Σελίδες

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2018

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ-"ένα ερωτικό γράμμα προς τη μουσική!"...


..."η μουσική στην πρωταρχική της μορφή είναι ένα γιατρικό για τις πληγές της ψυχής-κάτι εξ ίσου απαραίτητο με τον αέρα και την τροφή..."
Christopher C. King 

Ποιά σχέση μπορεί να έχει ένας βιρτουόζος κιθαρίστας των delta blues με έναν παραδοσιακό βιολιστή απο την Ηπειρο;;; 
Στο θαυμάσιο βιβλίο του "Ηπειρώτικο μοιρολόϊ" που κυκλοφόρησε πρόσφατα μεταφρασμένο στα Ελληνικά ο Christopher C. King μας εξηγεί :

..."Ο πρώτος δίσκος που έβαλα στον Τζιμ, όταν μας επισκέφτηκαν με τη Μαρία, δεν ήταν το «Ηπειρώτικο μοιρολόι». Έβαλα ένα δίσκο που ήξερα ότι ο Τζιμ τον λάτρευε, αλλά που κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε ποτέ ακούσει από δίσκο γραμμοφώνου: το «Fixin' to the blues» [Μπλουζ της προετοιμασίας για το θάνατο] του Γουάσινγκτον «Μπάκα» Γουάιτ. Γεννημένος το 1909 σε μια φάρμα στο αγροτικό Χιούστον της πολιτείας του Μισισίπι, ο Γουάιτ ήταν κορυφαίος κιθαρίστας των Ντέλτα Μπλουζ, ακριβώς όπως ο Ζούμπας ήταν ένας διαπρεπής Ηπειρώτης βιολιντζής. Τα κοινά στοιχεία μεταξύ Γουάιτ και Ζούμπα δεν σταματούσαν εδώ.

Το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» του Ζούμπα ακολουθεί τα κοινά μοτίβα όλων των παραδοσιακών ηπειρώτικων μοιρολογιών. Τα κομμάτια αυτά είναι βασισμένα στους θρήνους που τραγουδιούνται πάνω στο μνήμα σ’ ολόκληρο τον ελληνόφωνο κόσμο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ο Ζούμπας μετέφερε τον επίμονο γυναικείο γόο του μοιρολογιού στο βιολί
του. Η μελωδία του αποπνέει την πίκρα που εκφράζει ένα παραδοσιακό ηπειρώτικο τραγούδι ανθολογημένο από τον Αθανάσιο Γιάγκα:

Τι να σου στείλω, μάτια μου, 
αυτού στον κάτω κόσμο;
Να στείλω μήλο—σέπεται, 
κυδώνι—μαραγκιάζει, 
σταφύλι—ξερογίζεται, 
τριαντάφυλλο—μαδιέται.
Στέλνω κι εγώ τα δάκρυα μου, 
δεμένα στο μαντήλι.

Το Μπλουζ της προετοιμασίας για το θάνατο εκφράζει παρόμοια θλίψη και παραίτηση:

Όσο σίγουρο είναι ότι ζούμε,
τόσο σίγουρο είναι πως γεννηθήκαμε για να πεθάνουμε, 
γεννηθήκαμε για να πεθάνουμε.
Όσο σίγουρο είναι ότι ζούμε,
τόσο σίγουρο είναι πως γεννηθήκαμε για να πεθάνουμε.
Ξέρω πως γεννήθηκα για να πεθάνω,
μα το μισώ που αφήνω να κλαίνε τα παιδιά μου.
Τόσες νύχτες εμπρός στο τζάκι, θα κλαίει των παιδιών μου η μάνα, 
θα κλαίει των παιδιών μου η μάνα.
Τόσες νύχτες εμπρός στο τζάκι, 
θα κλαίει των παιδιών μου η μάνα.
Της μάνας πήγα κι είπα: 
πρέπει να σου πω αντίο.

Η ανελέητη κιθάρα του Γουάιτ —που παίζει μια φράση μ’ ένα μόνο σλάιντ ακόρντο— μιμείται το οστινάτο, την επίμονη μελωδική επανάληψη που χαρακτηρίζει το μοιρολόι. Όσο ο Γουάιτ σφυροκοπούσε την κιθάρα του, μπορούσα να δω τα μάτια του Τζιμ να λάμπουν πίσω απ’ τα γυαλιά του.

Ο Τζυμ  είναι ένας ψηλός, ξερακιανός άνδρας που στέκεται με χαλαρή, ανεπιτήδευτη αξιοπρέπεια. Όμως ο εξωτερικός του αυτοέλεγχος καταρρέει όταν ακούει μπλουζ. Είχε δει από κοντά πολλούς απ’ αυτούς τους μουσικούς, μεταξύ τους και τον Μπάκα Γουάιτ, τη δεκαετία του 1960. Ξέρει πώς να επικοινωνεί μ’ αυτές τις φασματικές φωνές, πώς να επικαλείται το πνεύμα τους.
Μια συγκαλυμμένη λαγνεία απλώθηκε στο πρόσωπο του Τζιμ ενόσω άκουγε τον Μπάκα Γουάιτ, ψαχουλεύοντας τη συλλογή μου. Τούτο το βλέμμα, τούτη η λαχτάρα για τους παράξενους μαύρους δίσκους, φανέρωνε ότι μοιραζόμασταν την ίδια εμμονή.

Ο Τζιμ κι η Μαρία μάς προσκάλεσαν στην Ελλάδα, όπου θα μπορούσα ν’ ακούσω ηπειρώτικα τραγούδια να παίζονται στα χωριά. Μολονότι αρνιόμουν να πιστέψω ότι αυτή η μουσική συνέχιζε να επιβιώνει αναλλοίωτη κάπου σ’ αυτόν τον κόσμο, η ιδέα ότι θα πατούσα τα χώματα που κάποτε γέννησαν αυτή τη μουσική με ενθουσίαζε. Αποφασίσαμε να πάμε, σε λίγους μήνες...
Ίσως κατάφερνα να βρω την άβυσσο απ’ όπου πήγαζε το μοιρολόι του Ζούμπα..."


Ακολούθησε το ταξίδι του King στην Ελλάδα και η πολύπλευρη ερευνά του στις πηγές της Ηπειρώτικης μουσικής που αποτυπώθηκε στο βιβλίο του ""ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ"-Εκδόσεις ΔΩΜΑ και το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα...





Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο του βιβλίου:




►Πηγές: Το κείμενο αποτελεί μία μικρή παράγραφο από το βιβλίο που αναφέραμε παραπάνω, σε δική μου ψηφιακή μεταφορά. Η σύνθεση της φωτογραφίας δική μου.

►Μπορείτε να διαβάστε ακόμη δύο σχετικό άρθρα:



ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.








Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018

Το θυροστόμι...



Στις πόρτες κάθοντ’ οι κυρές και σιγοκουβεντιάζουν 
για τη ζωή τη δύσκολη τα πονεμένα χρόνια. 
Κι ακούς μέσα στην ήσυχη τ’ απόβραδου γαλήνη 
ένα τραγούδι σιγανό αργό σαν μοιρολόι:

"Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο 
η ξενιτειά σε χαίρεται κι εγώ ’χω τον καημό σου...".

Τώρα τι να γράψει κανείς γι’ αυτές τις πόρτες; 

Χάθηκαν οι κυρές δεν γύρισαν οι κύρηδες. 
Πού είν’οι νοικοκυρές τον μάνταλο ν’ανοίξουν 
την πόρτα να σφαλίσουν;

Στο θυροστόμι δεν πατάει το πέταλο τ’αλόγου 
και δεν διαβαίνουν νιές  μήτε και παλληκάρια.
Τα χνάρια σβήσαν της ζωής, τα σκέπασε η λήθη.

Χορταριασμένη η αυλή λιθοσουρειές τα τοίχια 
χωρίς πνοή, χωρίς ζωή.
Μήτε τραγούδι ακούγεται μήτε και μοιρολόγι 
κι η λύπη χώρο να σταθεί δεν θάβρει, ούτε πεζούλι.
Μήδε η χαρά να καρτεράει στην πόρτα την ελπίδα. 
Ντουβάρια σωριασμένα θυμίζουν μόνο, 
τα παλιά τα χρόνια τα καλά τ’ αγύριστα, τα περασμένα...

Κώστας Χ. Κωστούλας






Πηγές: 
►Το ποίημα είναι του Κ.Χ. Κωστούλα και τοπ πήρα απο το βιβλίο του: "ΠΩΓΩΝΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ τόμος 1" (Ιωάννινα 1995)
►Οι φωτογραφίες είναι δικές μου και τραβήχτηκαν στη Βήσσανη το καλοκαίρι του 2009 (εδώ η ασπρόμαυρη εκδοχή τους)

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.


Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018

Μικρή συμβολή στην ιστορία των Τσαραπλανών (Βασιλικού Πωγωνίου)


Της Αναστασίας Γ. Καρρά  
Φιλολόγου

1. Τοπογραφικά - Σύνδεση με το παρελθόν

Το Βασιλικό (παλιά Τσαραπλανά) καταπράσινο την Άνοιξη, κάτασπρο το Χειμώνα, ξαπλωμένο νωχελικά στα ριζά της Ομάλιας, είναι από τα παλιότερα κεφαλοχώρια της επαρχίας Πωγωνίου.
"Τσαραπλανά εις τας υπωρείας ιδίας ράχεως Ομαλής καλουμένης, μεταξύ κατασκίων υψωμάτων, κλίμα τερπνόν και υγιεινόν έχοντα. Διαιρείται εις 4 συνοικίας. Γκράτσιτα, Άγιον Μηνάν, Μεσσαίαν, ένθα και τα δημόσια κτίρια και Μαυρίκη". 
(Ηπειρωτικά Μελετήματα, Τεύχος 7ο Πογωνιακά 1889, σελ. 8).

