Σελίδες

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

Το Πωγώνι


Του Χριστόφορου Μηλιώνη

Λένε πώς όλα τα χέλια του κόσμου ξεκινούν από λίμνες και ποταμούς, διασχίζουν ωκεανούς διαβαίνουν στεριές και επιστρέφουν στη θάλασσα των Σαργασσών για να γεννήσουν και να πεθάνουν. Ή καινούρια γεννά θα κάνει αντίστροφα το δρόμο τής προηγούμενης υπακούοντας σ’ ένα ανεξήγητο αταβιστικό νόμο...

Έναν τέτοιο νόμο ακολουθούν κι’ οι Πωγωνήσιοι (κοινόν άλλωστε στους πιο πολλούς Ηπειρώτες) χρόνια και χρόνια τώρα πού άλλοτε έσερνε το ρεύμα για την Πόλη και τη Βλαχιά. και τώρα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα τής Ελλάδος κι έξω απ’ αυτήν Αυστραλία Αμερική...

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο να μιλώ για το Πωγώνι μακρυά απ’ αυτό...

Το Πωγώνι είναι πάντα και μονάχα ανάμνηση και νοσταλγία. Τα παιδικά μας χρόνια χαμένα μέσ’ τούς μεγάλους ίσκιους των βουνών με τα σκληρά ονόματα, ανάμεσα Μουργκάνα, Νεμέρτσικα, Κασιδιάρη κι Άκροκεραύνεια. Βουνά, πού οι άνθρωποι μια και δεν είναι αναγκασμένοι να φιλιωθούν μαζί τους, τα παρακάμπτουν και προτιμούν τις μικρές κοιλάδες καί τις υπώρειες. "Όταν ιδίως γέρνει να βασιλέψει ο ήλιος μακρυά προς το Αργυρόκαστρο, πίσω από τ’ Ακροκεραύνεια, απλώνουν οι ίσκιοι των βουνών και κάθονται πλάκωμα πάνω στο στήθος. Κι αντίκρυ, στον κάμπο τής Δερόπολης τά νερά του Δρίνου στέλνουν ανταύγειες από τό ηλιοβασίλεμα -πρώτο ερέθισμα στην παιδική φαντασία πού τ’ απλώνει τα κάνει θάλασσα κι απάνω ρίχνει τα καράβια τής φυγής...

Όχι για την περιπέτεια. Πριν ωριμάσουν τα παιδιά έχουν κιόλας αποχτήσει την σκυθρωπή σοφία του γέρου χωρίς νάχουν περάσει από το στάδιο τής έξαλλης ορμής. Και θα την κρατήσουν σ’ όλη τους τη ζωή τη  βαρύτητα στο ύφος. Ίσως νάναι αυτός ο ίσκιος των βουνών, ίσως τα σκαμμένα πρόσωπα της καθημερινής συναναστροφής, ίσως ακόμη τούτος πού σέρνεται σε κάποιο φαράγγι - όλος νοσταλγία, συγκρατημένο παράπονο και στέρηση. 

«Γιώργο με πήρε ή άνοιξη, 

πήρε τό καλοκαίρι 

τώρα φουντώνουν τα κλαριά 

και κλειούν τά μονοπάτια 

Γιώργο και συ δε φαίνεσαι 

δεν κούγεσαι για νάρθης...»

Τα παιδικά μας χρόνια νανουρίστηκαν μ’ αυτό το παράπονο της μάνας πού ζεί δίχως τον άντρα, με ιστορίες για ληστές, Αρβανίτες και Καστρινούς μπέηδες. Ακόμα τις θυμούμαστε:  Οπως έκείνη για το Βασίλη Δούκα, πού τη δεύτερη μέρα του γάμου του, τού ζήτησε ο μπέης τη νύφη, τάχα για να ζυμώσει το ψωμί του...

-Μπέη μου του απάντησε, ακόμα δεν την είδα εγώ και θα τη στείλω στο σπίτι σου;

Και την άλλη μέρα βρήκαν το Βασίλη Δούκα στη μέση του δρόμου μ’ ένα μεγάλο κόκκινο τριαντάφυλλο στο στήθος - τριαμερίτικος γαμπρός...

Η την άλλη για το άλογο του γέρου Χρήστου, πού ήταν ρούσο κι όμορφο κι ο μπέης τόχε βάλει στο μάτι κι όλο το αγγάρευε για να πηγαινοέρχεται στο γονικό του κάστρο ώσπου ο γέρος δεν άντεξε πια κι ένα πρωί αντί να το στολίσει με χάμουρα και τραχηλιές, του φερε μια στο κούτελο με το τσεκούρι, τάνοιξε στα δύό το κεφάλι και το ξάπλωσε εκεί στη μέση τής αυλής του, να μη μπορεί πιά κανείς νά του το πάρει!!. Κι όταν τον ρώτησε ο μπέης γιατί τόκανε, του απάντησε πώς ήταν καιρός να το χαρεί κι αυτός λίγο...

Θυμούμαστε βέβαια και τούς παστρικούς οντάδες, κάποιον αγέρα αρχοντιάς στην ψυχή πιό πολύ και στα φερσίματα, θυμούμαστε πιό πολύ ακόμα τούς Πωγωνήσιους χορούς με αργό βάδισμα, τάσπρα σεγκούνια με τα χρυσά κουμπιά και εκείνες τις ομπόλιες από ζοφρανισμένο μετάξι... Και γύρω στο χορτάρι τούς γερόντους καί τούς ξενιτεμένους πού είχαν γυρίσει με μύά χρυσή καδένα στο γιλέκο και το (τζάνουμ) πρόθυμα πάντα, πού δήλωνε πλούσια καρδιά πιό πολύ, παρά πουγκί...

Κι υστέρα ήρθε ο πόλεμος κι ή κατοχή με το αντάρτικο πού μας εξοικείωσε με άλλα πράματα πού ως τότε δεν τα ξέραμε: τις καθημερινές μάχες (αυτές οι σφαίρες είναι τροχιοδεικτικές, αυτός ό κρότος ντουφεκιού είναι άπό μάουζερ, τό πολυβόλο πού κροταλίζει είναι Μπρέν), το θάνατο, τη φωτιά, τούς καπνισμένους τοίχους, και την ελονοσία πού στεφάνωνε τα μάτια με μαύρους κύκλους και έκανε τα κορμιά να ριγούν στον Αυγουστιάτικο ήλιο, ξαπλωμένα στη μέση του δρόμου... Μή μου ζητάτε να μιλήσω για τις καμένες σάρκες...

Λέγαμε πώς πιά δεν θα ξανάρθει Ειρήνη. Κάποτε ήρθε, μα δεν μας βρήκε... Είχαμε φύγει εμείς. Λίγοι τώρα μένουν εκεί. Κυρίως αυτοί πού περιμένουν σειρά να κοιμηθούν... Ωστόσο ώσπου να τούς έρθει ή ώρα κρατούν ανοιχτό το σπίτι φτιάχνουν τούς δρόμους και καθαρίζουν τις αυλές για να μην κλείσουν απ' τούς αρκουδόβατους... Γιατί το καλοκαίρι θα ρθούν τα παιδιά για δέκα μέρες να χορέψουν και να τραγουδήσουν Πωγωνήσια τραγούδια στον τόπο τους...

Α, τα Πωγωνήσια τραγούδια! Ποιος ξένος μπόρεσε να τα νοιώσει; Κανείς πού δεν είδε ν’ αρχίζει με μοιρολόγι γεμάτο πάθος (αλήθεια τι αντινομία!) και να τελειώνει με μοιρολόγι, πού δεν άκουσε τούς μακρόσυρτους συρτούς ν’άνταλλάσωνται ανάμεσα στο χορό των αντρών και το χορό των γυναικών, όταν γυρνούν από τα μακρινά ξωκκλήσια:

"Τόν άμμον ά— ή μαύρη εγώ 

τόν άμμον άμμο πήγαινα

 κι άγνάντευα τή θάλασσα.."

Το άκουσα τούτο το τραγούδι, χαμηλόφωνα, ένα βράδυ κάτω από τα φοινικόδεντρα, στην παραλία τής Βηρυτού.’Ήταν ένας γέρος με στεγνό πρόσωπο ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο τού λιμανιού. Πήγα και στάθηκα δίπλα του, άρπαξα τον γνώριμο σκοπό και συνέχισα με βαθύτερη φωνή:

«θάλασσα πι ή μαύρη έγώ

 θάλασσα πικροθάλασσα 

τί μούκανες τόν άντρα μου».

Υστερα από λίγη ώρα ο γέρος από τα ριζά της Νεμέρτσικας είχε ακουμπήσει στον ώμο μου πάνω απ’ το τραπέζι με τα δύό ποτήρια, μιλούσε με φωνή πού έτρεμε και μου ζητούσε να τού πω μοιρολόγια... Χάΐ—χάϊ είπε ύστερα, δε βαστώ άλλο, θά γυρίσω...

—Καιρός είναι τού είπα.

Ο νόμος πού σάς έλεγα είχε αρχίσει να γίνεται επιτακτικός μέσα του.

Πήγαινε ν’ άναπαυθεί...

[Η φωτογραφία είναι στο διαδίκτυο εδω:https://c2.staticflickr.com/8/7883/31921126057_e5440ddac9_o.jpg

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : Χ.Κ.


Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

Αρχαιολογική επιοκόπησις της περιοχής Πωγωνίου

 

Άποψη του ερευνημένου τμήματος οικισμού στην Αμπελιά Μερόπης.

Ώς πρός το αρχαίο όνομα της περιοχής Πωγωνίου επικρατούν διάφορες γνώμες. Κατά τον Ζ. Μολοσσό εκαλείτο Τριφυλλία όπου κατοικούσαν οι Τριφύλλιοι ή Τριποφυλίσιοι. Κατά τον Κορυτσας Εύλόγιον έλέγετο Τριφύλλια γιατί κατοικούσαν τρεις φυλές : οι Έπειρώται Μολοσσοί, οι Μακεδόνες Όρέσται, και οι Ίλλυριοί Άτιντανες, [1] «οι μέν πλησιάζοντες τοίς Μακεδόσι, οι δέ τω Ίονικώ κόλπω» (Στράβων Ζ. 8. 36). 

Καί κατά μιά περίοδο έλέγετο Όρεστιάς άπο τον Όρέστη που καταδιωκόμενος ώς γνωστόν γιά μητροκτονία έγκατεστάθη εδώ. Γι αυτό  έπεκράτησε στό Πωγώνι ο έλληνομακεδονικός πολιτισμός. [2] Κατά τον Λ. Βασιλειάδην εκαλείτο Μηλωτίς, άπο το ένδυμα πού έφερον οι κάτοικοι, ένα είδος μάλλινης κάπας γνωστής μέχρις καί του 18ου αιώνα ώς «μαλλιότας», το γνωστό ταλαγάνι πού σήμερα τείνει νά έκλείψη. Δηλαδή Μηλωτίς=ο τόπος πού φορούν τή μαλλιότα. ΙΙιθανώτερο όμως το Μηλωτίς νά προέρχεται, άπο τά έθνικά μολοσσικά ονόματα Μόλωτις—Μολώτας γιατί δύσκολο είναι νά φαντασθεί κανείς έστω καί γιά τή μακρυνή έκείνη εποχή οτι μόνον οί κάτοικοι τής περιοχής αυτής έφεραν μαλλιότα. Έάν όμως είναι άληθινό οτι έκαλείτο Μηλωτίς, τότε υπάρχουν λόγοι νά ύποθέσωμε οτι ή περιοχή άποτελούσε μέρος τής κυρίως Μολοσσίας ή Μολοττίας.

