν τοιχογραφίες βυζαντινού ρυθμού τών πρώτων βυζαντινών χρόνων. Μεταξύ Μεντζητιέ καί Τσαραπλανών εύρέθησαν μαρμάρινοι κίονες 1—11)2 μέτρων, κέραμοι νόμισματα βυζαντινά κ. ά.

Έξ άλλου ό καθηγητής τής αρχαίας ελληνικής του πανεπιστημίου του Καίμπριτζ  Ν. HAMMOND στο έργο του «Προϊστορική ’Ήπειρος καί Δωρική εισβολή» πού έξέδωκε λίγα χρόνια προ του τελευταίου πολέμου, άφού ερεύνησε καί έμελέτησε έπί τόπου, άνεύρε, όπως γράφει και στή Βήσσανη διάφορα ευρήματα, πού καίτοι δεν είναι προϊστορικά, άνάγονται όμως σε πολύ παληούς χρόνους. Στο ίδιο δέ αύτο χωρίο ο Ζ. Μολοσσός. τοποθετεί τον άρχαίο δήμο Φωτικής.

Κατά τον ίδιο, οι Δωνεντίνοι κατοικούσαν στήν Πογδόριανη [8] ή Δολιανά (κάμπος Βορτόνης) όπου και πηγή Διώνη και ποταμός Δώδων πού χύνεται στον Καλαμά. Ή δέ περιοχή τής Ί. Μονής Σώζινου ή Σώζωντος όπου υπάρχουν και πελασγικά τείχη, φαίνεται νά ήταν αρχαία πόλις. Επίσης κοντά στή Βοστίνα κατοικούσε ή φυλή των Άερόπων, στή Μόσιορη [9] των Τομούρων, στή Λάκκα Τσαβίδη στή Δημόκορη οί Κουρήτες έξ ου και το Δημο—Κούρη=Δήμος Κουρητών πού παρέπεσε σε Δημόκορη. Οί Πολυάνιοι κατοικούσαν στήν Πολύτσανη, οί Χαύνοι στά Τσαραπλανά κλπ. Ό Άθαν. Πετρίδης μάλλον κοντά στήν ΙΙέππελη τοποθετεί το Μαντείον τής Δωδώνης. Ό δέ Δημ. Σεμιτέλος γύρω στο χωριό. Δολιανά τήν πόλι Δωδώνη και το ομώνυμο μαντείο στήν παρακείμενη μονή Βελλας. [10]

Ό Χαρ. Ρεμπέλης καντά στή Διπαλίτσα τοποθετεί τήν αρχαία πόλι Σεισάριθα κ. ά. ’Αλλά «περί πολλών τοπογραφικών θέσεων καί αρχαίων πόλεων τής Ηπείρου υπάρχει μεγίστη διαφορά γνωμών, αύτη δέ προέρχεται έκ τής έπικρατούσης άσαφείας εις τούς διασωζομένους συγγραφείς οίτινες έγραψαν περί Ηπείρου. Αλλωστε καί πολύ γνωστόν είναι, οτι όλοι σχεδόν οί περί αυτής γράψαντες άπωλέσθησαν άπαντες. Καί διά τούτο έπικρατεί τοιαύτη άσάφεια καί σύγχυσις περί των θέσεων των διαφόρων πόλεων τής Ηπείρου και περί των διαφόρων αυτής χωρών, ώς π. χ. τής Μολοσσίας, τής Χαονίας, Θεσπρωτίας κλπ. τάς όποίας άλλοι μέν έπεκτείνουσι βορειότερον, άλλοι δέ νοτιώτερον καί οί μέν πρός άνατολάς, οί δέ προς δυσμάς». [11]



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Ώς αρχαία Ατιντανία θεωρούν τήν περιοχή ’Αργυροκάστρου όπου καί ή φυλή των Άτιντάνων και άλλοι τήν επαρχίαν Κονίτσης μετά μέρους των επαρχιών Πρεμετής, Πωγωνίου κ. ά.

[2] Ή σημερινή επαρχία Πωγωνίου είναι μιά άπό τις τέσσερις του Νομού Ίωαννίνων καί περιλαμβάνει 32 Κοινότητες μέ σύνολο κατοίκων περί τάς 9 χιλιάδας σύμφωνα μέ τήν άπογραφή του 1961. "Ορη : Νεμέρτσα, Μπόζοβο καί Ρονίτσα. Ποταμοί : Θύαμις ή Καλαμάς καί Γορμός. Λίμναι : 'Ο Νεζερός ή λίμνη τής Ζαραβίνας άλβ. ξοροβίνε=τό άλλαργινό, μακρυνό.