Βρίσκεται βορινά των Ιωαννίνων, 60 περίπου χιλιόμετρα από την πόλη, έχει υψόμετρο 850 μέτρα και πριν από το 1940 αριθμούσε πάνω από 300 οικογένειες μόνιμα εγκατεστημένες σ’ αυτό. Πριν από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο το χωριό έσφυζε από ζωή. Το προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου φιλοξενούσε πάνω από 100 παιδιά και οι παιδικές φωνές, συνταιριασμένες με τα κελαδήματα των πουλιών, γέμιζαν τον αέρα κι έδιναν μια νότα αισιοδοξίας στους ανθρώπους.

Το χωριό, καταπράσινο από λογιών-λογιών οπωροφόρα δέντρα, περιβάλλονταν από καστανόξανθα αμπέλια που σαν ανταμοιβή στον κόπο, χάριζαν στους κατοίκους το γλυκό καρπό τους. Την εποχή του τρύγου όλο το χωριό εξορμούσε στ’ αμπέλια με φωνές, τραγούδια και γέλια και τα σπίτια και οι αυλές ερήμωναν για λίγες μέρες. Αξέχαστες εποχές που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί! Εδώ και πολλά χρόνια έχουν εγκαταλειφθεί - συντέλεσε σ’ αυτό και η φιλοξήρα - και τώρα ο επισκέπτης βρίσκεται μπροστά σ’ ένα άγνωστο τοπίο που δε θυμίζει τίποτα από τους παλιούς αμπελώνες.

Την παλιά εκείνη εποχή στο Βασιλικό, όπως και στα περισσότερα χωριά του Πωγωνίου, έμεναν μόνιμα, Χειμώνα-Καλοκαίρι, μόνο οι γέροι, οι γυναίκες, τα παιδιά και ελάχιστοι νέοι. Οι άνδρες επιζητούσαν καλύτερη τύχη σε ξένους τόπους. Όταν το αγόρι γίνονταν 16 ή 17 χρονών είχε δύο επιλογές, δύο δρόμους να ακολουθήσει. Ή έπρεπε να ταξιδέψει για ανεύρεση εργασίας ή να αδράξει το αλέτρι και την αξίνα και να γίνει γεωργός. Το τελευταίο πολύ λίγοι νέοι το ακολούθησαν, όχι γιατί δεν εκτιμούσαν το επάγγελμα του γεωργού αλλά γιατί τα λιγοστά χωράφια, ποτισμένα με άφθονο ιδρώτα και πολύ κόπο, έδιναν λίγο καρπό, που δεν επαρκούσε για τη συντήρηση της πολυμελούς τότε οικογένειας. Έτσι τα περισσότερα αγόρια ταξίδευαν ή στο εξωτερικό (Κωνσταντινούπολη, Αίγυπτο) ή στο εσωτερικό (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, κ.α.). Η υπόλοιπη οικογένεια παρέμενε στο χωριό. Μετά από λίγα χρόνια το αγόρι, άντρας πια, γύριζε στο χωριό, παντρεύονταν, και το νέο ζευγάρι δημιουργούσε το δικό του σπιτικό. Πολύ γρήγορα όμως, με σπαραγμό καρδιάς και με άφθονα δάκρυα έρχονταν η ώρα του αποχωρισμού. "Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει". 

Ο νέος άντρας ξανάφευγε για τα ξένα και η νέα γυναίκα παρέμενε στο χωριό και με την προστασία των γονέων, καλλιεργούσε τα λιγοστά χωράφια τους, φρόντιζε τ’ αμπέλια, συντηρούσε το νοικοκυριό  της και με λαχτάρα περίμενε κάθε μήνα το έμβασμα από τον ταξιδεμένο σύζυγο. Και οι ταξιδεμένοι Βασιλικιώτες γύριζαν στο χωριό κάθε 1, 2, 3 ή και 5 χρόνια, παρέμεναν κοντά στην οικογένεια για κανένα μήνα και ξαναταξίδευαν. Αυτό γίνονταν και ξαναγίνονταν χρόνια και χρόνια μέχρι που τα μαλλιά τους γίνονταν άσπρα και τα μέλη τους βαριά. Τότε μόνο γύριζαν μόνιμα στο γενέθλιο τόπο για να περάσουν τα τελευταία τους χρόνια κοντά στην οικογένειά τους και ανάμεσα στους συγγενείς, τους φίλους και τους άλλους χωριανούς.

Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1940 οπότε κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και συνέχεια η κατάρρευση και η γερμανοϊταλική κατοχή. Την εποχή αυτή, όλοι οι ταξιδεμένοι στο εσωτερικό Βασιλικιώτες γύρισαν στο χωριό για να περάσουν τα δύσκολα κατοχικά χρόνια. Τα στρατευμένα παλικάρια γύρισαν από το "Αλβανικό Μέτωπο", σακατεμένα τα πιο πολλά από τις σφαίρες, τις οβίδες και τα κρυοπαγήματα, αλλά περήφανα και με το κεφάλι ψηλά γιατί είχαν κάνει το καθήκον τους προς την πατρίδα. Όλοι ρίχτηκαν στη δουλειά. Τα παλιά εγκαταλελειμμένα χωράφια διανοίχτηκαν και ξεχερσώθηκαν για να αντιμετωπισθεί το φάσμα της πείνας. Και οι κάτοικοι του χωριού δεν πείνασαν και επέζησαν. 

Όμως με την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και την ανατολή της Λευτεριάς, οι χωριανοί, άρχισαν δειλά-δειλά να ταξιδεύουν και πάλι, οικογενειακά τώρα πια. Προ πάντων όμως ο εμφύλιος συνέβαλε στην ερήμωση του χωριού, γιατί τότε οι περισσότερες βασιλικιώτικες οικογένειες μετανάστευσαν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Έτσι σήμερα (Σημ. ιστολογίου: το κείμενο δημοσιεύτηκε το 1998) μένουν μόνιμα στο Βασιλικό, Χειμώνα Καλοκαίρι, 70 περίπου οικογένειες, γέροι ή ζευγάρια γερόντων οι περισσότερες. Οι Βασιλικιώτες, όμως, νοσταλγοί της χριστιανοσύνης, Χριστούγεννα και Πάσχα, καθώς και το Καλοκαίρι, κατά τον Αύγουστο οπότε γιορτάζεται και ο πολιούχος του χωριού, ο Άγιος Κοσμάς προς τιμή του οποίου, οι ευσεβείς Βασιλικιώτες ανήγειραν περικαλλή ναό κάτω από τη σκιά πανύψηλων και πολύκλαδων βελανιδιών όπου, κατά την παράδοση, κάθισε ο Άγιος για να ξεκουρασθεί.

Αν και το Βασιλικό σήμερα έχασε την παλιά του αίγλη, όπως και τα περισσότερα ηπειρώτικα χωριά, έχει πίσω του μεγάλη ιστορία η οποία χάνεται στα βάθη των αιώνων. Τούτο φαίνεται από τα παρακάτω στοιχεία όπως αυτά αναφέρονται σε ημερολόγιο του έτους 1978 της Ενώσεων Βασιλικιωτών:
1. Από την τυχαία ανεύρεση τάφων στα Δράνια, στις Μεγάλες και στου Τσάβαλου το Αλώνι.
2. Από την ύπαρξη του Παλαιόκαστρου.
3. Από την ανεύρεση νομισμάτων της εποχής του Πύρρου στα ριζά του Άη-Γιώργη.
4. Από τα νεότερα τοπωνύμια (της εποχής ίσως των Βενετών): Αρχο- ντισσάτικα και Καναβίστριες (τόπος καλλιέργειας καναβιού).

2. Το «Χρονικό των Τσαραπλανών»

Από το περίφημο "Χρονικό των Τσαραπλανών" που αναφέρεται στους χρόνους μετά το 1352 και αποτελεί σπουδαίο ιστορικό ντοκουμέντο. (Ημερολ. Ενώσ. Βασιλικού, έτους 1978).

Το "Χρονικό των Τσαραπλανών", το οποίο μνημονεύει ο Ιωάννης Λαμπρίδης (1839-1891), χωρίς βέβαια να μας δίνει το ακριβές του περιεχόμενο, αγνοείται σήμερα. Ή έχει χαθεί ή βρίσκεται ξεχασμένο σε κάποια βιβλιοθήκη. Στη μελέτη του "Περί Καραμουρατίας και Καραμουρατών" που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Αττικό ημερολόγιο" του έτους 1887 και στις σελ. 115-129, πραγματεύεται τα ιστορικά γεγονότα της περιοχής του ποταμού Αώου. Η περιοχή αυτή βρίσκεται ανάμεσα στην Κόνιτσα, την Πωγωνιανή και το Λε- σκοβίκι. Στη μελέτη αυτή, ο Λαμπρίδης αναφέρεται σε δύο πηγές "δύο αντίγραφα του παρελθόντος αιώνος (ΙΗ’) δύο διαφόρων χειρογράφων αγνώστου εποχής" (σελ. 116) Η μία από τις προαναφερόμενες πηγές είναι "Το χρονικό των Τσαραπλανών". Ο Ιωάννης Λαμπρίδης λέει σχετικά: 
"Το μεν πρώτον ευρέθη εις το χωρίον Τσαραπλανά, αντιγραφέν εκ χειρογράφου παρ’ αγνώστους ερανισθέντος και καταρτισθέντος επί τη βάση αντιγράφων του Κουβαρά και εκ διαφόρων ετέρων σημειώσεων υπό του ιερομονάχου Νικολάου Ματσικάτη εκ του αυτού χωρίου των 1776". 
Δηλαδή "το χρονικό των Τσαραπλανών", σύμφωνα με τα παραπάνω λεγάμενα του Λαμπρίδη, συντάχθηκε από άγνωστο πρόσωπο και σε άγνωστο χρόνο. Οι πληροφορίες του άγνωστου συντάκτη προέρχονται από τον Κουβαρά "και εκ διαφόρων ετέρων σημειώσεων". "Το χρονικό των Τσαραπλανών" αντιγράφηκε το έτος 1776 από τον ιερομόναχο Νικόλαο Ματσικάτη που κατάγονταν από τα Τσαραπλανά και ο οποίος ίσως χρησιμοποίησε και διάφορες άλλες πηγές.

Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί τι ήταν "ο Κουβαράς" από τον οποίο ο άγνωστος συντάκτης αντέγραψε τμήματα τα οποία υπήρχαν στο "χρονικό των Τσαραπλανών". Ο Κουβαράς ήταν πολυσέλιδο τετράδιο το οποίο εφυλάσσετο στη Μονή του Αγίου Νικολάου του Σπανού (Μονή των Φιλανθρωπινών) που βρίσκεται στο Νησί της λίμνης των Ιωαννίνων και στο οποίο οι καλόγεροι της Μονής αντέγραφαν χρονολογικά και ιστορικά γεγονότα των χρόνων τους. Το πολυσέλιδο αυτό τετράδιο, που ονομάστηκε Κουβαράς, λόγω του ογκώδους σχήματος, μεταφέρθηκε κατά τους χρόνους του Αλή-Πασά στη βιβλιοθήκη της Καπλανείου Σχολής που την εποχή εκείνη κατείχε περίοπτη θέση ανάμεσα στα ανώτερα ελληνικά σχολεία. Στις 23 Αυγούστου 1820, όταν ο Αλή-Πασάς, προσπαθώντας να αποκρούσει τα σουλτανικά στρατεύματα, κατέκαψε τα Γιάννενα, κάηκε η Σχολή και η βιβλιοθήκη της και ο Κουβαράς...

Μετά τις πληροφορίες για τον Κουβαρά, επανερχόμαστε στο "χρονικό των Τσαραπλανών". Όπως και παραπάνω αναφέρθηκε τούτο αντέγραψε ο ιερομόναχος Νικόλαος Μάτσικας ή Ματσικάτης, το συμπλήρωσε δε και με άλλες ιστορικές πληροφορίες. Ο εν λόγω ιερομόναχος Νικ. Μάτσικας ή Ματσικάτης κατάγονταν από τα Τσαραπλανά, κατά πληροφορίες δε του Λαμπρίδη, ήταν μαθητής του γνωστού Ιωαννίτη δασκάλου Μπαλάνου Βασιλόπουλου. Ο ιερομόναχος αυτός πρέπει να θεωρείται ευεργέτης του χωριού μας, των Τσαραπλανών.

Στα βιβλία του Ιωάννη Λαμπρίδη "Περί των εν Ηπείρω αγαθοεργημάτων" (Αθήνα 1880, Μέρος 2ο, σελ. 192) καθώς και στα "Ηπειρωτικά Μελετήματα" (Αθήνα 1889, Τόμος 7ος, σελ. 51), αναφέρονται τα παρακάτω ενδιαφέροντα.
"Ο εν Ιωαννίνοις, ιερεύς και πνευματικός Νικόλαος Βασιλείου Ματσικάτης συνετέλεσεν ου μόνον προς ίδρυσιν αυτόθι (=εις Τσαραπλανά) εκκλησίας επ’ ονόματι της Υπαπαντής του Χριστού (1779), δαπανήσας 11.520 άσπρα μόνον διά τους εργάτας, αλλά και Σχολείον εν είδει κελλίου πρώτος έκτισεν. Ο δε αδελφός αυτού Βασίλειος, ιερεύς επίσης του Υψίστου, προς κατασκευήν του προαυλίου της ειρημένης εκκλησίας λίρας οθωμανικός 50".
Οι παλιότεροι από τους Βασιλικιώτες θυμούνται το κελλί που βρίσκονταν παραπλεύρως της εκκλησίας της Υπαπαντής, εκεί που σήμερα είναι κτισμένη η κατοικία του ιερέα. Ίσως δε μερικοί να θυμούνται ακόμη, ότι στο φτωχικό κελλί που έχτισε ο Νικόλαος Ματσικάτης, λειτουργούσε Σχολείο, εν είδει φροντιστηρίου, για τους νέους και τις νέες του χωριού. Γιατί οι Βασιλικιώτες, όπως και όλοι οι Ηπειρώτες γενικότερα, από παλιά ενδιαφέρονταν για τα γράμματα και τη μόρφωση.

Τα στοιχεία βέβαια για την παιδεία στα Τσαραπλανά, όπως και σε όλο το Πωγώνι γενικότερα μέχρι το 1777, χρονιά που για πρώτη φορά πέρασε από τα μέρη αυτά ο Άγιος Κοσμάς και εσύστησε σχολεία, είναι αδιαφανή και αόριστα. Τεκμαίρεται ότι υπήρχαν ορισμένες εστίες προόδου, ίσως κάποιο κρυφό σχολειό, από το γεγονός ότι ο μεν Νικολ. Ματσικάτης εμαθήτευσε εν συνεχεία σε ανώτερο σχολείο των Ιωαννίνων και ο ιερομόναχος Καραλής αφού "εγκατέστη διδάσκαλος..." εγνώριζε τα κοινά γράμματα. Πάντως το πρώτο κοινό σχολείο ιδρύθηκε το 1777 μετά την πρώτη επίσκεψη του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.