 Σχετικώς καί ο Α. Ζάχος γράφει, [3] οτι κατά τήν άρχαιότητα, το Δέλβινο, Αργυρόκαστρο καί Πωγώνι ήταν ο πυρήν τής Μολοσσίας. Έξ άλλου, όπως προκύπτει άπο επιτάφια επιγραφή πού εύρέθη στήν Κέρκυρα καί σώζεται, «Μόλωτι χαίρε», οι Κερκυραίοι, κατά τον ιστορικό Άλβάνα (Κερκυραϊκά ’Απομνημονεύματα Τ. Βος σ. 365), είχαν έπιμιξίες μέ τούς Μολοσσούς, άπο τούς οποίους παρέλαβαν καί τά συνηθισμένα σ’ αυτούς ονόματα Μόλωτις—Μολώττας. Ή πολύτιμη για τήν ’Ηπειρωτική ιστορία αυτή διαπίστωσις, ενισχύει τήν άποψι τόσο για το τοπικό όνομα Μηλωτίς=Μολοττίς—Μολοσσίς όσο καί για τήν ελληνικότητα και τον πολιτισμό των Μολοσσών. Γιατί δεν είναι εύκολο να νοηθούν εύρείες επιμιξίες μεταξύ Κερ κυραίων καί Μολοσσών, εάν δεν είχαν κοινή γλώσσα, πολιτισμό κ.λ.π. "Οταν δε έλθει κάποτε επίκουρος καί ή αρχαιολογική σκαπάνη, δεν αποκλείεται να αποδείξει ή να ένισχύσει τήν παράδοσι, [4] ότι το IIωγώνι εχει άποικισθεί από τούς αρχαίους Αθηναίους, μέ τούς οποίους είναι γνωστό ότι οι Μολοσσοί είχαν στενές σχέσεις καί εισήγαγον τον Αθηναϊκό πολιτισμό στο Κράτος τους.

Σε πολλά σημεία του Πωγωνίου υπάρχουν ερείπια πού μαρτυρούν ότι ή περιοχή υπήρξε κάποτε πολυάνθρωπος καί κατωκημένη. Προσδιορίζονται δέ τά όριά της μεταξύ Παραυαίας (παρά τον Αώον), Μολοσσίας, Άτιντανίας, Χαονίας καί Δρυοπίδος.

Ό Λήκ λέγει, ότι κοντά στή Μόσιορη ήταν ή αρχαία Πελασγική πόλις Πασσαρών πού υπήρξε πρωτεύουσα πολιτική όλης τής ’Ηπείρου. Ή Πασσαρών είχε ναό του Άρείου Διός, όπου ώρκίζοντο οι βασιλείς καί οι πληρεξούσιοι τών λαών από όλα τά έθνη τής Ηπείρου καί έθεωρείτο ιερά πόλις όπως ή Δωδώνη. Ό Ζ. Μολοσσός όμως τοποθετεί τήν έν λόγω πόλι στή Μεσσαριά.

Ό Αραβαντινός υποθέτει ότι κοντά στο Λαχανόκαστρο είναι τά έρείπια τής πόλεως Στύμβαρα πού σέ νεώτερα χρόνια ελέγετο Όπά (κάστρο τής Όπάς άλβ.). Αντίθετα ό Ζ. Μολοσσός τήν Όπά τοποθετεί στήν Όστανίτσα καί άλλοι άλλού.

’Από σημείωσι εκκλησιαστικού βιβλίου τής Βησσάνης προκύπτει ότι τά έρείπεια πού ευρίσκονται στό λόφο τής Γκλάβας, άνήκουν στήν πόλι Βύρζα ή Βύρζανα, ή όποια όμως δεν άναφέρεται άπό κανέναν άλλον. [5]

Στό Βομπλό εύρέθησαν ψηφιδωτά με μεγάλους μαρμαρίνους τρίποδες καί τρεις εικόνες μέ ελληνικές επιγραφές έξω τής έκκλησίας. 

Στό Δελβινάκι εύρέθησαν τάφοι, πήλινα άγγεία, τόξα, βελονοθήκες καί λίθοι σχήματος κεφαλής. [6]

Στήν Άρίνιτσα γεωργός άνέσυρε (1875) καλλιεργώντας τον αγρό του ένα αρχαίο υνί πού είχε στήν αιχμή του ξίφος κοφτερό, όμοιο μέ κείνο πού χρησιμοποιούσαν τήν έποχή εκείνη σέ προοδευμένες χώρες τής Ευρώπης. Το ίδιο δέ το χωριό είναι χτισμένο έπάνω σ’ ερείπια βυζαντινού φρουρίου, γύρω άπό τό όποιο υπάρχουν καί άλλα λείψανα καί ίχνη βυζαντινής πόλεως παρακειμένης. Στή θέσι Πλάσι τής Μέβγεσδας, υπάρχουν ερείπια κολοσσιαίων έργων καί στή θέσι Πύργος ερείπια Βυζαντινής εποχής. Στό ίδιο χωριό δέ τοποθετείται ή αρχαία φυλή τών Μυλάκων.

Στα Φραστανά εύρέθησαν διάφορα πήλινα αγγεία κ. ά. χριστιανικής εποχής. Μεταξύ Λαχανοκάστρου δέ [7] καί Μεντζητιέ στή θέσι Παληομονάστηρο, γράφει ό Λαμπρίδης. «ύψούνται δένδρα πανάρχαια καί γεγηρακότα. Τις ελληνική πόλις μεθ’ ελληνικού ναού έκειτο αυτόθι ; Τις είτα βυζαντινή μετά μονής άνεκαινίσθη ;» Στήν ίδια επίσης τοποθεσία ευρέθησαν τοιχογραφίες βυζαντινού ρυθμού τών πρώτων βυζαντινών χρόνων. Μεταξύ Μεντζητιέ καί Τσαραπλανών εύρέθησαν μαρμάρινοι κίονες 1—11)2 μέτρων, κέραμοι νόμισματα βυζαντινά κ. ά.

Έξ άλλου ό καθηγητής τής αρχαίας ελληνικής του πανεπιστημίου του Καίμπριτζ  Ν. HAMMOND στο έργο του «Προϊστορική ’Ήπειρος καί Δωρική εισβολή» πού έξέδωκε λίγα χρόνια προ του τελευταίου πολέμου, άφού ερεύνησε καί έμελέτησε έπί τόπου, άνεύρε, όπως γράφει και στή Βήσσανη διάφορα ευρήματα, πού καίτοι δεν είναι προϊστορικά, άνάγονται όμως σε πολύ παληούς χρόνους. Στο ίδιο δέ αύτο χωρίο ο Ζ. Μολοσσός. τοποθετεί τον άρχαίο δήμο Φωτικής.

Κατά τον ίδιο, οι Δωνεντίνοι κατοικούσαν στήν Πογδόριανη [8] ή Δολιανά (κάμπος Βορτόνης) όπου και πηγή Διώνη και ποταμός Δώδων πού χύνεται στον Καλαμά. Ή δέ περιοχή τής Ί. Μονής Σώζινου ή Σώζωντος όπου υπάρχουν και πελασγικά τείχη, φαίνεται νά ήταν αρχαία πόλις. Επίσης κοντά στή Βοστίνα κατοικούσε ή φυλή των Άερόπων, στή Μόσιορη [9] των Τομούρων, στή Λάκκα Τσαβίδη στή Δημόκορη οί Κουρήτες έξ ου και το Δημο—Κούρη=Δήμος Κουρητών πού παρέπεσε σε Δημόκορη. Οί Πολυάνιοι κατοικούσαν στήν Πολύτσανη, οί Χαύνοι στά Τσαραπλανά κλπ. Ό Άθαν. Πετρίδης μάλλον κοντά στήν ΙΙέππελη τοποθετεί το Μαντείον τής Δωδώνης. Ό δέ Δημ. Σεμιτέλος γύρω στο χωριό. Δολιανά τήν πόλι Δωδώνη και το ομώνυμο μαντείο στήν παρακείμενη μονή Βελλας. [10]

Ό Χαρ. Ρεμπέλης καντά στή Διπαλίτσα τοποθετεί τήν αρχαία πόλι Σεισάριθα κ. ά. ’Αλλά «περί πολλών τοπογραφικών θέσεων καί αρχαίων πόλεων τής Ηπείρου υπάρχει μεγίστη διαφορά γνωμών, αύτη δέ προέρχεται έκ τής έπικρατούσης άσαφείας εις τούς διασωζομένους συγγραφείς οίτινες έγραψαν περί Ηπείρου. Αλλωστε καί πολύ γνωστόν είναι, οτι όλοι σχεδόν οί περί αυτής γράψαντες άπωλέσθησαν άπαντες. Καί διά τούτο έπικρατεί τοιαύτη άσάφεια καί σύγχυσις περί των θέσεων των διαφόρων πόλεων τής Ηπείρου και περί των διαφόρων αυτής χωρών, ώς π. χ. τής Μολοσσίας, τής Χαονίας, Θεσπρωτίας κλπ. τάς όποίας άλλοι μέν έπεκτείνουσι βορειότερον, άλλοι δέ νοτιώτερον καί οί μέν πρός άνατολάς, οί δέ προς δυσμάς». [11]



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Ώς αρχαία Ατιντανία θεωρούν τήν περιοχή ’Αργυροκάστρου όπου καί ή φυλή των Άτιντάνων και άλλοι τήν επαρχίαν Κονίτσης μετά μέρους των επαρχιών Πρεμετής, Πωγωνίου κ. ά.

[2] Ή σημερινή επαρχία Πωγωνίου είναι μιά άπό τις τέσσερις του Νομού Ίωαννίνων καί περιλαμβάνει 32 Κοινότητες μέ σύνολο κατοίκων περί τάς 9 χιλιάδας σύμφωνα μέ τήν άπογραφή του 1961. "Ορη : Νεμέρτσα, Μπόζοβο καί Ρονίτσα. Ποταμοί : Θύαμις ή Καλαμάς καί Γορμός. Λίμναι : 'Ο Νεζερός ή λίμνη τής Ζαραβίνας άλβ. ξοροβίνε=τό άλλαργινό, μακρυνό.

[3] ¨Ν. Κουβαράς" 1961 σελ. 124.—Κατά τον Γεωγράφον Μελέτιον Μολοσσία είναι ή έπαρχία Δρυϊνουπόλεως.

[4] Η Βορ. Ηπειρος: Τρύφωνος Εύαγγελιδου. - Αθήναι 1919

[5] ’Απαντάται χωριό Βύρζα ή Βΰρζανα (ν. Πετροχώρι) Άσπροποτάμου Πίνδου και έτυμολογείται άπό τό λατ. βιντιέτι=χωριό μέ θέα.

[6] Γιά τό όνομα Δελβινάκι  υπάρχουν διάφορες γνώμες : "Ότι προέρχεται από τό άρχαίον Δέλιον κτίσμα του Στράτωνος πού έκτισε και τό Λαχανόκαπτρο. "Οτι πρόκειται περί του αρχαίου ’Ομφαλίου, ότι προέρχεται άπό το λατ. πού σημαίνει Άμπελότοπο κ. &. 0 Ζ. Μολοσσός στό Δελβινάκι τοποθετεί τήν έδρα του δήμου Έλλών, Βελλάς κ. ά.