[3] ¨Ν. Κουβαράς" 1961 σελ. 124.—Κατά τον Γεωγράφον Μελέτιον Μολοσσία είναι ή έπαρχία Δρυϊνουπόλεως.

[4] Η Βορ. Ηπειρος: Τρύφωνος Εύαγγελιδου. - Αθήναι 1919

[5] ’Απαντάται χωριό Βύρζα ή Βΰρζανα (ν. Πετροχώρι) Άσπροποτάμου Πίνδου και έτυμολογείται άπό τό λατ. βιντιέτι=χωριό μέ θέα.

[6] Γιά τό όνομα Δελβινάκι  υπάρχουν διάφορες γνώμες : "Ότι προέρχεται από τό άρχαίον Δέλιον κτίσμα του Στράτωνος πού έκτισε και τό Λαχανόκαπτρο. "Οτι πρόκειται περί του αρχαίου ’Ομφαλίου, ότι προέρχεται άπό το λατ. πού σημαίνει Άμπελότοπο κ. &. 0 Ζ. Μολοσσός στό Δελβινάκι τοποθετεί τήν έδρα του δήμου Έλλών, Βελλάς κ. ά.

[7] Τό Λαχανόκαστρο είναι ένα από τά λίγα χωριά του Πωγωνίου πού έχουν κάπως γνωστή ιστορία. Κατά Ζ. Μολοσσόν, Στράτων υιός του Ατλα έχτισε πόλι πού ώνόμασε Χαόνιον (Χαονούπολιν) ή Χαονόκαστρον, πού παράπσε σέ Λαχανόκαστρο. (Σ. Χαονόκαστρον άναφέρεται καί στή Θεσπρωτία). Ύποθέτει δέ οτι ή αυτό ή ή «Βίσιανη» ήταν ή πρωτεύουσα τών Χαόνων Τό Λαχανόκαστρο κατά τις αρχές τού 1700 ήταν κωμόπολις. Κατά τον μεσαίωνα—όπως λέγεται—ήταν χτισμένο στήν άριστερή όχθη του Γορμού σέ ψηλή τοποθεσία, άπέναντι καί βορειοδυτικά άπό τό σημερινό χωριό. ’Ανάμεσα στα ερείπια βυζαντινής εποχής πού βρίσκονται έκεί, διακρίνεται μικρή θύρα πρός τό μέρος του ποταμού, άπ’ οπού ιδρεύοντο οί κάτοικοι, καθώς επίσης παρατηρούνται καί ίχνη εκκλησίας. Τό Λαχανόκαστρο κατεστράφη άπό τούς ’Αλβανούς ίσως προ τής Τουρκικής κατακτήσεως. Μιά συνοικία του δέ κράτησε τό όνομα Λαχανόκαστρο πού ήκμασε επί 300 τουλάχιστον χρόνια, μέ πληθυσμό 3 χιλιάδων κατοίκων περίπου. ’Αλλά μεταξύ 1704—1710 κατεστράφη πάλι οπότε οί έπιζήσαντες μέ μερικούς άπό τούς επιδρομείς άλβανούς έγκατεστάθησαν στήν αντίπερα όχθη. Μέ τήν έπανάστασι τού Σκεντέρμπεη (1404—1466 μ. X.) τό 1458 έπανεστάτησε όπως λέγεται καί τό Λαχανόκαστρο. 
Τόν Σκεντέρμπεη οί Σέρβοι θεωρούν ως ιδικόν τους, Γεωρ. Καστριότιτς, γράφουν, καί πολλά δημοτικά σέρβικά τραγούδια καί παραμύθια μιλούν γι αυτόν, ενώ κανένας σύγχρονός του άλβανός δέν έγραψε καί δέν είπε τίποτε γι’ αύτόν). Τότε οί Τούρκοι έπρότειναν στούς Λαχανοκαστρίτες νά κατεδαφίσουν τό φρούριό τους καί επειδή δέν έδέχθησαν καί άντέστησαν τούς επολιόρκησαν καί τούς ανάγκασαν νά παραδοθούν μέσα σέ 15 μέρες φράζοντάς τους τή θυρίδα άπ’ όπου έβγαιναν καί έπερναν νερό, στό ποτάμι. Αλλοι παράγουν τό όνομα, οτι λόγω τής έρημώσεως τής άλλοτε πόλεως,  έφύοντο λάχανα. Πιθανώτερο όμως τό όνομα νά είναι έπώνυμον Λαχανά φεουδάρχου βυζαντινής εποχής.