Οπως αναφέρεται στον παρακάτω δημοσιευόμενο "Κόντικα", ο Άγιος που επισκέφτηκε για πρώτη φορά τα Τσαραπλανά το έτος 1777, δε στάθηκε στο χωριό για να διδάξει, παρότρυνε όμως και προέτρεψε τους κατοίκους στην ίδρυση Σχολείου κοινών γραμμάτων. Και οι κάτοικοι των Τσαραπλανών φιλομαθείς και θρησκευόμενοι υπάκουσαν στην εντολή του Αγίου. Να τι λέει σχετικά ο Ιωάννης Λαμπρίδης. 
"Ευθύς δε από του 1777, μετά το κήρυγμα του ισαποστόλου Κοσμά... εγκατέστη διδάσκαλος των κοινών γραμμάτων εις Τσαραπλανά ο ιερομόναχος Καραλής εν νάρθηκι της εκκλησίας διδάσκων",
και παρακάτω αναφερόμενος στην ίδρυση ελληνικών Σχολείων αναφέρει: 
"Το σκότος όμως βαθμηδόν από των μέσων ιδίως του παρόντος αιώνος ηλαττώθη διά της συστάσεως Ελληνικών Σχολείων από του 1860 και εις Τσαραπλανά, Σωπικήν και Πολύτσιανην". 
(Λαμπρίδης Ηπειρ. Μελετ., Τεύχος 7ο, σελ. 45- 47). 
Αλλά και τη μόρφωση των κοριτσιών δεν αγνόησαν οι φιλοπρόοδοι και φιλομαθείς κάτοικοι των Τσαραπλανών. Πίστευαν και πιστεύουν ότι η μόρφωση αποτελεί παράγοντα για ευτυχισμένη ζωή. Ο Λαμπρίδης σχετικά με τη μόρφωση των θηλέων αναφέρει τα παρακάτω. 
"Παρθεναγωγεία υπάρχουσιν εις Βίσσανη, Δελβινάκιον, Τσαραπλανά και Πολύτσιανην. Πρώτον μέλημα παντός Παρθεναγωγείου έστω το ράπτειν και κόπτειν είτα δε το υφαίνειν". (Ηπειρ. Μελετ., Τεύχος 7ο, σελ. 54).
Αλλά ας επανέλθουμε στο "Χρονικό των Τσαραπλανών". Τούτο, όπως είπαμε παραπάνω, είναι ένα από τα πολλά χρονικά του ηπειρωτικού χώρου, καλύπτει μια μεγάλη ιστορική περίοδο και αναφέρεται στα γεγονότα της ευρύτερης περιοχής του Αώου. Ο Ιωάννης Λαμπρίδης χρησιμοποιεί συχνά "το Χρονικό των Τσαραπλανών" και μας δίνει πολλές και σπουδαίες πληροφορίες για τα ιστορικά γεγονότα της περιοχής. (Ηπειρ. Μελετήματα, Τεύχος 7ο, Πογωνιακά). Εδώ θα αναφερθούν μόνο όσα αφορούν την ιστορία του χωρίου Τσαραπλανά (Βασιλικό).
Λέει ο Λαμπρίδης μεταξύ άλλων και τα παρακάτω:
"Τους προστάτας των Τσαραπλανών εκ Πρεμετής Μπέυδας καταδιώξαντες έταιροι εξ Αργυροκάτρου, εν οις και Αλή Μπέύς τις, και Φράσιαρης (1700), υπέβαλον τους κατοίκους αυτών εις προστασίαν αντί τιμήματος μέχρι του 1723, ότε μαθών ο ειρημένος Αλής την εκποίησιν των ιδιοκτησιών ιερέως τινός Στεργίου εκ των υπ’ αυτού προστατευομένων αντί 260 γρ. Προς εξαγοράν του υιού του αιχμαλωτισθέντος, εις τινάς εκ των πέριξ της Πρεμετής Μπέυδας, συλλέγει 26 ανδρείους και ομοφύλους αυτού, επιπίπτει κατά των αγοραστών τούτων και καταδιώκει αυτούς, τίθησι δε και τον ιερέα εκείνον υπό κράτησιν και πειθαναγκάζει αυτόν να εκποίηση το ποίμνιόν του προς αποζημίωσιν εκείνων και εξαγορά των κτημάτων αυτού".
Και συνεχίζει ο Λαμπρίδης εις τα Ηπεριωτικά Μελετήματα, τεύχος Ζ’, Πογωνιακά, σελ. 66-67-68.
"Αρξάμενος δε έκτοτε ούτος να παρεμβάλη δυσκολίας εις τους χωρικούς και νέας απαιτήσεις διά την προστασίαν, ην εχορήγει αυτοίς, να εγείρη, κατώρθωσε (1735), ίνα μέγα μέρος των κατοίκων εκποιήση τας ιδιοκτησίας αυτών ονόματι μεν αντί 80.000 άσπρων, πράγματι όμως αντί μιας οκάς ρακής, εν έπιον διά λογαριασμόν εις υγείαν του κυρίου των εν τινι καφενεία) της Κονίτσης, αφ’ ου ενώπιον του Κατή αυτής έδωκαν την επίσημον ομολογίαν της εκποιήσεως των ιδιοκτησιών οι άθλιοι εις τούτον".
"Αυτά ταύτα έπραξαν μετ’ ου πολύ μεθ’ ετέρου μέρους της κοινότητος ταύτης (=των Τσαραπλανών) και οι εκ Φράσιαρης Μπέυδες συν ,Τη διαφορά ότι ούτοι διένειμαν εις τους προστατευομένους αυτών χιλιάδας τινάς άσπρων προς ησυχίαν της συνειδήσεών των!Κατώρθωσαν όμως και οι μεν και οι δε (=και οι Πρεμετινοί και οι Φρασιαλήδες Μπέηδες), ίνα εκ της επίμορτου καλλιεργείας [σ.ιστ.: Μορτίτης γεωργός = ο γεωργός που καλλιεργεί ξένη γη και πληρώνει στον ιδιοκτήτη σχετικό ενοίκιο] της αμπέλου μόνο 22 1/2 επί τοις 100 χορηγώσι. Από (=δε) των καστανεών μόνον την δεκάτην εχορήγουν (=οι Τσαραπλανίτες) μέχρι του 1857, ότε τη εισηγήσει του εξ Αργυροκάστρου Βασιλ. Χίτου, ως λέγεται, υπεχρεώθηκαν ίνα χορηγώσι γήμορον και εκ του καρπού τούτου. Και μέχρι μεν του 1857 εκάστη οικογένεια εσώδευε 100-1500 οκάδες κάστανα, έκτοτε δε ουδ’ έκαστον". 
Και συνεχίζει τη διήγησή του ο Ιωάννης Λαμπρίδης δίνοντάς μας και άλλες πληροφορίες προερχόμενες από το "Χρονικό των Τσαραπλανών":
"Τους δε τέως μείναντας ελευθέρους γαιούχους εκ Τσαραπλανών περί το 1740 Καραμουρατάται υπεχρέωσαν ν’ απαλλοτριωθώσι των ιδιοκτησιών των υπέρ αυτών, δι’ ας βραδύτερον υπό του υιού του Αλή Μπέυ Σουλεϊμάν Πασά του Βου απεζημιώθησαν αντί 13 πουγγίων και απεξενώθησαν επιστάτας διορίσαντος αυτόθι προς είσπραξιν των προσόδων, τους Ισάν Σάλιου εκ Συργιάννη και Χασάν Μπέυ Μπούτον εξ Αβαρίτσιανης. Επειδή δε μετά τον θάνατον του Σουλεϊμάν Πασά ο αποξενωθείς και αποζημιωθείς Καραμουράτης Σαλή Μπέυς Λιάλιας αυθερέτως προέβη να οικιοποιηθή τοποθεσίαν τινά Πολυσταύρη καλουμένην, εύρε δε αντίστασιν και εκ των κατοίκων του χωρίου, προέβη εις φόνους, πυρπολήσεις και καταστροφάς αυτών".
Πληροφοριακά αναφέρομεν ότι οι Καραμουρατάτες, για τους οποίους έκανε λόγο ο Λαμπρίδης παραπάνω, ήταν Χριστιανοί εξωμότες κατοικούσαν στα 22 χωριά του μέσου Αώου και αποτελούσαν τη μάστιγα της περιοχής και το φόβο και τρόμο των πλησίον ευρισκομένων Χριστιανικών χωριών. Τους .Καραμουρατάτες συγκρότησε και ανάγκασε να ησυχάσουν ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων. (Μεγ. Εγκ. Λεξ. Πυρσού - Χρον. Ηπείρου Αραβαντινού Τομ. Α’ σελ. 278, Εκδ. 1856).


Άμοιροι και κακότυχοι οι κάτοικοι των Τσαραπλανών κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Βαρύ το σκοτάδι της σκλαβιάς σκέπαζε το χωριό. Η ληστεία και η εκμετάλλευση σκόρπιζαν τα πλοκάμια τους στις τρομαγμένες καρδιές και ανάγκαζαν τους κατοίκους να ζητούν την προστασία των Τουρκαλβανών μπέηδων.
Ο Παπαστέργιος αναγκάστηκε να πουλήσει την περιουσία του για να πληρώσει τα λύτρα και να σώσει το γιο του από το λήσταρχο Μαντέλο. Η πράξη του όμως αυτή θεωρήθηκε παράνομη από τους προστάτες Τουρκαλβανούς και υποχρεώνεται να πουλήσει το κοπάδι του για να αποζημιώσει τους μπέηδες. ,Και οι μπέηδες για να κρατούν τους κατοίκους υποταγμένους και να επιβάλλουν τη θέλησή τους χρησιμοποιούσαν το φόβο, την αρπαγή, τις φυλακίσεις και τους φόνους. Και οι δυστυχείς Τσαραπλανίτες μόνο στη Θεία Πρόνοια εναπέθεταν τις ελπίδες τους και από το Θεό περίμεναν την προστασία τους.

Το θρησκευτικό συναίσθημα ήταν βαθύ, ζέσταινε τις καρδιές των ανθρώπων και τους έδινε θάρρος και υπομονή. Απόδειξη της θρησκευτικότητας των κατοίκων τα δέκα ερημοκλήσια που σαν ασπίδα περιβάλλουν το όμορφο χωριό.

3. ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΑΘΑΝ. ΤΣΑΒΑΛΟΥ

Το "Χρονικό των Τσαραπλανών" χρησιμοποίησε, ο εγγράμματος για την εποχή εκείνη, μουχτάρης του χωριού Τσαραπλανά Αθανάσιος Τσάβαλος, ο οποίος κινούμενος από αγάπη για το χωριό του προσπάθησε να διασώσει τα ιστορικά γεγονότα που αφορούσαν τον γενέθλιο τόπο του. Όπως αναφέρει δε ο ίδιος ο Αθανάσιος Τσάβαλος, "την ιστορίαν αυτήν την επήρα από αδελφόν Παπανικολάου πνευματικού, Παπαβασίλειον Μάτζικα όπου εκατοικούσε εις τον Πύργον στο Μοναστήρι Άγιον Κων/νον και τα όσα έγραφε τα του τόπου μας, τα έγραψα να ευρίσκονται και να τα εύρουν άνθρωποι της χώρας μας". Το χειρόγραφο αυτό του Αθανασίου Τσάβαλου που γράφτηκε το 1846 με την επιγραφή "Κόντικας για κάθε υπόθεση της χώρας και για τα συνόρατά της", βρέθηκε στα χέρια του ομώνυμου εγγονού του στο χωριό Τσαραπλανά (Βασιλικό). Ένα μεγάλο μέρος του και ίσως το πιο ενδιαφέρον χάθηκε κατά τα δίσεκτα χρόνια της γερμανοϊταλικής κατοχής. Φαίνεται ότι ο ειρημένος Αθανάσιος Τσάβαλος ήταν πολύγραφότατος. Τούτο τεκμαίρεται από την παρακάτω παράγραφο που βρίσκεται στον αναδημοσιευόμενο "Κόντικα".
"Εγώ έγραψα καθώς έφθασα τους παλαιούς όπου μου τα εδιηγόνταν έστοντας να ήμουν ολίγον περίεργος και πάντα ερώταγα να μανθάνω τα των παλαιών, περί ηθών, περί συνηθειών, περί τόπων και ότι άλλο μου έρχονταν εις τον νούν, ήθελα νά τά γράψω πρός ένθύμησιν τών μεταγενεστέρων".
Ό,τι διασώθηκε δημοσιεύτηκε από τον παλιό δάσκαλο, Σπύρο Κοντονάσιο, το έτος 1952 στο περιοδικό "Ηπειρωτική Εστία" τόμος Α’ σελ. 800 [σ. ιστολ.:το δημοσίευμα παρατίθεται παρακάτω αυτούσιο] από όπου και αντιγράφεται επακριβώς καθώς είχε δημοσιευθεί: (Διατηρήθηκε η ορθογραφία του δημοσιεύματος).


Από τήν παλαιότερη ιστορία τού Βασιλικού (Τσαραπλανών).

Από παληό χειρόγραφο βιβλίο του εκ Βασιλικού (παληά Τσαραπλανών) Θανάση Τσάβαλου, αποβιώσαντος προ πολλών ετών, που τώρα μέρος του μονάχα, γιατί το υπόλοιπο χάθηκε κατά την κατοχή βρίσκεται στα χέρια του εγγονού του Αθανασίου Τσάβαλου, κατά αντιγραφή του Διευθυντού του εκεί Δημοτικού Σχολείου κ. Σπυρίδωνος Κοντονάσιου. Ο αντιγράψας εδήλωσε ότι δεν κράτησε παντού την ορθογραφία του χειρογράφου, από φόβο μήπως δεν γίνη αυτό από όλους αντιληπτό."