[7] Τό Λαχανόκαστρο είναι ένα από τά λίγα χωριά του Πωγωνίου πού έχουν κάπως γνωστή ιστορία. Κατά Ζ. Μολοσσόν, Στράτων υιός του Ατλα έχτισε πόλι πού ώνόμασε Χαόνιον (Χαονούπολιν) ή Χαονόκαστρον, πού παράπσε σέ Λαχανόκαστρο. (Σ. Χαονόκαστρον άναφέρεται καί στή Θεσπρωτία). Ύποθέτει δέ οτι ή αυτό ή ή «Βίσιανη» ήταν ή πρωτεύουσα τών Χαόνων Τό Λαχανόκαστρο κατά τις αρχές τού 1700 ήταν κωμόπολις. Κατά τον μεσαίωνα—όπως λέγεται—ήταν χτισμένο στήν άριστερή όχθη του Γορμού σέ ψηλή τοποθεσία, άπέναντι καί βορειοδυτικά άπό τό σημερινό χωριό. ’Ανάμεσα στα ερείπια βυζαντινής εποχής πού βρίσκονται έκεί, διακρίνεται μικρή θύρα πρός τό μέρος του ποταμού, άπ’ οπού ιδρεύοντο οί κάτοικοι, καθώς επίσης παρατηρούνται καί ίχνη εκκλησίας. Τό Λαχανόκαστρο κατεστράφη άπό τούς ’Αλβανούς ίσως προ τής Τουρκικής κατακτήσεως. Μιά συνοικία του δέ κράτησε τό όνομα Λαχανόκαστρο πού ήκμασε επί 300 τουλάχιστον χρόνια, μέ πληθυσμό 3 χιλιάδων κατοίκων περίπου. ’Αλλά μεταξύ 1704—1710 κατεστράφη πάλι οπότε οί έπιζήσαντες μέ μερικούς άπό τούς επιδρομείς άλβανούς έγκατεστάθησαν στήν αντίπερα όχθη. Μέ τήν έπανάστασι τού Σκεντέρμπεη (1404—1466 μ. X.) τό 1458 έπανεστάτησε όπως λέγεται καί τό Λαχανόκαστρο. 
Τόν Σκεντέρμπεη οί Σέρβοι θεωρούν ως ιδικόν τους, Γεωρ. Καστριότιτς, γράφουν, καί πολλά δημοτικά σέρβικά τραγούδια καί παραμύθια μιλούν γι αυτόν, ενώ κανένας σύγχρονός του άλβανός δέν έγραψε καί δέν είπε τίποτε γι’ αύτόν). Τότε οί Τούρκοι έπρότειναν στούς Λαχανοκαστρίτες νά κατεδαφίσουν τό φρούριό τους καί επειδή δέν έδέχθησαν καί άντέστησαν τούς επολιόρκησαν καί τούς ανάγκασαν νά παραδοθούν μέσα σέ 15 μέρες φράζοντάς τους τή θυρίδα άπ’ όπου έβγαιναν καί έπερναν νερό, στό ποτάμι. Αλλοι παράγουν τό όνομα, οτι λόγω τής έρημώσεως τής άλλοτε πόλεως,  έφύοντο λάχανα. Πιθανώτερο όμως τό όνομα νά είναι έπώνυμον Λαχανά φεουδάρχου βυζαντινής εποχής.

[8] Πογδόριανη νυν ΙΙαρακάλαμος πού τό όνομά της μερικοί έτυμολογούν από τό σλαυϊκό πόγ-δορ=δώρο του Θεού, μέχρι του ’Αλή πασά έσχημάτιζε μετ’ άλλων γειτονικών χωριών των Κουρέντων τό λεγόμενον «Χάσι Πογδόριανης» άπό τό οποίο έδίδοντο έτησίως εις τήν κατά καιρούς βασιλομήτορα (Βαλιντέ σουλτάνα) δέκατο κατ’ αποκοπή 18 χιλ. γρόσια. Κατεστράφη τό 1718. Αλλοτε είχε περί τις τρεις χιλιάδες κατοίκους καί συνοικία Εβραϊκή, ήταν δέ εδρα έξαρχίας. Περί τά 1800 όμως «ενεκα τής ιδιοτελείας των άρχοντίσκων καί των έξάρχων της εις τον βόρβορον του σκότους κατακλύζεται» κατά τον Λαμπρίδην.

[9] Νυν Σιταριά

[10] Ως πρός τήν ακριβή τοποθεσία τής Δωδώνης υπήρχαν διαφορετικές γνώμες πού έξηκολούθησαν καί μετά τις άνασκαφές του Καραπάνου, χάρις στις οποίες ένετοπίσθη στούς πρόποδες του όρους Τόμαρος (σημ. Όλύτσικα) 22 χιλιόμ. μακρυά άπό τά Γιάννενα.

ΠΗΓΗ: Τό κείμενο είναι απο το βιβλίο του Σπ. Στούπη:"Πωγωνησιακά κ Βησσανιώτικα"-Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ-2003 -Αρχική εκδοση 1962 [σελ 26-30]

Η φωτογραφία είναι απο τα πρακτικά του  Συνεδρίου με θέμα «το Αρχαιολογικό Έργο στη Βορειοδυτική Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου» και την υποενότητα "1979-2009 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ ΓΟΡΜΟΥ ΠΩΓΩΝΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

ΤΑ (ΕΙ)ΚΟΝΙΣΜΑΤΑ...

 Έξωκκλήσια καί εικονίσματα στις διάφορες ράχες και στά σταυροδρόμια θυμίζουν τή λατρεία τής θεάς τής φύσεως μέ τά ονόματα Κυβέλη, Ρέα, Δήμητρα πού γίνονταν σέ υπαίθρια ιερά, έξω καί κυρίως στις κορυφές τών βουνών καί μέσα σέ σπήλαια.

Τά «κονίσματα» ειδικώτερα, βρίσκωνται συνήθως στις διασταυρώσεις τών όδών καί στις εισόδους καί εξόδους του χωρίου, άποτελούν δέ μέ τή γύρω περιοχή τους τοπωνύμια. Αλλοτε όμως χτίζονταν καί σέ διάφορα επίκεντρα σημεία τής υπαίθρου καί μέσα στά χωριά σέ τόπο εκκλησίας τής, όποίας έστερούν- το. Κι αυτό γιατί, όλιγάριθμοι όπως ήταν οί συνοικισμοί καί μή συγκεκροτημένοι σέ κοινότητα, δέν είχαν τή δυνατότητα ν’ άποκτήσουν κανονική έκκλησία. Έτσι τά χωριά εκείνα πού δέν είχαν παπα, δάσκαλο ή εκκλησία, γιά νά συγκροτηθούν στή χριστιανική τους πίστι, άποκτούσαν μέ τόν άπλό αύτόν τρόπο τών εικονισμάτων ένα θρησκευτικό σύμβολο πού τά συγκρατούσε σ’ αυτή. Τό κόνισμα δηλ. είναι ό πρόγονος τής εκκλησίας. Οί κάτοικοι δέ τών εν λόγω συνοικισμών έκκλησιάζοντο τότε στο πλησιέστερο μοναστήρι καί ώρισμένες μέρες μόνον τό χρόνο.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ ΗΡΩΟΥ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΒΗΣΣΑΝΗ 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1961

15 Αυγουστου 1961.Μετά απο συντονισμένες προσπάθειες της Αδελφότητος Βησσανιωτών γίνονται τα αποκαλυπτήρια του ηρώου των πεσόντων υπερ Πατρίδος, στην κεντρική πλατεία της Βήσσανης. Το βίντεο που ακολουθεί, μοναδικό τεκμήριο της πραγματικά εντυπωσιακής εκδήλωσης της ημέρας εκείνης, προέκυψε απο δύο ολιγόλεπτα κινηματογραφικά αποσπάσματα που περιέχονται στα "ΕΠΙΚΑΙΡΑ" και που τα ανακάλυψα στο ΕΘΝΙΚΟ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ.[Μονταζ και ψηφιακή επεξεργασια Χ.Κ.]

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Ο ΓΙΩΤΗΣ ΝΤΑΛΛΟΣ (Το δράμα ενός καλλιτέχνη)...


Όταν καμιά φορά φέρνω στο νου μου τον παλιό κλαρινίστα Γιώτη Ντάλλο, δεν ξέρω τι’ναι κείνο που μου δίνει δύναμη, να φωτίσω τη ζωή και το δράμα του άτυχου καλλιτέχνη. Στ’ αυτιά μου έρχεται ο απόηχος απ’ τις μουσικές του νότες, αλλά κι απ’ τις λαχτάρες απ’ το πονεμένο χοχλαστήρι της ψυχής του...
Πέρασαν τέσσερες δεκαετίες απ’ τη γνωριμία μας και πολλές φορές λέω πως μου ξεθώριασαν οι μνήμες. Το χωνευτήρι της απώλειας απ’ το καταστροφικό έργο του μεγάλου χρόνου που διάβηκε, μπορεί να μου δυσκολέψει την προσπάθεια. Δυνατά όμως νιώθω πως δεν τα κατάφερε να μου στροβιλίσει τις θύμησες, σαν ο αγέρας τα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου.

Δεν άντεξα. Έβαλα σε τάξη ό,τι άκουσα, ό,τι είδα, ό,τι μολογούσαν και μολογιέται και θιασώτης εγώ του γραφτού λόγου, όταν μάλιστα οι ήρωές του είναι υπαρκατά πρόσωπα, το αποτόλμησα και παρουσιάζω τη ζωή, τη δράση, αλλά και το δράμα του παλιού κλαριτζή.

Στο ημιόμορφο κεφαλοχώρι Τσαραπλανά του Πωγωνιού γεννήθηκε ο Γιώτη Ντάλλος. Οι γονέοι του τον κουνάρησαν μέσα στη στερημένη τους ζωή. Άσημοι άνθρωποι, δεν είχαν ούτε τα πιο απαραίτητα. Σε ξεθωριασμένα κουρέλια, φασκιωμένος σε μια μισοσπασμένη σαρμανίτσα, έκλαιγε με τις ώρες όσο να τελειώσει η μάνα του τα «χουσμέτια» και να τον νταντέψει, να τον μπουκώσει με κουρκούτι μπομποτίσιο. Μεγάλωσε στα λίγα, στα φτωχά, στα μικρά, στα ελάχιστα της φαμίλιας του...

Μικρός, απ’ την απερίγραπτη φτώχεια, το βλέμμα του είχε πάρει μια παράξενη σκοτεινιά, κι απ’ τα μάτια του λές κι έβγαινε η χειμωνιά, η κούραση, η απελπισία.
Ξυπόλητο το μικρό αγόρι, ήρθε η ώρα και γράφτηκε στο Δημοτικό σχολείο. Στα παιγνίδια του με τα σχολιαρούδια στ’ αρχοντοχώρι ήταν πρώτος και πολύ επιδέξιος. Ποτέ όμως δεν έκανε το «σπουδαίο», αλλά πάντοτε συμπεριφερόταν ταπεινά. Το μελαχρινό, συμπαθητικό του πρόσωπο πικρό, μα πάντα άνθιζε το χαμόγελο, ακόμα κι όταν τον φώναζαν τα παιδιά «Γιώτη-γύφτο»...

Τραυματιζόταν βαθιά ο Γιώτης όταν άκουε να τον φωνάζουν «γύφτο», αλλά ποτέ δεν το’δειχνε. Όταν δεν τον έπαιζαν τα παιδιά, ένιωθε οργή απ’ την καταφρόνια τους. Δεν τεμεναδοπροσκυνούσε να τον παίξουν, αλλά ήσυχα με θλίψη, έφευγε και καθότανε μονάχος στα σκαλιά της εκκλησίας. Αγνάντευε τα παιχνίδια τους και ξέσπαε σε βουβό κλάμα και καταριόταν τη μοίρα που τον γέννησε «φουκαρά».

Ήταν ανήσυχο παιδί που δεν θέλησε ν’ ακολουθήσει το «ζανάτι» του «απ’ το κοπάνισμα στ’ αμόνι της βαρείας και του σφυριού. Μισούσε και τ’ αναστενάγματα του φυσερού. Φοβότανε τα ζωντανά του χωριού όταν τα πετάλωναν έξω απ’ το εργαστήρι - καμίνι και ποτέ δεν φύσηξε τα «κατσούπια» - φυσερά όταν σφυρηλατούσαν τα κόκκινα απ’ τη φωτιά σίδερα, για να φκιάξουν γυνιά για ξυλάλετρα, τσεκούρια, βατοκόπια και τσαπιά.