[8] Πογδόριανη νυν ΙΙαρακάλαμος πού τό όνομά της μερικοί έτυμολογούν από τό σλαυϊκό πόγ-δορ=δώρο του Θεού, μέχρι του ’Αλή πασά έσχημάτιζε μετ’ άλλων γειτονικών χωριών των Κουρέντων τό λεγόμενον «Χάσι Πογδόριανης» άπό τό οποίο έδίδοντο έτησίως εις τήν κατά καιρούς βασιλομήτορα (Βαλιντέ σουλτάνα) δέκατο κατ’ αποκοπή 18 χιλ. γρόσια. Κατεστράφη τό 1718. Αλλοτε είχε περί τις τρεις χιλιάδες κατοίκους καί συνοικία Εβραϊκή, ήταν δέ εδρα έξαρχίας. Περί τά 1800 όμως «ενεκα τής ιδιοτελείας των άρχοντίσκων καί των έξάρχων της εις τον βόρβορον του σκότους κατακλύζεται» κατά τον Λαμπρίδην.

[9] Νυν Σιταριά

[10] Ως πρός τήν ακριβή τοποθεσία τής Δωδώνης υπήρχαν διαφορετικές γνώμες πού έξηκολούθησαν καί μετά τις άνασκαφές του Καραπάνου, χάρις στις οποίες ένετοπίσθη στούς πρόποδες του όρους Τόμαρος (σημ. Όλύτσικα) 22 χιλιόμ. μακρυά άπό τά Γιάννενα.

ΠΗΓΗ: Τό κείμενο είναι απο το βιβλίο του Σπ. Στούπη:"Πωγωνησιακά κ Βησσανιώτικα"-Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ-2003 -Αρχική εκδοση 1962 [σελ 26-30]

Η φωτογραφία είναι απο τα πρακτικά του  Συνεδρίου με θέμα «το Αρχαιολογικό Έργο στη Βορειοδυτική Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου» και την υποενότητα "1979-2009 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ ΓΟΡΜΟΥ ΠΩΓΩΝΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

ΤΑ (ΕΙ)ΚΟΝΙΣΜΑΤΑ...

 Έξωκκλήσια καί εικονίσματα στις διάφορες ράχες και στά σταυροδρόμια θυμίζουν τή λατρεία τής θεάς τής φύσεως μέ τά ονόματα Κυβέλη, Ρέα, Δήμητρα πού γίνονταν σέ υπαίθρια ιερά, έξω καί κυρίως στις κορυφές τών βουνών καί μέσα σέ σπήλαια.

Τά «κονίσματα» ειδικώτερα, βρίσκωνται συνήθως στις διασταυρώσεις τών όδών καί στις εισόδους καί εξόδους του χωρίου, άποτελούν δέ μέ τή γύρω περιοχή τους τοπωνύμια. Αλλοτε όμως χτίζονταν καί σέ διάφορα επίκεντρα σημεία τής υπαίθρου καί μέσα στά χωριά σέ τόπο εκκλησίας τής, όποίας έστερούν- το. Κι αυτό γιατί, όλιγάριθμοι όπως ήταν οί συνοικισμοί καί μή συγκεκροτημένοι σέ κοινότητα, δέν είχαν τή δυνατότητα ν’ άποκτήσουν κανονική έκκλησία. Έτσι τά χωριά εκείνα πού δέν είχαν παπα, δάσκαλο ή εκκλησία, γιά νά συγκροτηθούν στή χριστιανική τους πίστι, άποκτούσαν μέ τόν άπλό αύτόν τρόπο τών εικονισμάτων ένα θρησκευτικό σύμβολο πού τά συγκρατούσε σ’ αυτή. Τό κόνισμα δηλ. είναι ό πρόγονος τής εκκλησίας. Οί κάτοικοι δέ τών εν λόγω συνοικισμών έκκλησιάζοντο τότε στο πλησιέστερο μοναστήρι καί ώρισμένες μέρες μόνον τό χρόνο.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ ΗΡΩΟΥ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΒΗΣΣΑΝΗ 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1961

15 Αυγουστου 1961.Μετά απο συντονισμένες προσπάθειες της Αδελφότητος Βησσανιωτών γίνονται τα αποκαλυπτήρια του ηρώου των πεσόντων υπερ Πατρίδος, στην κεντρική πλατεία της Βήσσανης. Το βίντεο που ακολουθεί, μοναδικό τεκμήριο της πραγματικά εντυπωσιακής εκδήλωσης της ημέρας εκείνης, προέκυψε απο δύο ολιγόλεπτα κινηματογραφικά αποσπάσματα που περιέχονται στα "ΕΠΙΚΑΙΡΑ" και που τα ανακάλυψα στο ΕΘΝΙΚΟ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ.[Μονταζ και ψηφιακή επεξεργασια Χ.Κ.]