1846 Μαΐου 1 Τζαραπλανά
Κόντικας για κάθε υπόθεση της χώρας και για τα σύνορατά της. Εδώ θέλω σημειώσει και διά τη δυστυχισμένη χώρα Τζαραπλανά, πως ήταν και πως έγινε τζιοφλίκι πουλημένο μόνον με λόγον με σταμινά [1] από τήν αγνωσίαν των κατοικούντων εν εκείνω τω καιρώ και κάμνομεν την αρχήν.

"Αφού ήρθαν οι Τούρκοι και εκυρίευσαν, ήταν έτος από Χριστού 1352 ήτοι χίλια τριακόσια πεντήκοντα δύο και απέρασαν ειρηνικά ετούτοι οι τόποι ως 100 χρόνια διότι εγράφησαν σπαχίδες [2] ετούτος ο τόπος και σαν επάρθηκε και η πόλη η βασιλεύουσα εις τους χρόνους 1453 τότες αγρίεψαν οι Τούρκοι κατεπάνω τα των Χριστιανών και έστειλαν ορισμούς και εχαλούσαν τις εκκλησιές και τα κάστρα και έγιναν μεγάλες ταραχές και κλαυθμός ανεκδιήγητος, έως 2 χρόνους και μετά 2 χρόνους έστειλαν παρηγορίαν σε τούτα τα μέρη και έτζι ησύχασαν και εκάθησεν ο καθένας στον τόπο τους. Όστις θέλει ας στοχαστεί τα απάνω Φραστανά, Διπολίτσα, Αβαρίτσανη, Λαχανόκαστρο και ολούθε, όπου ωσάν έφυγαν δεν ματαγύρισαν οπίσω ήβρεν ο καθένας τόπον όπου του άρεσε και έμεινε. Ετότες και οι δυστυχείς Τζαραπλανίτες είχαν διασκορπισθή και έμεινεν η χώρα Τζαραπλανά έρημος έως τριάντα 30 χρόνους.

 Όμως σαν ερήνευσεν ο τόπος ετότες αρχίνησαν από ολίγοι ολίγοι και εματαμαζώνονταν ο κάθε ένας εις το χωρίον του και από άλλους εντοπίους και ξένους και από καιρόν εις καιρόν αυγάτισαν οι άνθρωποι. Όμως μερικοί που δέν ηθέλησαν να γυρίσουν οπίσω εις το χωρίον εφθόνησαν εκείνους όπου ήλθαν και εκατοίκησαν και τους εχθρεύονταν και ήρχονταν και τους επείραζαν ως ληστάδες και οι πτωχοί κατοικούντες επέρασαν με πολλήν πείραξιν ως τα εζούσαν εκείνοι οι φθονεροί έως που απέθαναν εκείνοι οι παλαιοί εκείνου του καιρού. Πλήν όσοι ήσαν γνωστικοί και ήβραν τόπους καλούς δεν εματαγύρισαν, ωσάν ή Δεπαλίτσα, ωσάν η Μισαριά, Οστανίσα, Αβαρίτσανη οποίες ήσαν χώρες αστολισμένες με πλούσιους και με αρχόντους, όπου αυτά τα χωριά έμειναν ακατοίκητα από τους εντοπίους, μόνον μετά καιρού εμαζώνονταν από ολίγοι πτωχοί και εντόπιοι όσον και ξένοι και καταστάθηκαν ετούτα τα χωριά και εζούσαν όχι τόσον ταχτικά, μόνον με χυδαία και βάρβαρη ζωή και από καιρόν εις καιρόν αυξάνοντας οι Τούρκοι, οι Χριστιανοί δεν είχαν ειρήνην από αυτούς, τους επείραζαν και έτσι έπιαναν αφεντάδες ο κάθε ένας όπου να τους αρμόζει διά να τους διαφεντεύουν και να τους φυλάγουν από τους κακούς και διεφθαρμένους. Και τα ήθη όμως σε τούτα τα μέρη, ήγουν Δεπαλίτζα, Μεσαριά, Οστανίτζα, Τζαραπλανά και Λαχανόκαστρο τα διαφέντευαν οι αφεντάδες από Πρεμέτι. Αυτοί τα είχαν κυριεύσει έως τα 1700. Από τα 1700 και ύστερα τα εκυρίευσαν από το Αργυρόκαστρο και τους έδιωξαν τους Πρεμετινούς και τα όσα χωριά ήταν αποκείθεν ή- γουν Δεπαλίτσα και υπόλοιπα τα βαστούσαν κάμποσον καιρό έως έγιναν μποσιάδες [3] από Φράσαρι τους έδιωξαν και τα εκυρίευσαν αυτοί οι Φρασιαλήδες έως αύξυσαν οι λεγόμενοι Καραμουρατάτες και ετότε τα πήραν οι Καραμουρατάτες από τους Φρασιαλήδες τάχα ως αγορά κατά το έτος 1740. Εκείνους τους καιρούς στα 1742 εκατέβη ο βεζύρης της πόλης με στρατεύματα δυνατά έως 100.000 διά να πολεμύση τους Κορφούς και απέρασαν από τούτα τα μέρη και εκόνεψαν [4] τον κάμπο της Μεσαριάς όπου ήταν το παζάρι της Πωγωνιανής και του έκαμαν τη μεγάλη τιμή και δεξίωσιν οι αφεντάδες και η εβρισκόμενη χώρα Δεπαλίτσα και Μεσαριά και αυτός τους έδωσε διά χάριτα της δεξίωσις φιρμάνι Βασιλικόν να μην πληρώνουν το λεγόμενον Ποκλόνι [5].

Από εδώ αρχίζομεν την ιστορίαν πως έγιναν τα Τζαραπλανά τσιοφλίκι του Αλή Μπέη από το Κάστρο διά να ειπούμε μερικά έως τα 1720 όπου εκυρίευσαν οι Πρεμετινοί. Καθώς άνωθεν είπαμεν οι Τζαραπλανήτες πάντοτε με τον φθόνο εζούσαν και με κακίαν τρεφόμενοι δεν ημπορούσαν να ιδούν ένας υπέρ του άλλου το καλόν και τόσον φθόνον είχαν από την αγνωσιάν τους όπου αγαπούν καλύτερον τον θάνατον του πλησίον τους παρά να ζη με ολίγην ευτυχία και αν τον ιδούν όπου να ζη ο πλησίον τους με παντελή δυστυχίαν ετότες σβύνει και λιγοστεύει ο φθόνος από αυτούς. Και όμως βλέποντας τον Παπαστέργιον όπου είχε το προς αυτάρκειαν και εζούσεν εκείνους τους καιρούς με απλή ζωήν ολίγην κυβέρνησιν και είχεν και το όνομα τάχα ως προεστώς τους, ετούτοι από τον φθόνον τους τον πολύν δεν ημπορούσαν οι άθλιοι να υποφέρουν και διά να τον πτωχύνουν είχαν όλην την έγνοιαν και επειδίς εκείνους τους καιρούς ήταν ένας λήσταρχος και παγκάκιστος όπου ζούσεν με αυτόν τον τρόπον της λησταρχίας και αδικίας λεγόμενος Μαντέλος εκείνου επρό δωσαν το παιδί του Παπαστέργιου και το εσκλάβωσεν.

Ο Σκόρδας και Μαρίτσης και με άλλους συνομοίους του έγιναν αίτιοι του τοιούτου κακού και ο Παπαστέργιος (μη) θέλοντας να δώση άσπρα να αγοράση το παιδί του το Δήμου από το Μαντέλο μόνον επούλησε τον τόπον του ήγουν τη μπάσινά του δια 260 γρόσια των Πρεμετινών αγάδων και εξαγόρασε τον υιόν του εις τα 1723 και οσάν έγινεν αρχήν όπου επούλησε ο Παπαστέργιος τη μπάσινά [6]  του άρχισαν και οι άλλοι χωριανοί και επου λήθησαν οι μισοί ώστε έφκιασαν και Κονάκι [7] ήγουν Κούλα οι Πρεμετινοί όπου έχουν ο Μαρίτσης το σπίτι και τα Ρουσάτικα και ως έμαθεν ο Αλήμπεης από το Αργυρόκαστρο όπου επουλήθηκαν οι Τζαραπλανίτες από ένας-ένας διότι το ανήγγειλαν το βιλαέτι [8] του Αλήμπεη και έτζι έστειλε και επήρε από αυτούς έως 26 νομάτους και τους έβαλε στο χαψανά [9] έξη μήνες και ετότες δεν είχαν τι να κάνουν πως να ελευθερωθούν μόνον έστειλαν και επούλησαν το βίον τους ήγουν τα πρόβατά τους και τα γελαδικά τους και επήραν τα άσπρα και έδωκαν των Πρεμετινών και εξαγοράστηκαν οπίσω και έμειναν πάλι χωριό και με αυτόν τον τρόπο τους απέλυσε ο Αλήμπεης και ήρθαν στα σπίτια τους.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
[1]  Σταμινά = ίσως στανικά, με το στανιό (έκφραση που συνηθίζεται στο Βασιλικό), υποχρεωτικά.
[2]  Σπαχίδες ή σπαχήδες = οι τιμαριούχοι, οι φεουδάρχες, οι ιππείς ατάκτου τουρκικού σώμα¬τος. Εδώ προφανώς εννοεί χριστιανούς στρατιώτες στην υπηρεσία των Τούρκων.
[3]  Μποσιάδες από Φράσαρι = Η Φράσαρη ή το Φράσαρι είναι χωριό της Αλβανίας (εκείθεν της Διπολιτσάς) χωριό με καπετανέους, πολεμιστές, πονηρούς και άρπαγες. Αλλά και καλούς χορευτές. Υπάρχει και χορός Φράσιαρη ή Φράσιανη, βαρύς μερακλίτικος, δύσκολος Αρβανίτικος χορός. Οι μποσιάδες ήταν ένοπλο, αρπακτικό, ληστρικό Τουρκο-Αλβανικό τμήμα μέχρι είκοσι άτομα. Κάτι ανάλογο με την Τουρκική κοσιάδα ή εικοσιάδα.
Μπόσιης = πονηρός, άρπαγας, πολεμιστής.
[4]  Κονεύω = στρατοπεδεύω.
[5] Ποκλόνι = ποκ-κλουν = τούρκικη λέξη - ακαθαρσία.
Ποκλόνι = επιβληθείς τούρκικος φόρος για τη βρωμιά. Κάτι, ανάλογο με το φόρο καθαριότητας που έχουμε κι εμείς σήμερα - τέλη καθαριότητας.
Σημείωση: την ερμηνεία των λέξεων [3] και [5] μας έδωσε ο τέως Σχολικός Σύμβουλος Ειδικής Αγωγής κ. Σωκράτης Οικονόμου.
[6] Μπάσινα ή μπάστινα = η ιδιόκτητη περιουσία.
[7]  Κονάκι = στην τούρκικη γλώσσα είναι το διοικητήριο, στην ελληνική είναι το κατάλυμα, ο χώρος διαμονής.
[8] Βιλαέτι = τούρκικη διαίρεση της χώρας που περιελάμβανε πολλούς νομούς.
[9]  Χαψανάς = η φυλακή, το κρατητήριο.