Απ’ το σόι του όμως, τις «μελαψές» φαμίλιες, είχαν βγει οι καλύτεροι λαλητάδες, τα περίφημα Ηπειρώτικα μουσικά τακίμια. Αυτός παιδί θαύμαζε τον Κουλό, τον Κίτσιο της Γιάνναινανς το Μπατζή και κρυφά ορκιζόταν ότι θα τους φτάσει, θα τους περάσει και θα γίνει μαέστρος κλαριτζής.
Στο φτωχικό του, στο παλιό σεντούκι, ύστερα από κρυφή έρευνα, βρήκε ένα παλιό κλαρίνο, και με λαχτάρα το πήρε και το κρύψε στη χορτοθημωνιά στη φράχτη του κήπου. Ήθελε να το’χει καταδικό του για να εκπαιδεύεται όταν ξεστράτιζε κάπου απόμερα στο χωριό.

Άρχισε να βγάζει μ’ αυτό ακαθόριστους μουσικούς ήχους. Πάσχιζε ψάχνοντας να βρει, να πρωτοπαίξει το θλιβερό κιντόι', που του αναστάτωνε τον ψυχικό του κόσμο και γρήγορα τα κατάφερε. Ολη μέρα καρτέραε να βρει την ώρα να φύγει απ’ το σπίτι, να μπει στα βάτα, στους θάμνους, κοντά στις καστανιές του χωριού. Αναπτυγμένο παιδόπουλο τώρα, λεπτό, ευθυτενές κι όχι κακόμουτρο, έβαζε ελαφρά στα χείλη του το παλιό κλαρίνο κι «απογάλια» προσπαθούσε να μιμηθεί τ’ αηδόνια, τα κοτσύφια, που ταίριαζαν τις συναυλίες τους στις φράχτες με τις αγριοτριανταφυλλιές. Εκεί στ’ αμπέλια, με τις κυδωνιές και κορομηλιές, έξω απ’ το χωριό, στο υπέροχο, ρομαντικό, ποιητικό, εξωτικό, λουσμένο από ήλιο περιβάλλον. 

Εκεί απόμερα έπαιζε κρυφά παραδοσιακά μοιρολόγια και Πωγωνήσια τσακίσματα από χορούς, κι ό,τι άλλο γεννούσε η ψυχή του, που την ομόρφαινε κι αυτή με την καλλιέργεια της αυτοδίδαχτης μουσικής του. Ζητούσε με το κλαρίνο του να βρει και να πετύχει απόκρυφες ομορφιές χαράς, λυγμού, παράπονου, ερωτισμού, αγωνίας και λύτρωσης απ’ την πανωτή φτώχια. Ήθελε να γίνει «κάποιος» και το πέτυχε.

Σιγά σιγά το λάλημά του που σιγανά ακουγόταν νο-σταλγικό, όμορφο, βελούδινο κι έβγαινε απ’ τα βάθεια της Ηπειρώτικης ψυχής του, χάϊδευε ανάλαφρα τ’ αυτιά των τυχερών χωριανών του.
Έφηβος ο Γιώτης σοβαρός, αλαφροΐσκιωτος, με κορμί σαν κυπαρίσσι, απ’ την αλματώδες πρόοδό του στο κλαρίνο, άρχισε να περπατάει σαν άτι της χαράς του, λες και δεν πάταγε στη γη.
Ήθελε να φτερουγίσει, να πετάξει, να τρέξει για ν’ απαλλαγεί απ’ την κιτρινισμένη μιζέρια της φαμίλιας του. Έκανε αδυσώπητο, ανελέητο, κουραστικό για το «τακάτι» του πάλεμα, για να φτάσει στο σκοπό του. Κι έφτασε...

Τα χρόνια περνούσαν μέσα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο κι ο «φουκαράς» του χωριού έγινε άριστος κλαρινίστας, με πολλές ανησυχίες για την τέχνη του μουζικάντη. Κρεμάστηκε με την ίδια την ψυχή του στο κλαρίνο και του έγινε χτυποκάρδι, ανάσα, πυρετός, έρωτας. Βράδυ, πρωί, μεσημέρι έξω απ’ το σπίτι του και πίσω απ’ την εκκλησία, αποκάτω απ’ τα δέντρα... με το κλαρίνο του ο Γιώτης.
Είχε ακουστεί τώρα στα χωριά ότι στα Τσαραπλανά «εκκολαπτόταν», «αναδυόταν» μεγάλο ταλέντο και τούτο του’δωκε δικαιώματα στην αγάπη, εκτίμηση και συμ¬πάθεια όλων των κοντοχωριανών του.

Αλλά της νειότης η ζωή είναι μετρημένη, είναι μικρή, όλα γρήγορα περνούν, χάνονται. Ο μελαχρινός κλαριτζής νταβραντισμένος άντρας, παντρεύτηκε στο κοντινό χωριό στο Γεροπλάτανο. Πήγε σώγαμπρος γιατί είχε καϋμό να βρει μια σπιθαμή γης και μια παλάμη ήλιο δικό του. Η κοπέλα που πήρε ήταν χαριτωμένη, γλυκιά, χαδιάρα, αλλά και καπριτσόζα. Η φαμίλια της ήταν αγροτική, είχε χωράφια ποτιστικά στον κάμπο στο Βοϊδομάτη. Οι πειραχτικές χαδιάρες φοβέρες της γυναίκας του που τον απειλούσε με τις δουλειές της γης, δεν τον τρόμαζαν. Μια μέρα, από μόνος του, πήρε χωρίς βαριεστιμάρα το ξυλάλετρο στην πλάτη και το πήγε στο χωράφι στο Βοϊδομάτη.

Μαθημένος ο Γιώτης ν’ ακούει μονάχα τις γλυκές νότες του κλαρίνου, ξαφνιάστηκε απ’ τα «χουγιατά» των ανθρώπων του κάμπου, απ’ τα γαυγίσματα των σκυλιών και τα κουδουνίσματα των κοπαδιών.
Εκεί στο Βοϊδομάτη βρήκε καινούριες ομορφιές η καλλιτεχνική ψυχή του. Το ποτάμι βούιζε, μπερδεμένο, με τις φυλλωσιές απ’ τα πλατάνια. Στο βαθύ αυλάκι ακούει τα κελαρύσματα, καθώς τρέχει το νερό να ποτίσει τα χωράφια με τα καλαμπόκια, τις πεπονιές και τις φασολιές τους. Στα χαμόκλαδα, στους όχτους του Βοϊδομάτη, στα πυκνά καταπράσινα βάτα ακούει συναυλίες από ωδικά πουλιά που του χαϊδεύουν ανάλαφρα τ’ αυτιά του. Προχώρησε, υπνωτισμένος ελαφρά, και δεν έβγαζε άχνα να μη χαλάσει το χουζούρι και το κελάδημα των πουλιών...
Όταν έφτασε στο ποτάμι, σε μια μεγάλη οβίρα, τα μάτια του αντίκρισαν να παιγνιδίζουν στο νερό ψάρια, πολλά ψάρια. Καταγοητεύτηκε κι αστραπιαία σκέφτηκε πως μπορεί να γίνει ερασιτέχνης ψαράς, έτσι για «χόμπυ» για παιγνίδι. Τα βαθιά νερά της οβίρας που φαινότανε στεκούμενα, με απαλούς κυματισμούς, είχαν πάρει την απόχρωση γαλάζια θάλασσας. Η ωραία ονειροπόλα αυτή στιγμή της ζωής τού καλλιτέχνη στιγμή που πήρε με γελαστό πρόσωπο την απόφαση ν’ ασχοληθεί με την ψαροσύνη, στάθηκε το τρομερό σκαλοπάτι της ζωής του...

Φκιαγμένος τώρα καλλιτέχνης και ψαράς ο Γιώτης, έγινε πεντέξι χρόνια μπροστά απ’ την κατοχή και λίγο καιρό στις αρχές της κατοχής ο περιζήτητος κλαρινίστας στην περιοχή. Καλός οικογενειάρχης, ευγενικός, με το κουσούρι του καυχησιάρη, αλλά κάπως φοβισμένος για την αξία της τέχνης του. Φανερά εύθυμος, κορδωνόταν για να δώσει θάρρος στον εαυτό του.
Απανωτά του έρχονταν τα καλέσματα απ’ τα χωριά να παίξει σε πανηγύρια, ζιαφέτια, τσιμπούσια σε κέντρα, σ’ αρραβωνιάσματα, χαρές και πιστρόφια. Η κομπανία του ήταν πολύ φτωχή στην τέχνη των λαλητζήδων, αλλά δεν μπορούσε να χαλάσει τη σύνθεσή της, γιατί ήταν οικογενειακή.

Με το μαύρο κουτί παραμάσχαλα και μ’ αστραφτερό τώρα καινούριο κλαρίνο πήγαινε ο Γιώτης στα χωριά να παίξει. Το πρώτο του τραγούδι ήταν το μουρμουριστό, μαλακό, γαριφεδένιο, απαλό μοιρολόι. Ήθελε να τ’ ακούσουν όλοι να μερακλωθούν, να χαρούν. Μετά το κλαψάρικο αυτό κιντόι, για να σηκωθούν να χορέψουν οι λεβέντες κι οι κοπέλες που σεργιανούσαν από μακριά έπαιζε το χορό «Μπιρμπίλη που ν’τα πρόβατα» και κατόπι το βαρύ, στο χοντρό, «κούγω τον άνεμο κι αχάει, μωρέ παπά ντελή παπά» κι έτσι έστρωνε στην εντέλεια το χορό. Τότε ο κλαριτζής δεν έπαιζε, το κελαηδούσε με ντέρτι, έτσι που δύσκολα θα ματακούσει ανθρώπους... Το παίξιμό του ήταν αληθινό θρόισμα από μετάξι και τρυπούσε τις ψυχές, σαν οι αστραπές το σύννεφο, ολονώνε που με απόλυτη σιωπή τον παρακολουθούσαν...

Όταν άρχιζε να παίζει παθιάρικα το «πότε μικρή μεγάλωσες κι απόλυκες κλωνάρια», τσούρμο οι κοπέλες απ’ το λιακωτό τρέχανε σα ζαρκάδια και μπαίνουν στο χορό. Οι αγγελοκάμωτες αυτές λεβεντονιές, όταν στη σειρά τους ήταν κορυφαίες του χορού, λύγιζαν τα κορμιά σαν τόξα με γοητεία, χάρη κι αέρα, και τότε ο καλλιτέχνης σκάρωνε σαν πληγωμένο αηδόνι το «μωρ’Δεροπολίτισσα μωρ’ καϋμένη»...

Οι πατεράδες των κοριτσιών με καμάρι για την ομορφιά τους -έσταζαν αίμα τα τριανταφυλλί μάγουλά τους - κολλούσαν στο κούτελο του Γιώτη πανωτά τα κατοστάρικα. Κάπου κάπου και κανένας νιός περνούσε στο κλαρίνο κολαριστό πεντακοσάρικο γιατί χόρευε το «αμόρε» του...
Ο Γιώτης φλογερά ερωτευμένος με την τέχνη, αλλά και με τον τόπο του, παίζει και δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Όταν λαλούσε άλλαζαν τα χαρακτηριστικά που προσώπου του και φαινότανε ρυτίδες στο μέτωπό του απ’ τ’ ανασήκωμα του φρυδιού. Όλα έσμιγαν με το τραγούδι του. Οι φλέβες φούσκωναν και τα μελαχρινά του χέρια με τα μακριά δάχτυλα χαϊδεύουν τα πλήκτρα του κλαρίνου, για να βγει φωνή γεμάτη γλύκα και καϋμό, που θρόνιαζε στα στήθια του. Η τόση λατρεία στο παίξιμο ήταν απ’ τη ζεστή αγάπη για την τέχνη ή από παλιές απωθημένες αγάπες;
Ο Γιώτη Ντάλλος παίζει για φιλία, μ’ ένα μεζέ κι ένα κρασί, παίζει σπίτι του να σταματήσει το κλάμα των παιδιών του, παίζει για τον εαυτό του, αλλά παίζει και πολύ φιλότιμα για να ζήσει την οικογένειά του...

Στο μεταξύ τον βασάνιζε αφάνταστα το καινούργιο του χόμπυ-πάθος να ψαρεύει στο ποτάμι. Έφκιαξε μικρή καλύβα στις όχθες του Βοϊδομάτη κάτω απ’ τον ήσκιο μεγάλου πλατάνου, εκεί κοντά που βούιζαν τα νερά του. Κρέμασε εκεί τα σύνεργα της ψαροσύνης, το καμάκι, τ’ αγκίστρι, την απόχη και τα μικρά του δίχτυα. Τη «στόλισε» με πολλές «εικόνες» από εξώφυλλα των περιοδικών και τα καλοκαίρια τη ζωή του τη μοίραζε στο λάλημα και στο ψάρεμα.
0 κλαριτζής τώρα, μόνιμος κάτοικος στο Γεροπλάτανο, έδωσε το δικαίωμα στο χωριό να’χει μερτικό στην περηφάνια ότι έχει τον καλύτερο καλλιτέχνη. Άλλη κομπανία δε είχε θέση στο χωριό αυτό. Σ’ όλα τα γλέντια ο Γιώτης...

Το Πάσχα στο χοροστάσι του χωριού έβγαιναν απ’ το κλαρίνο του λιγοθυμισμένες νότες, γεμάτες τρυφεράδα. Όταν του ζητούσαν ελαφρό χορό δεν φούσκωνε τα μάγουλά του κι έπαιζε με τ’ ακροχείλη, ίσα που τ’ ακουμπούσε στην άκρη του κλαρίνου. Κατόπι σιγανά σιγανά άρχιζε τα πεταχτά γλυκολάλητα τσακίσματα. Όταν οι κοπέλλες φέρναν βόλτα στο χορό με τσαχπνιά, αυτός δεν τράβαε τα μάτια του απ’ αυτές, για να ρυθμίζει το λάλημα με τις κινήσεις των ποδιών τους.
Στο πανηγύρι στο ξωκκλήσι τ’ Αι-Παντελεήμονα στα πηγάδια, κάθε χρόνο γινόταν - και γίνεται- όλη μέρα φανταχτερό όμορφο τρικούβερτο γλέντι. Γρήγορα με τις χτυσοπράσινες ανταύγειες του πρωινού καλοκαιριάτικου ήλιου και μπροστά στην απέραστη πρασινάδα ως τη Ρουψιά, απ’ το ρουμάνι «Μερμιγγιάρης», ένα χιλιόμετρο αμαξιτός δρόμος, ήταν γεμάτος χαρούμενες οικογένειες του χωριού για τα γιορτινά τους. Πήγαιναν να παρακολουθήσουν ολόκληρη τη λειτουργία στο ξωκκλήσι, που πάντοτε χοροστατούσε ο Παπαθανάσης με το λίγο του σα φούντα γένι, με συλλειτουργούς δυο τρεις παπάδες απ’ τα κοντοχώρια.

Σε λίγο έφτανε κι ο Γιώτης με το τακίμι του. Όσο να τελειώσει η λειτουργία, ο κλαριτζής ονειροπόλος στήλωνε τα μισόκλειστα μάτια του στο άπειρο απ’ το χαγιάτι του Άι 'Παντελεήμονα. Ύστερα σαν υπνωτισμένος έφτανε στ’ αυλακωμένα απ’ τα σκοινιά των σιούκλων στόμια των πηγαδιών. Χάιδευε τις αυλακωσιές με την αφή του σα να παίζε το αγαπημένο του κλαρίνο. Η ματιά του ήταν σαν να καρτερούσε τις νεραϊδόμορφες κοπέλες να’ρθουν ζαλικωμένες τη βαρέλα και το χωνί, το σιούκλο και την τριχιά του στα χέρια, να τη γεμίσουν με κρυστάλλινο νερό...

Αλλά αμέσως «προσγεωνόταν» κι άρχιζε τσουχτερά να πειράζει με χοντρά λόγια τους βοηθούς του λαλητάδες, τάχα δε νογάνε πολλά πράγματα απ’ την τέχνη του οργανοπαίχτη, κι όλο το βάρος της δουλειάς έπεφτε πάνω του.
Ύστερα απ’ το γλέντι στον Άι-Παντελεήμονα το βράδυ συνεχιζόταν στο μεγάλο καφενείο του Καραζιώτη. 0 καφετζής -κάπελας με γλυκά λόγια καλωσόριζε τους εορταστές και με τις χούφτες του έσιαχνε τα χοντρά πλούσια γκριζόξανθα μουστάκια του.

Ό,τι κι αν πεις, κείνο το κλαρίνο του Γιώτη ανάσταινε πεθαμένους. Έπαιζε το «Μπεράτι» και τον «Σαμαντάκα», που ήταν κελάδημα και λυγμός μαζί. Οι λεβέντες που ρίχνονταν στο χορό έσπαγαν με τη φτέρνα τους τα σανίδια του καφενείου ανενόχλητα. 0 Χίλιος (Αχιλλέας) ο μικρότερος στο τακίμι, σήκωνε το ντέφι τ’ αψήλου και το χτύπαγε ρυθμικά, αλλά απ’ το κοντό του μπόι δεν μπορούσε να το πάει πάνω απ’ το κεφάλι του καλλιτέχνη κλαριτζή. Όταν απόσταινε όρθιος, καθόταν σ’ ένα χαράμι με σταυρωμένα πόδια και μ’ αναρριχτό το σακάκι στους ώμους και τριγύρω του οι άλλοι οργανοπαίχτες.

Μεσάνυχτα κι ύστερα, όταν έβλεπε την παρέα να μερακλώνει και να τα ... σπάει, έβαζε αμέσως φρένο στο βροντόηχο της μουσικής του και το’ριχνε στο σιγανό μοιρολόι και σταματούσαν τα τραγούδια που.... Τρυπούσαν το ταβάνι. Με μαετρία σταματούσε το «άρτσι βούρτι» του γλεντιού κι έπαιρνε πάλι τον ωραίο πολιτισμένο χαρακτήρα του. 0 Γκίκας όλο τραγουδούσε.
Ένα βράδυ τ’ Άι-Παντελεήμονα ήταν όλο το χωριό στο πόδι μέσα κι έξω στο μαγαζί του Καραζιώτη. Όλοι τριγύρω στα τραπέζια πίναν, τραγουδούσαν, χόρευαν όλη νύχτα.
Ο ευγενικός, πρόσχαρος ντραγάτης του χωριού, ο Κόντης, τρέχει στο κοτέτσι του καφετζή, αρπάζει έναν κόκορα και με τέχνη σε μισή ώρα σερβίρεται ροδοκοκκινισμένος με δυνατά χειροκροτήματα στην παρέα που γλεντούσε. Η παλιά αρχοντονοικοκυρά του Κίκλη έφυγε απ’ το γλέντι και γρήγορα γρήγορα έκανε φύλλα κι έφτιαξε λαχταριστή με μυρωδάτο φρέσκο βούτυρο πίττα στην γάστρα. Έβγαλε μπρούσκο κοκκινέλι απ’ το κατώι και μαζί με την πίτα τα πήγε πεσκέσι στη μεγάλη παρέα, δυό ώρες μετά τα μεσάνυχτα.
Μονάχα με το σκάσιμο του ήλιου διαλύθηκε η συντροφιά και το χωριό βρήκε το παραδοσιακό αγροτοκτηνοτροφικό του χρώμα απ’ τη φωνή του τσοπάνη «βγάλτε τα γίδιαααα», και το σιγανό αποχαιρετιστήριο για τη μέρα κείνη «εμβατήριο» που γλυκολαλούσε ο Γιώτης...

Οι χρονιές διαδέχονταν η μια την άλλη κι ήρθε στον τόπο η μαύρη φασιστική κατοχή, τώρα που ο Γιώτης τα κατάφερε να γίνει ο «κάποιος». Όλη η απαντοχή του ήταν στο κλαρίνο να ζήσει η φαμίλια του, αλλά αυτό αχρηστεύτηκε. Το εναπόθεσε στην κασέλα με τ’ άλλα άχρηστα αντικείμενα.
Άρχισε ο εξαντλητικός αγώνας για την επιβίωση της οικογένειας. 0 πόνος στο πρόσωπό του έδειχνε χινοπωριάτικα αστραποβρόχια, έδειχνε τη θλίψη της ψυχής του, τη βαριεστημάρα και την κούρασή του.
Στην απελπισία του σκέφτηκε το χόμπυ του, το ψάρεμα, κι αποφάσισε να το κάνει «ζανάτι» για να επιζήσει η φαμίλια του. Αλλά με αγκίστρι κι απόχη που έπιανε ψάρια, ποτέ δεν αβγάταιναν στ ντροβά του. Τσαλαβουτούσε άτσαλα με πείσμα στο ποτάμι και τα νερά το σώμα του το σκέπαζαν «ως εκεί που έπρεπε», αλλά η απόχη έβγαινε χωρίς ψάρια. Ζαρωμένος, κρυωμένος τουρτούριζε βλαστημώντας την τύχη του, γιατί η σοδειά του ήταν μονάχα να φάνε στο σπίτι η φαμίλια ψάρια, χωρίς ψωμί. Η μεγάλη του προσπάθεια ήταν να πιάσει ψάρια ν’ τ’ ανταλλάξει με μπομποτάλευρο και με λίγο λάδι...

Λυγμοί τον έπνιγαν και σφούγγιζε τα μάτια του με την παλάμη, όταν σκεφτόταν με φρίκη πως θα το βολέψει το χειμώνα που ερχόταν φορτωμένος χιόνια, κρύα, βροχές, χαλάζι κι αρρώστιες.
Και τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση να γίνει λαθροψαράς να ψαρεύει με δυναμίτη για να σταματήσει το θλιβερό τρόπο ζωής της οικογένειας... Αυτή του η απόφαση όμως ήταν ο Γολγοθάς του κατοπινού πολύχρονου μαρτυρίου του, που κι ακόμα σπαράζει η καρδιά του, όπως σπάραζαν τα ψάρια στο καμάκι του...
Τα νερά του Βοϊδομάτη έγιναν το Βατερλώ του.
Σε μια του προσπάθεια να πυροδοτήσει το φυτίλι της δυναμίτιδας για να ψαρέψει, έγινε αναπάντεχα η ανάφλεξη του καψυλιού κι εξερράγη το φυσίγγι στην παλάμη του δεξιού του χεριού.
Έπεσε πληγωμένος ουρλιάζοντας. Όταν σήκωσε το πληγωμένο του χέρι και είδε ότι είχε κοπεί ως τον καρπό, κόντεψε να τρελαθεί κι έπεσε λιπόθυμος. Μόλις συνήλθε φώναξε και ματαφώναξε βοήθεια, αλλά μάταια. Τριγύρω του βλέπει μονάχα καταχνιά και το σάλιο της γλώσσας του να τελειώνει. Άρχισε να χτυπιέται και να φωνάζει σα λαβωμένο τσακάλι. Σε λίγο τον βρήκαν και τον μετέφεραν στο χωριό...

Αντιστάθηκε πάλεψε με τη ζωή και το θάνατο και μόλις γλίτωσε το ταξίδι για του χάρου τα μαρμαρένια αλώνια.
Καταριέται τη μοίρα του που του πλεξε το υφάδι της φοβερής αυτής κατάστασης της ζωής του. Φαντάσματα πηδούν μπροστά του και του φωνάζουν:Κρίμα Γιώτη...
Τώρα σακάτης. Δεν υπάρχει ούτε για τον εαυτό του. Ποιο το όφελος τόσα χρόνια που γύριζε με το κλαρίνο κι αν έκανε και πάνω από χίλια γλέντια;
Δύσθυμος, λιγομίλητος, δακρύζει με σκυφτό κεφάλι απ’ την αγωνία κι απελπισία. Με πόνο στην καρδιά και στην ψυχή και με αρρωστημένη ματιά στραγγισμένη από κάθε ελπίδα επαναπατρίζεται στα Τσαραπλανά.
Στην καρδιά του αχρηστεμένου καλλιτέχνη θρονιάζει η βαρυχειμωνιά με τις βροχές, μπόρες και το ξεροβόρι της.
Η γλυκιά άνοιξη με τον ήλιο της λιώνει τα χιόνια της Νεμέρτσικας και της Ολύτσικας, αλλά του Γιώτη η καρδιά είναι παγωμένη.
Τώρα με ψαρά μαλλιά, μάγουλα αξύριστα, ασπρόγκριζους κροτάφους, χείλια μαραμένα, κατσουφιασμένα φρύδια, μελαγχολικός και μ’ απροσδιόριστο σα μπακίρι χρώμα το πρόσωπό του, γυρίζει στα δυο τρία καφενεία του χωριού...
Ξεμπογιατισμένος, χωρίς την παλιά του γοητεία, χωρίς τον αέρα του καλλιτέχνη, δείχνει μια εικόνα μαρασμού κι η ζωή του κυλάει στην πλήξη της μονότονης καθημερινότητας.