Πηγές:
►Το παραπάνω κείμενο είναι απο το περιοδικό "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" Τεύχη 250 (Μαϊος-Ιούνιος 1998)και 251 (Ιούλ. Αύγ. 1998)
Η φωτογραφία στην αρχή του κειμένου είναι απο το βιβλίο του Κώστα Κωστούλα: "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΝΤΑΖΙΔΗΣ-ο πρωτοπόρος φωτογράφος του Πωγωνίου "(Ιωάννινα 2005)-ψηφιακή επεξεργασία δική μου.
►Οι υπόλοιπες εικόνες επιλογή δική μου

►Το δημοσίευμα στο περιοδικό "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ "τ-8 :








ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ Χ.Κ.















Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Μία μικρή πραγματεία περί κασσιώπιτας...


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ: Τά δύο αξιόλογα κείμενα που σας παραθέτω παρακάτω αποτελούν μιά μικρή πραγματεία γύρω απο το  όνομα την προέλευση και την παρασκευή - με ιστορικές, γλωσσολογικές και λαογραφικές αναφορές - της γνωστής σε όλους μας νοστιμότατης κασσιώπιτας (χυτή την λέμε στη Βήσσανη). Τα δύο αυτά κείμενα  εντόπισα σε παλιά φύλλα της εφημερίδας "ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ" (02/02/1901 και 09/02/1901) και ανήκουν  το πρώτο στον Χρήστο Χρηστοβασίλη - δημοσιογράφο, συγγραφέα και σημαντικό εκπρόσωπο της Ηπειρωτικής λογοτεχνίας και στον Αθανάσιο Πετρίδη - σχολάρχη , που συνέταξε το κείμενό του ως απάντηση στο πρώτο. 
Υπάρχει και ένα τρίτο κείμενο σχετικά με το θέμα του γνωστού μας συγχωριανού (Βησσανιώτη) αείμνηστου Σπ. Στούπη με τίλο "Πίτα των Κασωπαίων" δημοσιευμένου στην εφημερίδα "Κερκυραϊκά Νέα" (Φύλλο 268 κ. ε.) το οποίο δυστυχώς δεν κατάφερα να έχω παρά τις επίμονες προσπάθειές μου.
Η μεταφορά των δύο κειμένων εδώ, έκρινα σκόπιμο να γίνει αυτούσια, με την ορθογραφία του πρωτότυπου και βεβαίως σε πολυτονικό σύστημα γραφής. Οι αναγνώστες που γνωρίζουν την δυσκολία του εγχειρήματος θα με συγχωρήσουν ίσως πιο εύκολα για τα πιθανά ορθογραφικά λάθη που ίσως να παρουσιάζει το κείμενο... 
Ανεξαρτήτως βεβαίως των επιμέρους συμπερασμάτων που μπορεί να εξάγει ο αναγνώστης απο τα δύο κείμενα όσον αφορά το όνομα ή την προεύλευση της "φτωχικής" κασσιώπιτας, αυτή θα παραμείνει νομίζω ες αεί ένα απο τα πιό νόστιμα και προσφιλή εδέσματα της Ηπειρώτικης - και όχι μόνο-κουζίνας!!!
ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΤΩΡΑ ΤΑ ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ...(και γαιτί όχι...ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΟΡΕΞΗ!!!)
Η ΚΑΣΣΙΩΠΗΤΑ

Η Ο ΚΑΣΣΙΩΠΑΙΟΣ ΠΛΑΚΟΥΣ

Ἐν Ἠπείρω σήμερον, οὐχί μόνον παρά τῶ όχλῳ, άλλά καί παρά τοῖς κατά τι ἀναπτυγμένοις εἶνε ἄγνωστον τό ὄνομα τής πάλαι ποτέ περιφήμου Ἠπειρωτικής πόλεως «Κασσιώπης», ἀμφίβολον δέ ἐάν καί οἰ πολυάριθμοι ἀπόφοιτοι  τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις γυμνασίου εἶνε εἰς θέσιν νά γνωρίζωσί τι περί αὐτής, ἔνεκα τοῦ κακοῦ συ­στήματος, τό όποίον δυστυχῶς διέπει τά τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς τε ἐλευθέρας καί τῆς ὑποδού­λου Ἐλλάδος.
Ὠς γνωστόν ἐκ τῆς ἱστορίας ἡ περίφημος καί ἀρχαιοτάτη αὕτη πόλις τῆς Ἠ­πείρου Κασσιώπη, ἤτις εἰς τοιαύτην δόξης ἀκμήν εἶχε φθάσει, ὥστε καί ἴδιον νόμισμα ἔσχε καί ὑπό πολλῶν χιλιάδων κατοίκων κατῳκεῖτο, συγκατεστράφη μετά ἑβδομήκοντα ἄλλων Ἠ­πειρωτικῶν πόλεων κατὰ τό ἔτος 168 π. X. ὑπό τοῦ νικήσαντος τὸν βασιλέα τῆς Μακεδο­νίας Περσέα, Ρωμαίου ὐπάτου Παύλου Αἰμιλίου, ἕνεκα τῆς μετὰ τοῦ ἡττημένου ἡγεμόνος συμμαχίας των, ὁ ὁποῖος ὕπατος ἐν μιᾷ καί μόνῃ ἡμέρᾳ έκατὸν πεντήκοντα ὅλας χιλιάδας ψυχῶν ᾐχμαλώτισε καὶ τίς οἶδε πόσους ἄνδρας ἐφόνευσεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, οἱ δέ φυγόντες τόν θάνατον καὶ τήν αἰχμαλωσίαν ἐκ τών Κασσιωπαίων θά ἐξηκολούθουν ἐν σμικρῷ ἀριθμῷ κατοικοῦντες αὐτήν, καὶ μετὰ τὸ θλιβερὸν γε­γονὸς φέρουσαν ἔτι ἐν ἀσημότητι τὸ ἑλληνικώτατον αὐτῆς ὄνομα, καί, τίς οἶδε μετὰ πόσους μετὰ ταῦτα αἰῶνας ἀποκατεστράφη μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ν’ ἀποσβεσθῇ αὐτό, διὰ τῆς διασκορπίσεως τῶν τελευταίων αὐτῆς κατοίκων εἰς διαφόρους τῆς Ἠπείρου γωνίας ἤ ἄλλας ἑλλη­νικὰς επαρχίας.

Οἱ ἄποικοι Κασσιωπαῖοι ἤ διότι δέν συνηθίζετο τότε, ἤ διότι δέν ἠδυνήθησαν ν' ἀποτελέσωσιν ἴδιον πόλισμα, ἤ ἔνεκα θλιβερῶν ἀναμνή­σεων, δέν μετεφύτευσαν τὸ ὄνομα τής ερήμου μητροπόλεώς των, ὡς ἔπραξαν πρό τινων ἑκατονταετηρίδων καί ἐντεῦθεν πολλαί Ἠπειρωτικαί ὁμάδες ἤ αποικίαι, ἐγκαταλείψασαι τὰ χωρία των, ἔνεκα τῆς έξομωσίας, τῆς λυμαινομένης τότε τήν Ἤπειρον, ἤ ἄλλων πολιτικῶν ἀκατα­στασιῶν καὶ ἐγκατασταθεῖσαι εἴτε ἐντός εἴτε ἐκτός τῆς Ἠπείρου, καί ἰδίως έν Πελοποννήσῳ, οὕτω δέ Κασσιώπη καί Κασσιωπαῖοι διά παντός ἐξηλείφθησαν. Ἐν τούτοις ὅπως, καίτοι μετά πάροδον τοσούτων αιώνων, σώζεται τό ὄνομα τῆς Κασσιώπης έν ὀλιγίστοις τής Ἠ­πείρου χωρίοις, πρός δυσμάς τῶν Ἰωαννίνων, εἰς τήν σύνθετον λέξιν  «κασσιώπητα», κατά συγκοπήν, άντί «κασσιωπόπητα», συγκοπέντος τοῦ «πο» χάριν εὐφωνίας, ὡς ἐπαναλαμβανο­μένου τοῦ π ἐν δυσίν ἀλλεπαλλήλοις συλλαβαῖς, ἥτις λὲξις σημαίνει εἶδός τι πήτας, ζυμαρόπητας καθ ’ ὅλην τήν λοιπήν Ἤπειρον ὀνομαζομένη.