Ειρωνεία της μοίρας! Οι οργανοπαίχτες φίλοι του του βάλανε στον καρπό του, χωρίς παλάμη, χωριού του, χοντρό δερμάτινο βραχιόλι κι εκεί εφάρμοσαν - έδεσαν ένα δοξάρι για να κρατάει στις κομπανίες «μπάσο» μ’ ένα παλιό βιολί... Τους παρακαλάει κάπου-κάπου να του βάζουν στα μαραγκιασμένα του χείλια ένα κλαρίνο, αλλά απ’ το φύσημα του Γιώτη βγαίνει μονάχα μια νότα σα λόξυγκας και κόμποι δάκρυα πέφτουν απ’ τα μάτια του...

Στο πανηγύρι του Αι Παντελεήμονα δεν αχολόησαν, δεν ματακούστηκαν οι γλυκές νότες απ’ το κλαρίνο του δύστυχου Γιώτη Ντάλλου.
Τι άσχημα, τι σκληρά γυρίσματα που’χει η ζωή....

Σταύρος Π. Καραδήμας***
Ηπειρωτικό Ημερολόγιο Ιωάννινα 1980


*** ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΡΑΔΗΜΑ:

Ο αείμνηστος Σταύρος Καραδήμας, καταγόταν από τη Μέγγουλη (σημερινό Περιστέρι) Πωγωνίου. Ήταν εργολάβος Δημοσίων έργων και ιδιωτικών. Δεν τον γνώριζα, γιατί όταν έκανε διάφορα έργα στο χωριό μας, προπολεμικά ήμουν πολύ μικρός.

Αργότερα τον γνώρισα και συνδέθηκα πολύ μαζί του. Ήταν άνθρωπος εργατικός, πρόθυμος, αγαπητός με όλους τους κατοίκους του χωριού. Γλεντζές και παθιασμένος με το Πωγώνι. Τα έργα του (στέρνες, δρόμοι-πηγάδια κ.ά.) σώζονται μέχρι σήμερα και φέρνουν τη σφραγίδα του. Οι παλιότεροι τα θυμούνται. Πως έγινε η γνωριμία μαζί του; Είναι μια μικρή ιστορία. Είχε ένα γιο, Γενικό Διευθυντή στην Αθήνα, στο Εθνικό Τυπογραφείο που εκδίδονται τα Φ.Ε.Κ. (Φύλλα Ελληνικής Κυβερνήσεως). Εγώ ήθελα ένα φύλλο Φ.Ε.Κ. για προσωπική μου χρήση (Π.Δ. Προαγωγής μου).

Πήγα λοιπόν στο Εθνικό Τυπογραφείο (Σολωμού 12, τον Μάρτιο του 1980) εκεί έγραφε «Ώρα εισόδου για το κοινό από 8. π.μ. μέχρι 1 μ.μ». Με το δικό μου ωρολόγι έφτασα μία παρά 10'. Η πόρτα είχε κλείσει. Διαμαρτυρήθηκα μαζί μ’ άλλους. Μάλιστα εγώ έντονα είπα: «ήρθα 500 χιλιόμετρα μακριά και για δέκα λεπτά δεν μπορώ να μπω μέσα να εξυπηρετηθώ;»

Εκείνη τη στιγμή μ’ άκουσε, ένα γεροντάκι, από μέσα και είπε «Από πού ήρθατε κύριε» απάντησα από τα Γιάννενα. Ταράχτηκε ο γέρος και διέταξε το θυρωρό να μας επιτρέψει την είσοδο. Παράνομα βέβαια αλλά ήταν ο πατέρας του Γενικού Διευθυντή. Ο θυρωρός ανησύχησε. Και τι θα πει ο κ. Γενικός; Ας το αυτό του είπε σε μένα.
Μέσα λοιπόν με ξαναρώτησε «Μέσα από τα Γιάννενα είστε κύριε;» όχι, απαντώ. Από το ΠΩΓΩΝΙ, από το ΓΕΡΟΠΛΑΤΑΝΟ. Και γιατί σε πειράζει να πεις από το Αλη- ζώτ Τσιφλίκι είπε γελώντας...

Κατάλαβα ήξερε τα χωριό μας. Χάρηκε, και μου εξήγησε, πως προπολεμικά, ήταν στο χωριό μας εργολάβος. Αγαπητός απ' όλους και με ρώτησε για τους παλιούς. Τι γλέντια και χορούς κάναμε στα πανηγύρια, μού είπε, με το τακίμι του κλαρινίτσα Γιώτη Ντάλλου. Έδωσε εντολή (παράκληση) στο γιο του να εξυπηρετηθούμε όλοι. Σε μένα μου 'δωσε πολλές δημοσιεύσεις του και βιβλία για το Γεροπλάτανο και για τον Γ. Ντάλλο. Γίναμε φίλοι, από τότε. Είχα αλληλογραφία μαζί του κι όλο ρωτούσε για τους παλιούς και για την κεντρική στέρνα. Είναι ακόμη μου έλεγε. Εγώ την έφκιασα... 

Την μονογραφία του Γ. Ντάλλου, ας την απολαύσουμε τώρα. Πέρασαν χρόνια, ο Σ.Κ. έφυγε από τη ζωή τα γραπτά του όμως μένουν, όπως λένε και οι Λατίνοι «verba volant, scripta manent»...
Αυτή είναι η γνωριμία μου με τον αείμνηστο Σ. Καραδήμα, έναν παθιασμένο εργολάβο για το αγαπημένο του Πωγώνι. Ας είναι αιωνία η μνήμη του.

Σωκράτης Μιχ. οικονόμου


Πηγή: Το κείμενο απο το βιβλίο του Σωκράτη Μιχ. Οικονόμου : ΕΠΙΛΟΓΕΣ -Ιωάννινα 1918

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ. Κ.


 ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η παραπάνω ανάρτηση δημοσιεύτηκε και στη σελιδα φβ του Βασιλικού Πωγωνίου. Πολύ σημαντικά σχόλια γράφτηκαν απο τον κ. Σωτήρη Διαμαντή, που όπως μας είπε γνώρισε απο κοντά το ΓΙΏΤΗ ΝΤΆΛΛΟ . Σας τα μεταφέρω αφού αναφέρουν σημαντικές λεπτομέρειες που αφορούσαν τον άτυχο Γιώτη...

Sotiris Diamantis
...Δεν θα σχολιάσω τόσο το υπέροχο αφιέρωμα στον μακαρίτη Γιώτη Ντάλο, που το αξίζει , γιατί υπήρξε όντως ένας μάγος του κλαρίνου, όσο θα επισημάνω μερικές λεπτομερείς ,όμως πολύ σημαντικές, για την ιστορική αλήθεια...Τον Γιώτη τον είχα φίλο και γείτονα..Σε όλους τους γάμους και τα γλέντια που κάναμε στη γειτονιά μας ,τη " Γκρα'τσιτα" στο Βασιλικό,πάντα κλαρίνο παίρναμε τον Γιώτη και ποτέ άλλον.. 

Δεν θυμάμαι γλέντι που να μη μας συντροφεύουν οι ήχοι του κλαρίνου του. ..Δεν θυμάμαι να έχει φύγει από το σπίτι του στο Βασιλικό και να κατοικήσει μόνιμα αλλού ..Από την εκεί "φωλιά του" όπως ο ίδιος το αποκαλούσε" πήγαινε να λαλήσει στα γύρω χωριά,σε γάμους και πανηγύρια και μόλις τελείωνε ,γύριζε στην φαμίλια του .που έμενε μόνιμα στο Βασιλικό..? .Το ατύχημα, με το χάσιμο του χεριού του από δυναμίτη ,δεν έγινε στην περίοδο της πείνας. αλλά πολύ αργότερα ,το 1967.. .Τότε ο γιατρός του Βασιλικού ,ο Τσούκας Γεώργιος ,του έδεσε το τραύμα για να μη αιμορραγεί και τον έστειλε στο Νοσοκομείο στα Γιάννενα, διότι κινδύνευε η ζωή του. ....Όμως παράλληλα ,με τον τραυματισμό του, κινδύνευε να πάει και φυλακή,γιατί το ψάρεμα με δυναμίτη ήταν κολάσιμο. Τότε σκεφτήκαμε, πώς να τον γλυτώσουμε.. Εγώ αμέσως τον επισκέφτηκα στο Νοσοκομείο, πριν πάει η Αστυνομία και τον συμβούλεψα να πει, ότι βρήκε μια παλιά χειροβομβίδα στο χωράφι του, στο Βοϊδομάτι και εκεί που την περιεργαζοταν έσκασε και του έκοψε το χέρι του ..Έτσι και έγινε?. Όμως και ο Γιατρός ο Τσούκας συνέταξε την έκθεσή του ,κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι έτσι επήλθε ο τραυματισμός του...Επικοινώνησε και με τους γιατρούς του Νοσοκομείου και έτσι ο Γιώτης μας, γλύτωσε τη Φυλακή.....Ποτέ δεν το ξέχασε Αυτό...Μετά, με κομμένο το χέρι του, ήταν πάντα σκεπτικός και με σκυμμένο το κεφάλι....Οι άλλοι οργανοπαίχτες ,δεν τον άφησαν αβοήθητο...Τον έπαιρναν στα Πανηγύρια και του έδιναν ένα βιολί, για να κρατάει ίσο και του έδιναν το μοιράδι του....."Τί θέλεις να σου φέρω Γιώτη μου , όταν έλθω με άδεια στο Χωριό ; " "Τί με ρωτάς αφού ξέρεις ";, Έτσι του έφερνα πάντα μπόλικα πακέτα "Σέρτικα" βαριά τσιγάρα και όταν έφευγα έκανα το ίδιο..." "Ευχαριστώ βρε Σωτήρη ,όμως τώρα δεν μπορώ να σου παίξω τη "Γκάιντα" και να σου βάνω το κλαρίνο στο αυτί, για να ξεχρεώσω αυτά που σου χρωστάω" και έβαζε τα κλάματα..Τον αγκάλιαζα και έκλαιγα και γω μαζί του...Θα τον θυμάμαι όσο ζω και όχι μόνο εγώ, αλλά και όσοι τον γνωρίσαμε και γλεντήσαμε με τους μαγικούς και παραπονια'ρικους ήχους του κλαρίνου του....😣

Μπάμπης Φλού
σε υπέρ ευχαριστώ φιλε μου για ολες τις λεπτομέρειες... Αν υπηρχε κ καμιά φωτογραφια του!!! Να εισαι παντα καλα να τον θυμάσαι.....

Sotiris Diamantis
Να μη με ευχαριστείς εσύ εγώ σε ευχαριστώ γιατί μου θύμισες τα παλιά με το τόσο γλαφυρό αφιέρωμα σου στον Γιώτη... Θα μπορούσα να γράψω περισσότερα γι αυτόν ,τόσο σαν άνθρωπο , όσο και σαν καλλιτέχνη .....Ήταν σωστός, σε όσους του φέρονταν σωστά......Του μερακλή του χορευτή, ήξερε απέξω όχι μόνο τί θα του έπαιζε ,αλλά και πώς θα τον έφερνε στα κέφια και πώςθα τον ευχαριστούσε...Θυμόταν. τους χορούς, τους σκοπούς και τα τραγούδια ,που τον άρεζαν , του διαπερνούσαν το σώμα, από το κεφάλι μέχρι τα νύχια και που έτερπαν και αγάλιαζαν την καρδιά του ...Όρθιος κοντά σου ,δίπλα σου, με όλη την κομπανία, σε μεράκλωνε με το μαγικό παίξιμό του και σε έκανε να κεντάς με τα βήματά σου το έδαφος που πατούσες ..Είχε δικό του τρόπο παιξίματος και σε μερικούς σκοπούς ήταν μοναδικός..Ένας από αυτούς που κανείς δεν το έπαιζε ούτε τον παίζει,όπως αυτός, ήταν το"" Κάτω στην Αγιά Μαρίνα και στην Παναγιά,δώδεκα χρονών κορίτσι πάει Καλογριά...Ούτε το Σταυρό της κάνει ούτε προσκυνά......" Τί να πρωτοθυμηθώ και τί να πρωτογράψω είναι τόσα πολλά.... Δεν έχω εδώ ,στο Χωριό που είμαι τώρα,κάποια φωτογραφία, γιατί τις έχω αφήσει στην Αθήνα.....Ο μακαρίτης ο Γιώργος Τσούκας, ναι ήταν γιατρός και στην Βήσσανη και με έδρα το Βασιλικό, ήταν ως Αγροτικός και στα χωριά Κεφαλόβρυσο-Λαχανοκάστρο - Άγιο Κοσμά και Ρουψιά ...Σε χαιρετώ και αν θέλεις κάτι από μένα είμαι στην διάθεση σου...😊

Μπάμπης Φλού
Γεια σας κ Σωτηρη...
Και μία ερωτηση: στη φωτογραφία που δημοσίευσα, με το κλαρίνο ειναι ο Γιωτης???


Sotiris Diamantis
Στο κλαρίνο είναι ο Γιώτης. Πίσω του λαούτο ο Γιώργο Ρούβας,αριστερά βιολί ο Γιάννη Λήτος, στο βάθος βιολί ο αδελφός της γυναίκας του από τον Γεροπλατανο Χίλιος (Αχιλλέας ) .Το ντέφι δεν τον γνωρίζω. Οι τρεις πρώτοι είναι Βασιλικιώτες....

Και πάλι ευχαριστούμε τον κ. Σωτήρη για τις σημαντικές πληροφορίες που μας έδωσε...






Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Ο Σπυρίδων, ο Παπαχαρίσης και οι Βησσανιώτες...διαπραγματευτές!


8 ΙΟΥΛΙΟΥ 1887-Ενδεικτικον β γυμνασιου του Δημ. Παπαχαρίση απο την Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων

Τό πείσμα του Δεσπότη....***
Είναι γνωστό τό πείσμα του θρυλικού μας Δεσπότη Σπυρ. Βλάχου, γιά τό όποιο κυρίως τόν κατηγορούν οί έχθροί του καί πού σέ πολλές περιπτώσεις γένονταν άφορμή άντιπαθειών άλλά καί μίσους άκόμα έναντίον του. Μερικοί πού τόν γνώρισαν σέ προχωρημένη ήλικία, τό χαρακτηρίζουν ώς γεροντικό πείσμα. "Οπως όμως άποδεικνυεται καί άπό τά κατωτέρω, πρόκειται μάλλον περί παθολογικού πείσματος. Γιατί τά άναφερόμενα έντοπίζονται στά μέσα του έτους 1911, οπότε ό Σπυρίδων ήταν πολύ νέος άκόμα. Τά άφηγείται δέ, ό ήδη θαλερός γέρων βησσανιώτης Κωνσ. Άναστασιάδης, άπόδημος τώρα στή Θεσσαλονίκη καί τότε μέλος τής Εκκλησιαστικής Επιτροπής Βησσάνης μέ τήν ιδιότητα τοϋ γραμματέως της, προύχων βησσανιώτης, πού ύπήρξε καί ή μοναδική άφορμή τής όργής του Δεσπότη πρός τήν έν λόγω έπιτροπή. [1]
.......//......

Κατά τά μέσα Ιουλίου του 1911, πριν τελειώσουν οί έξετάσεις τών σχολείων, ή Εκκλησιαστική Έπιτροπή Βησσάνης πού άτιοτελούσε καί τή Σχολική της Έφορία, ελαβε μιά έπιστολή άπό τόν Σπυρίδωνα διά τής όποίας συνιστούσε νά μή άνανεωθεί τό συμβόλαιο τών δασκάλων πριν συνεννοηθούμε σχετικώς μέ τήν προϊσταμένη μας Μητρόπολη.
Επειδή ξέραμε, ότι ό δεσπότης ήθελε νά μάς πάρει τόν καλλίερό μας δάσκαλο Δημ. Παπαχαρίση**** άπό τό Μεσοβούνι καί νά τόν στείλει στήν Πυρσόγιανη, στήν άκρόπολι του έλληνισμού όπως τή χαρακτήριζε, συγκαλώ άμέσως τήν Έπιτροπή καί προτείνω νά προβούμε άμέσως στήν άνανέωσι τών συμβολαίων τών δασκάλων γιά τό έπόμενο έτος. Κι αυτό, γιατί όπως ήμαστε τόσο άπησχολημένοι μέ τά γεωμοροδέκατα πού είχαμε άγοράσει τή χρονιά έκείνη, δέν μπορούσαμε νά ξετρεχόμαστε γιά νά βρούμε καινούργιους δασκάλους. Νά πούμε δέ στόν δεσπότη, ότι ή δ)γή του ήλθε άργά άφού έμείς είχαμε κάμει τήν άνανέωσι καί οτι δέν μάς ήταν εύκολο νά τήν άκυρώσωμε έκ τών υστέρων. Νά τόν φέρωμε δηλ. πρό τετελεσμένου γεγονότος.


Αφοϋ έμείναμε όλοι σύμφωνοι, έφωνάξαμε τούς δασκάλους, τούς ένημερώσαμε γιά τις άξιώσεις τής Μητροπόλεως καί συμφωνούντων κι αυτών έκάμαμε τήν άνανέωσι τών συμβολαίων γιά δλους καί χωρίς νά άργοπορίσω έκαμα καί τή σχετική άπαντητική άναφορά πρός τή Μητρόπολι. Ό δεσπότης δέν μάς είπε τίποτε...Αλλά, δταν πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες πήραμε μιά έγγραφο πρόσκλησι του τότε Ελληνος προξένου στά Γιάννενα, πού καλούσε τρεις έπιτρόπους τοϋ χωριού μας γιά νά τούς κάμει μιά άνακοίνωσι σχετικώς μέ τό κληροδότημα Βράγγαλη πού βρίσκονταν στήν Αθήνα.

Επειδή ύποπτευθήκαμε, δτι πίσω άπό τήν ένέργεια αύτή του ελληνος προξένου πιθανώτατα θά είναι ό Σπυρίδων πού θά θέλει νά μάς τρομοκρατήσει, βάλαμε έπί κεφαλής τής άποστολής αύτής τόν μορφωμένο δσο καί πολύπειρο γέροντα ’Αχιλ. Κόντη-μέ μέλη τούς Γεωργ. Καρακιόζη καί τόν ’Αθαν. Μπούτζο, πού πήγαν στά Γιάννενα δπου παρουσιάσθηκαν στό προξενείο καί άνήγγειλαν τήν προσέλευσι τής βησσανιώτικης έπιτροπής στόν πρόξενο. Ό τελευταίος αυτός νομίζοντας δτι θά έχει νά κάμει μέ τίποτε άξεστους χωρικούς, δέν τούς δέχτηκε ουτε στήν αίθουσα ύποδοχής, ουτε στό γραφείο του άλλά βγήκε στό διάδρομο καί χωρίς καν νά τούς χαιρετήσει τούς λέγει: 

«Σείς είσθε οί Βησσανιώτες; Ξέρετε πώς σάς κάνω; Στέλνω τόν - δέν θυμάμαι ποιονου κακοποιού τό όνομα - καί σάς πέρνει τά κεφάλια δλων σας... Πρέπει νά υπακούσετε στις δ)γές του δεσπότη...».

Τότε τού λέγει ό Άχιλ. Κόντης: 

«Μήπως κ. πρόξενε μάς νομίζετε τίποτε Μπιζτουνιώτες; Είμεθα Βησσανιώτες καί δέν φοβούμεθα τις άπειλές σας. Ξοδεύομε 400 λίρες χρυσές τό χρόνο γιά τά σχολεία μας ’Αρρεναγωγειο καί Παρθεναγωγείο καί έχομε τήν άξίωσι νά διορίζωμε έμεις τό διδακτικό προσωπικό καί δχι νά περιμένωμε νά μάς στέλνει ό Σπυρίδων δποιον θέλει, κατά τό κέφι του».

Ό πρόξενος άμέσως άλλαξε συμπεριφορά καί λέγει: 

«Βλέπω δτι έχω νά κάμω μέ μορφωμένους άνθρώπους... άλλά γιατί τά χαλάσετε μέ τό δεσπότη; Κυττάχτε νά τά σιάξετε» 

καί άπεχώρησε...
Γύρισαν οί έπίτροποι στό χωριό, συνεζητήσαμε τό πράγμα, εί παν τί καί ποιό, κατελήξαμε δέ στό συμπέρασμα δτι ή μήνις του Σπυρίδωνος έξακολουθουσε καί δτι έπρεπε νά τήν άντιμετωπίσωμε μέ σύνεσι άλλά καί σταθερότητα...

Επειτα άπό λίγες μέρες, ό δεσπότης ήλθε στό χωριό γιά τό μνημόσυνο του Θωμά Ζώτου πού είχε πεθάνει στήν Πόλι, γιά τό όποιο τόν είχαν προσκαλέσει καί πληρώσει μέ τρεις χρυσές λίρες, κατέλυσε δέ στό σπίτι του Τσάκαλη. 
Τήν Κυριακή άπό του έπισκοπικου θρόνου έξεφώνισε ένα δριμύτατο λόγο έναντίον τής Εκκλησιαστικής Επιτροπής καί προσεκάλεσε τούς Βησσανιώτες νά προσέλθουν τό άπόγευμα τής ϊδιας έκείνης ήμέρας στό σπίτι τής διαμονής του πρός έκλογή νέας Εκκλησιαστικής Επιτροπής. 

Πράγματι τό άπόγευμα συγκεντρωθήκαμε στό σπίτι του Τσάκαλη πάνω άπό 100 Βησσανιώτες γιά νά γίνει ή έκλογή. Έκει παρουσία δλων άπευθύνεται σέ μένα καί μου λέγει: 

«Γιατί κύριε Άναστασιάδη προέβητε στόν διορισμό τών διδασκάλων ένώ ή Μητρόπολις σάς διέταξε νά συνενοηθήτε προηγουμένως μαζί της»; 

Του άπήντησα:

«δτι έγώ είμαι γραμματεύς καί δτι μου λέν κάνω. Δέν άποφασίζω μόνος μου άλλά όλόκληρη ή Έπιτροπή άπό συμφώνου»... 

Έσούφρωσε τό στόμα του καί δέν μού είπε τίποτε, άλλά έστράφη πρός τόν πρόεδρο τής Επιτροπής πού ήταν ό Γ. Καραγκιόζης καί του έκανε τήν ίδια παρατήρησι στήν όποία έκεινος άπάντησε: 

«Δεσπότη μου είναι πολλά πράμματα πού δέν μπορούμε νά τά πούμε έδώ για». 

«Τότε, λέει ό δεσπότης, πάμε στ άλλο δωμάτιο».