Ἴσως αὐστηρός τις ἑλληνιστής θελήσῃ νά διαφιλονεικήσῃ τήν ἑλληνικήν ἰθαγέ­νειαν τής λέξεως Κασσιώπητα, διό θά εἴπη ὀλίγα τινά περί τῆς ἐτυμολογίας ἤ προελεύσεως τῶν δύο αὐτής συνθετικῶν μερῶν  κ α σ σ ι ώ- (πό)-πητα, ἀλλά πρός εὐχερεστέραν κατανόησιν τῆς ἐτυμολογίας ἔκρινα καλόν νά δώσω πρῶτον ἐνταῦθα τήν μαγειρικήν συνταγήν τῆς περί ἦς  ὁ λόγος
Το κείμενο του Χρ. Χριστοβασίλη
κασσιώπητας 
εἶνε ἐκ σίτου· ρίψε ἐντός αὐτοῦ ἄλευρον τόσον, ὄσον χρειάζεται νά ἐξαφανισθῇ τό νερόν, ἀναδεύουσα τήν ζύμην διαρκῶς διά τοῦ κοχλιαρίου· ρίψε τό ἀναγκαῖον ἅλας, τό ἀναγκαῖον ἔλαιον ἤ βούτυρον, ἤ λῖπος καί ἀφοῦ καλῶς ἀναδεύσῃς τήν ζύμην, χῦσε αὐτήν ἐντός τοῦ τεψίου, ἅπλωσον αύτήν τῇ βοήθείᾳ τοῦ κοχλιαρίου μεχρισότου καλυφθῇ ὁμοιομόρφως ἡ εσωτερική τοῦ τεψίου ἐπιφάνεια, χῦσε ἐπί τοῦ οὔτως σχηματισθησομένου μίγματος ἔλαιον ἤ βούτυρον ἤ λῖπος καί πέμψον αὐτό είς τόν κλίβανον ἤ θέσον ὑπό τήν πεπυρακτωμένην γάστραν πρός ψῆσιν. Ἀφοῦ ψηθῇ καλῶς ζεμάτισον τήν ἐξωτερικήν τοῦ μίγματος ἐπιφάνειαν διά ζέοντος ὕδατος ἀναμεμιγμένου μετ' ἐλαίου ἤ βουτύρου ἤ λίπους, μόνον ἐάν αὐτό εἶνε ἐξ ἀλεύρου ἀραβοσίτου, καί μετά παρέλευσιν πέντε λεπτῶν ἔχετε ἐνώπιόν σας λαμπράν κασσιώπηταν καθ ’ ὅλα ἐτοίμην πρός βρῶσιν.

Ἀλλά, τί ἄλλο εἶναι τό οὕτω προπαρασκευαζόμενον ἔδεσμα, ἤ ζυμαρόπητα, δηλ. πήτα ἐκ ζυμαριοῦ, ὅπως καί ἅπασα ἡ Ἤπειρος ὀνο­μάζει αὐτό.

Ἀφοῦ ἐγνώρισεν ἤδη ὁ ἀναγνώστης τίνι τρόπῳ προπαρασκευάζεται ἡ περί ἧς ὁ λόγος κασσιώπητα εἰσέλθωμεν εἰς τήν ἐτυμολογίαν τῶν δύο λέξεων, ἐξ ὦν ἀποτελεῖται τό ὄνομα αὐτῆς.

1ον) Ἐτυμολογία τοῦ πρώτου συνθετικοῦ μέρους κ α σ σ ι ο (πο]-

Ἠ λέξις αὕτη ἐάν δέν εἶνε ἐκ τού βλαχικοῦ κ ά σ σ ι α=τυρός εἶνε ἐξάπαντος ἐκ τοῦ ἑλληνικού Κ α σ σ ι ώ π η. Ἀλλά τό ὅτι δέν εἶνε βλαχική ἡ λέξις αὕτη ἀποδεικνύεται πρῶ­τον μέν ἐκ τῆς σημασίας τῆς λέξεως κ α σ σ ι ό π η τ α=ζυμαρόπητα,  διότι ἄλλως θά ἐσήμαινε τήν τ υ ρ ό π η τ α ν, δεύτερον δέ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ εν Ἠπείρῳ ἑλληνική γλῶσσα οὐδέποτε οὐδεμίαν ἔλαβε λέξιν παρά τῶν δύο ἄλ­λων ἐγκληματισθεισών ἐκεῖ γλωσσῶν, τῆς ἀλ­βανικής καί τῆς (κουτσο)βλαχικῆς ἐνῷ ἀπεναντίας αὖται ἐπλουτίσθησαν δι ’ ἀπείρων ἑλληνικῶν. Καί τρίτον, ἐάν ὑποτεθῇ ὅτι χωρία τινά τῆς Ἠπείρου, ἐλθόντα εἰς συνάφειαν μετά τῶν (κουτσο)βλάχων ἔλαβον παρ’ αὐτῶν τήν λέξιν κ ά σ σ ι α-τυρός  βεβαίως θά ἐλάμβανον αὐ­τήν ὅπως ὀνομάσωσιν ὅ,τι αὕτη σημαίνει δηλ. τόν τ υ ρ ό ν καί οὐχί τό ζυμάριον. Πρός τούτοις δε εν Ἠπείρω αἱ πῆται ἔχουσι διάφορα ὀνόματα κατά τά εἴδη αὐτων, δηλ. τυρόπητα, λαχανόπητα, ριζόπητα, κολοκυθόπητα, κρεατόπητα κρομμυδόπητα κλπ. θά ἦτο δε ἄντικρυς παραλογισμός νά παραδεχθῇ τις ὅτι οἱ Ἕλλη­νες Ἠπειρῶται, ὡς νά ὑστεροῦντο γλώσσης, δυναμένης νά σχηματίζῃ συνθέτους λέξεις ἔλαβον μίαν (κουτσο)βλαχικήν κ α σ σ ι α=τυρός διά νά ὀνομάσωσι τό ζυμάρι. Τότε μόνον δέν θά ἠδανάμεθα ἤ νά παραδεχθῶμεν τό πρῶτον συνθετικόν μέρος Κ α σ σ ι ω (πο) ὡς βλαχικῆς κα­ταγωγῆς ἐάν κ α σ σ ι ώ π η τ α ώνομάζετο ἡ τυρόπητα, ἀλλ ’ ὅταν ὀνομάζεται οὕτω ἡ ζυμα­ρόπητα, εἶνε τρανωτάτη ἀπόδειξη ότι κ α σ σ ι ώ δέν σημαίνει τυρόν.

2ον) Ἑτυμολογία τοῦ δευτέρου συνθετικοῦ μέρους π ή τ α.

Καί ἡ λέξη αὕτη εἶνε παρεφθαρμένη μέν ἀλλ’  ἑλληνικωτάτη, παράγεται δέ ἐκ τῆς λέξεως πηκτή, μεταβληθείσης εἰς :
1ον) π ή κ τ η κατά τό Χριστός-Χρῆστος κλπ. 
2ον) π ή χ τ η κατά τό  χαράκτης-χαράχτης 
3ον)πήχτα κατά τό  κακή-κακιά, γλώσσας καί οὐχί γλώσσης καθό προτιμωμένου τού α ἐν τῇ καθομιλουμένῃ.
4ον) πήτα ἐξομοιωθέντος τοῦ χ ἤ ἐκθλιβέντος χάριν εὐφωνίας, ὡς συνήθως συμβαίνει εἰς πολλάς τῆς καθομιλουμένης λέξεις, οἷον πρᾶγμα =πρᾶμμα ἤ πρᾶμα, διό καί ἡ λέξις πήτα δύναται νά γραφῇ μεθ’ ἑνός ή δύο τ.

Έκτεθείσης τῆς ἑτοιμολογίας τῶν δύο συνθε­τικῶν μερῶν τῆς λέξεως Κασσιώπητα δέν μένει ἄλλο νά εἴπωμεν ἤ ὅτι ἡ λέξις αὕτη σημαίνει πήταν κατά τόν τρόπον τῶν Κασσιωπαίων! καί ὅτι τῶν συνθετικῶν αὐτῆς μερῶν, ὄντων ἑλληνικών, καί αὕτη εἶνε ἑλληνική.

Μολονότι ἀπέδειξα ἀρκετά σαφῶς τήν ἑλληνικήν τῆς κασσιώπητας καταγωγήν, ούχ ἧττον, ἵνα μή μείνῃ ὁ παραμικρός ἐνδοιασμός εἰς τό πνεῦμα τοῦ ἀναγνώστου, προσθέτω ὡς τελευταῖον ἐπιχείρημα ὅτι τήν οὕτω λεγομένην κασσιώπηταν=ζυμαρόπηταν οἱ (κου­τσο )βλάχοι ὀνομάζουσι pita di loat=πήταν ἐκ ζυμαρίου! καί οὐχί pita di cassia=πήταν έκ τυροῦ, ώς ὀνομάζουσι τήν τυρόπηταν.