Ξεχωρίσαμε άπό τούς άλλους, μπήκαμε στήν άλλη αίθουσα, κλείσαμε τή θύρα καί τότε ό Καραγκιόζης πιάνει άπό τό λαιμό τόν Σπυρίδωνα ό όποιος τού λέει: 

τί κάνεις ώρέ Καραγκιόζη;

θά σέ γκιργκιλιάσω [σ.σ.=θα σε πνίξω...]

τοὑ άπαντάει ό Καραγκιόζης. 

«Πέρσυ, τού λέει πού οί μουλτεζίμιδες κουβαλούσαν τις βησσανιώτισες στή Βοστίνα μούλεγες, τί τά θέλεις τά γρόσιαμωρέ Καραγκιόζη, δέν άγοράζεις τά γεωμοροδέκατα γιά νά μή ύποφέρει ό κόσμος; Φέτος πού τ’ άγόρασα καί ύπόγραψα συνάλλαγμα γιά 840 λίρες χρυσές, έσύ κυττάζεις νά μέ πάψεις άπό έπίτροπο. Σ' έρωτώ λοιπόν έσένα, θέλεις γκιργκίλιασμα ή δχι;»

Σκέφτηκε λίγο ό δεσπότης καί μετά του λέει: 

«Έχεις δίκηο ώρέ Καραγκιόζη... τώρα μ’ έκοψες, θά σάς άφίκω δλους καί θά άντικαταστήσω μόνον αύτόν», 

δείχνοντας μέ τό δάκτυλό του έμένα... 

«Αμ αυτός, του λέει ό Καραγκιόζης, είναι ό σκύλος στήν έπιχείρησι γιά τά γημοροδέκατα πού έχομε. Αυτός φυλάει τά πρόβατα, αύτός κοιμάται στήν Κούλα, [σ.σ.=τόπος συγκέντρωσης των γημοροδεκάτων] αύτός παένει τά γρόσια στή Βοστίνα ένώ τόσοι κλέφτες ληστεύουν τόν τόπο.. Ποιός άλλος θά τά κάμει αύτά; ό Μπούτζος, ό Λάζος ή ό Τσούλος; (σ.σ.. οί όνομαζόμενοι ήταν τά λοιπά μέλη τής Επιτροπής). Αύτοί έχουν γρόσια καί δέν ταράζουνται άπό τό σπίτι τους άπό φόβο άπό τούς κλέφτες.» 

Ό Σπυρίδων τελικά άνεγνώρισε ώς λογικά τά έπιχειρήματα τού προέδρου μας, έπέμενε δμως στό ζήτημα Παπαχαρίση τόν όποιο έννοούσε νά τόν μεταθέσει όπωσδήποτε στήν Πυρσόγιανη. 

«Τότε, του λέει ό Καραγκιόζης, θά μέ άναγκάσεις νά πληρώσω έγώ τις 50 λίρες τό μισθό του γιατί έγώ δέν λερώνω τήν ύπογραφή μου τώρα στά γεράματα, άφού τού άνανεώσαμε τό συμφωνητικό». 

Καί άφού στό σημείο αύτό έμείναμε σύμφωνοι, άνοίγει τήν πόρτα καί φωναχτά λέγει στούς συγκεντρωμένους: 

«Κύριοι, ή Εκκλησιαστική Έπιτροπή ύπεχώρησε στις άξιώσεις τής Μητροπόλεως καί συνεπώς δέν ύπάρχει λόγος άντικαταστάσεώς της.»...

Τό ζήτημα δμως γιά μάς ήταν έκκρεμές καί έξακολουθούσε νά μάς άπασχολεί... Έτσι μετά άπό ένα μήνα, έπωφεληθήκαμε μιάς διήμερης έορτής άργίας καί καβάλλα στά μπουλάρια μας πήγαμε στήν Κόνιτσα γιά νά παρακαλέσωμε—γι άλλη μιά φορά τό δεσπότη—νά μή μάς πάρει τόν Παπαχαρίση. 
Ξεκινήσαμε λοιπόν ένα Σάββατο πρωί καί τό μεσημέρι φθάσαμε έκεί... Ξεπεζέψαμε σ’ ένα ξενοδοχείο καί τό άπόγευμα παρουσιαστήκαμε στόν Σπυρίδωνα... Μάς δέχθηκε φι- λοφρονέστατα, μάς κέρασε γλυκό, καφέ καί μάς κράτησε ώς φιλοξενουμένους τής Μητροπόλεως... Ακόμα καί τά ζώα μας παρήγγειλε καί τά έφεραν στούς σταύλους τής Μητροπόλεως.

Τό βράδυ έκάτσαμε σέ δείπνο μαζί μέ τόν δεσπότη καί κατά τήν ώρα του φαγητού, έγώ, άσυναισθήτως σάν κάτι νά έσυλλογιζόμουνα σταμάτησα νά τρώγω πρός στιγμήν, πράγμα πού άντελήφθηκε ό δεσπότης καί μού λέγει: 

«φάε μωρέ τί συλλογιέσαι;» 

«Στό χωριό μου τού- είπα λέμε ένα τραγούδι: Σάν τρώμε καί σάν πίνομε καί σάν χαροκοπούμε, κάνα καλό δέν κάνομε στή δόλια τήν πατρίδα». 

Τότε μού λέει ό δεσπότης: 

«Α... πού νά σού κάψει τήν πατρίδα... Κοιμήσου έσύ στήν Κούλα, τρέχα στή Βοστίνα καί πέρα δώθε κι δλοι καϊτερούσαν τήν πάψι σου»...

Μετά δέ τό φαγητό έπανήλθαμε στό ζήτημα πού μάς άπασχολούοε, παρακαλώντας νά μάς άφήσει τόν Παπαχαρίση, γιατί δπως ήμασταν δεσμευμένοι μέ τά γημοροδέκατα δέν μπορούσαμε νά ξετρεχώμαστε νά βροϋμε καινούργιο δάσκαλο... Ό δεσπότης δμως δέν ύπο- χωροϋσε... καί τελικά τού ύπέβαλα τήν έξής πρότασι γιά τήν όποία είχαμε συνενοηθεί προηγουμένως μέ τούς συνεπιτρόπους μου,: 

«Νά κάμετε Σεβασμιώτατε ένα γράμμα στήν Κοινότητα Βησσάνης, δπως άπό κάθε άλώνι δίνει ένα τσανάκι στάρι γιά τή Μονή Βελλάς, πού θά τό άναγνώσει τήν Κυριακή ό παπάς στήν έκκλησία. Έτσι θά μάσετε τουλάχιστον 500 όκάδες στάρι καί θά στό στείλωμε τήν ήμέρα πού θά πανηγυρίζει ή Βελλά σέ πέντε φορτώματα, τήν ώρα πού θά είναι δλος ό κόσμος έκεί μαζωμένος. Γιά νά προκαλέσωμε δέ τήν περιέργεια καί τή φιλοτιμία τών άλλων χωριών, θά πάρω καί τά κουδούνια τού Γιωρ. Κονόμου καί θά κρεμάσω άπό ένα κουδούνι στό λαιμό κάθε μουλαριού, ώστε δταν θά μπαίνουν στό μοναστήρι νά κουδουνίζουν μεγαλοπρεπώς.» 

Κι άφού δέχτηκε, τά κανονίσαμε δπως τά ζώα φορτωμένα μπούν στόν περίβολο τής Μονής στό τέλος τής λειτουργίας, δταν τό πλήθος τών πανηγυριστών θά ήταν άκόμα συγκεντρωμένο, ώστε τά ζώα κουδουνίζωντας καί φορτωμένα νά περάσουν άνάμεσα του γιά νά ρίξωμε στό φιλότιμο καί άλλους. "Ετσι δέ νά μάσει περισσότερο στάρι ό δεσπότης κ.λ.π. 

Καί άκριβώς αύτό έγινε: Διαβάστηκε τό γράμμα του δεσπότη τήν Κυριακή άπό τόν παπά Νικόδημο, μάσαμε τό στάρι, τό τοιμάσαμε, καί τήν παραμονή τού πανηγυριού τής Βελ- λάς τό φόρτωσαν σέ πέντε μπουλάρια οί Δ. Μπότσκαρης καί Χρήσ. Μποσνάκης καί τό πήγαν στή Βελλά, σύμφωνα μέ τις όδηγίες μας.. 

Οταν γύρισαν μάς διηγήθηκαν, δτι έφυγαν μέ τις καλλίτερες έντυπώσεις. Οτι δηλαδή δπως περνούσαν μέ τά ζώα φορτωμένα στή Βελλά τούς ρωτούσαν ποιί είναι καί αυτοί άπαντοϋσαν 

«είμαστε βησσανιώτες καί φέρομε 500 όκάδες στάρι δώρο τής Βήσσανης πρός τό Μοναστήρι καί τούς έπευφημούσαν: Μπράβο στούς Βησσανιώτες. 
Οτι τό μεσημέρι έκατσαν σέ γεύμα, έφαγαν, έπιαν, έχαιρέτησαν τόν Σπυρίδωνα του φίλησσν τό χέρι καί έφυγαν»...

Υστερα άπό 15 μέρες, έλαβα τήν έξής έπιστολή έκ μέρους του Σπυρίδωνος:

«Αγαπητέ φίλε κ. Άναστασιάδη. Αί ίεραί ήμίονοι άφίχθησαν αισίως. Σάς ευχαριστώ διά τήν ιδέαν σας καί τήν έξωτερίκευσιν αύτής. Ηδη τά φορτώματα άνήλθον είς 163. Έπί τώ εύτυχεί τούτο γεγονότι, σάς χαρίζω τόν Παπαχαρίση»

Κατά καθήκον δέ εύχαρίστησα καί έγώ τόν Μητροπολίτη μας «διά τήν δεσποτικήν τώ δντι χειρονομίαν του,»!

Ετσι έληξε ή μεταξύ Μητροπολίτου καί Εκκλησιαστικής Επιτροπής Βησσάνης διένεξις, πού είχε ώς άποτέλεσμα: νά γεμίσουν στάρι οί άποθήκες τού δεσπότη στή Βελλά, νά ικανοποιηθεί άπολύτως ό γραμματεύς τής Επιτροπής Κων. Άναστασιάδης καί νά παραμείνει ό Παπαχαρίσης ώς δάσκαλος στή Βήσσανη μέχρι τοϋ 1930 όπότε συνταξιοδοτήθηκε....

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Τις σχετικές πληροφορίες καθ' ύπαγόρευσι του Κ. Άναστασιάδη, οφείλω στόν εκλεκτό στή Θεσσαλονίκη συγχωριανό κ. Νικόλαο Κοτρώτσο, τόν όποιο ευχαριστώ και άπό τής θέσεως αύτής. Ιδε καί Ήπειρ. *Αγώνα" Ίωαννίνων φΰλ. 9412.

...//...

***
Σπυρίδων Βλάχος (1873-1956)
Καταγόμενος εκ Ρουψιάς Πωγωνίου
1906-1916 Μητροπολίτης Βελλάς
1916-1949 Μητροπολίτης Ιωαννίνων
1949-1956 Μητροπολίτης Αθηνών και πάσης Ελλάδος





...//...

****
Δημήτριος Παπαχαρίσης (1871-1952)




Χειρόγραφο βιογραφικό σημείωμα που συντάχθηκε απο τον γιο του Χαρίση:


Ασημένιο μετάλλιο της Γαλλικής Ενωσης διάδοσης Γαλλικής γλώσσας για τις εξαιρετικές του επιδόσεις στη διδασκαλία της Γαλλικής  στα Εκπαιδευτήρια Βησσανης:









Καλοκαίρι 2019-μία απο τις αίθουσες του Αρρεναγωγείου Βησσάνης πήρε το όνομα "Δημήτριος Παπαχαρίσης " τιμής ένεκεν. Δεξιά ο εγγονός του τιμώμενου δασκάλου και φίλος της Βήσσανης, Δημήτρης , ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΎΤΙΜΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΟΥ ΤΟΥ...

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ. Κ.