Δέν γνωρίζω πῶς λέγεται εἰς τά διάφορα τῆς Ἑλλάδος μέρη τό τοιοῦτον εἶδος τῆς πήτας ἐν Ἠπειρῳ ὅμως ὀνομάζεται ὡς ἐπί τό πλεῖστον ζυμαρόπητα καί μόνον έν τῆ κωμοπόλει Ζίτσῃ 5 ὥρας πρός δυσμάς τῶν Ἰωαννίνων κειμένη καί 15 βορειοδυτικῶς τῶν ἐρειπίων τής Κασ­σιώπης (Ρηνιάσα) καί ἔν τισι τῶν πέριξ αὐτής χωρίων ὀνομάζεται Κασσιώπητα. Τί σημαίνει τοῦτο ; Νά ὑποθέσωμεν ὅτι οἱ τελευ­ταῖοι κάτοικοι τῆς δυστυχοῦς Κασσιώπης ἐγκαταλείψαντες αὐτήν, ἐγκατεστάθησαν εἰς τά πέριξ τῆς Ζίτσης, εἰσαγαγόντες πρῶτοι ἐκεῖ τόν τρόπον τῆς προπαρασκευῆς τῆς κασσιώπητας;
Ἀς ὀμιλήσωσι περί τούτου οἱ σοφώτεροι!
X. Χριστοβασίλης

Σημείωσις: 'Ὅταν ἡ κασσιώπητα προπαρασκευάζεται διά βουτύρου ἤ λίπους δύναταί τις, ἐάν θέλῃ, ν ’ ἀναμίξῃ μετά τῆς ζύμης καί ὀλίγον ψιλοτριμμένον τυρόν.
Και η απάντησις στό: 

Η ΚΑΣΣΙΟΠΗΤΤΑ
ΤΟΥ κ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ   

Ή ὑπό τήν ἀνωτέρω ἐπωνυμίαν ἐν τῇ «Φωνῇ τῆς Ἠπείρου» καταχωρηθεῖσα ὡραία πραγματεία τοῦ κ. Χρηστοβασίλη ἔστιν ἀνάγνωσμα τοῖς Ἠπειρώταις τερψίθυμον, ὡς τό τερψιλαρύγγιον τεμάχιον τῆς Κασσιοπήττας ἐν τῷ στόματι τοῦ ἐσθίοντος αὐτό.

Ἀληθές ὅτι τά ὀνόματα τῶν ἀρχαίων πό­λεων τῆς Ἠπείρου ἐλησμονήθησαν παρά τῷ λαῷ τῶν πλείστων, διασώζονται ὅμως καί τινα ἀκέραια, ὡς Φοινίκη, Χειμάρρα, Αὐλών κλπ. Τινῶν δὲ διετηρήθησαν εἰς τούς τίτλους τῶν Ἀρχιερέων, ώς π. χ. ό Δρυϊνουπόλεως, ὁ Δυρ­ραχίου, ό Φωτικῆς (Παραμυθίας νῦν) κλ. ἄλλα δέ διασώζονται παρηλλαγμένα ἐν τῷ στόματι τοῦ Ἠπειρωτικοῦ λαοῦ, ὡς Γιάννινα ἀντί Ἰωάν ­νινα Β ρ ο ί ν α ἀντί Εὔροια καί τά ὅμοια.

Διὸ ἀναγκάζεται ὁ ἐπιστήμων Ἠπειρώτης νά ἀνασκαλίζῃ τά πάντα, ὅπως ἀνεύρῃ τι ἀρχαῖον λείψανον, οἷον, ἤθη, ἔθιμα, φαγητά, ἐνδύματα καί τά λοιπά ἀναδιφῶν· οὕτως ἔπραξεν ὁ γνω­στός Χρηστοβασίλης· ἀναδεύων τά Ἠπειρωτικά ὲδέσματα ἀνεῦρε τήν Κασσιόπητταν ἔχουσαν  σχέσιν τῷ ἀρχαίῳ ὀνόματι τῆς Κασσιώπης· λίαν ἐπιτυχῶς ἀνέσυρε ἐκ τοῦ βυθοῦ τῶν αἰώνων τήν ἀρχαίαν Κασσιώπην, ὡς δῦται ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης τῶν Ἀντικυθήρων ἀνέλ­κυσαν τόν Ἐρμῆν τόν χαλκοῦν, τό αριστούρ­
Το κείμενο του Αθ. Πετρίδη
γημα τοῦτο τῶν μέχρι τοῦδε εὑρημάτων· ὅθεν συγχαίρομεν ἀπό καρδίας τῷ χρηστῷ Χρηστο­βασίλη διά τοῦτο, παροτρύνοντες τό ἐφ’ ἡμῖν εἰς τήν ἐπέκτασιν τῶν τοιοῦτων περιέργων ερευνῶν.

Αἱ ἔρευναι αὐταί πολλά φέρουσιν εἰς φῶς, ώς ἑρμηνείαν ἀρχαίων λέξεων καί τά ὅμοια· οὕτως ἐγὼ ἄλλοτε μή δυνάμενος νά ἐννοήσω τό παρά τοῖς εἰδυλλίοις τοῦ Θεοκρίτου, ἄν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ἀπαντῶν ὄνομα «ματ τ ύ η» προσέφυγον τῳ Ἠσυχίῳ καί τῷ Μ. Ἐτυμολογικῷ, αλλ΄ ἀμφότερα ἀτελῆ παρέσχον ἔννοιαν καί ἑρμηνείαν «ματτύη χοίρινον ἔδεσμα» ἀλλά τί δύναται ἀκριβῶς νά ἐννοήσῃ τις ἐκ τού­του  ὅθεν διερχόμενος ποτε τά λεγόμενα ζευγάρια τῆς ἐριβώλακος πεδιάδος τοῦ Δελβίνου ἤκουσα παρά τοῖς ζ ε υ γ α ρ ι ώ τ α ι ς οὕτω καλουμένας παρά τῶν περιοίκων κεφαλοχωρίων «κάθησαι, κουμπάρε νά φᾶμε ταῖς μ α τ τ ύ τ α ι ς» καλά ἤρθες ! ἵνα ἐξακριβώσω λοιπόν ὅ,τι κατά νοῦν εἶχον περί μ α τ τ ύ τ α ς ἐκάθησα καί ἔμαθον τά περί αὐτῆς ἐντελῶς. Τήν καταγωγήν αὐτῆς παραλείπω  νῦν διά τό σύν­τομον ἐπιφυλάσσομαι ὅμως να δημοσιεύσω αὐ­τήν εἰς τά ἑπόμενα φύλλα τής «Φωνής» μετά  τήν θεραπείαν τῶν ὀφθαλμῶν μου ἐκ καταρράκτου προσβληθέντων· λέγω ὅμως ὅτι ἔστιν ἔδε­σμα λειχαρίδιον κατά τόν Ἠπειρωτικόν ὅρον τῆς ἐκφράσεως· ὅτε ἤλθον εἰς Ἀθήνας ἀνεκοίνωσα τά περί αὐτῆς τῷ σοφω γέροντι, διδασκάλῳ τού Γένους, κ.  Ἀσωπίῳ λαβῶν ἀφορμήν ἐκ τῶν Πιναίων αὐτοῦ, παρ’ οἷς ἐγένετο μνεία μ α τ τ ύ η ς· ἐνεσκίρτησεν ἐκ τῆς χαρᾶς μαθών τα παντα θερμός δε ὁ λαμπρός Ἠπειρώτης μέ παρώτρυνε νά ἀσχολῶμαι εἰς τοιαύτας ἐρεύνας, ὧν τό πόρισμα καθυπέβαλλον κατά συμβουλήν αὐτοῦ τῳ Φιλολογικῷ Συλλόγῳ Κων)πόλεως διά τοῦ σοφοῦ φίλου καί ἀγαθοῦ Ἠπειρώτου, κ. Ἠρακλ. Βασιάδου.

Τοιοῦτον τι παράλληλον, ἀλλ’ ἐπιτυχέστερον συμβαῖνον παρά τώ χρηστῷ Χρηστοβασίλῃ, ὅστις ἵνα μεταχειριαθῶ τήν φρασεολογίαν αὐτοῦ, λέγει «ἴσως αὐστηρός τις ἑλληνιστής θελήσῃ, να διαμφισδητήσῃ τήν ἑλληνικήν ιθαγένειαν τῆς λέξεως κλ. τήν σύνθεσιν κτλ. τήν ἐκ τοῦ Βλαχικού «κάπιτα» κλ. Βέβαιος ἔστω ὁ καλός φίλος κ. Χρ. Βασίλης ὅτι καί αὐστηρότατός τις ἑλληνιστής οὐ δύναται εἰσφηνωθῆναι καί διάρρηξιν ἐπενεγκεῖν εἰς τήν οὕτω ἄριστα συντεταγμένην πραγματείαν αὐτοῦ ὑπό τε Γραμματικήν, ὑπό τε φιλολογικήν, ὑπό τε γλωσσολογικήν ἔποψιν. Ἡ ἐπιτυχία ἐστί πλήρης· ὁ δέ Χρηστοβασιλης φαίνεται θύων ταῖς χάρισιν οὐ μόνον ἐν τῇ ποιήσει, ἀλλά καί ἐν τῇ πεζογραφίᾳ λίαν δεξιάν χρήσιν ποιούμενος τόσον τῆς καθαρευούσης, ὅσον καί τῆς δημώδους.

Διαφωνοῦμεν δε μόνον κατά τά ἑξῆς:

Ἡ σημερινή στάσις τῆς ἐπιστήμης οὐκ ἀνα­γνωρίζει τήν ἐν εἰκασίαις τοποθέτησιν τῶν ἀρχαίων πόλεων ἐν ἐρειπίοις διασωζομένοις ἤδη· τοῦ λοιποῦ ἡ σκαπάνη τήν τελικήν λύσιν τῶν τοιούτων Ἀρχαιολογικῶν ζητημάτων φέρει. Κατά ταῦτα ἐν Ρινιάσσῃ ἐπιστημονικῶς βεβαίως ἡ Κασσιώπη οὐ δύναται τεθῆναι ἐπ’ αὐτῇ· ἄλ­λοι θέτουσιν αὐτήν πρός Ν. τοῦ ὄρους Ὀλύτσικα.

Τό ὄνομα τῆς Κασσιώπης, καί τοι λησμονη­μένον ἐν  Ἠπείρω διατηρεῖται ἐν Κερκύρᾳ ὁλό­κληρον, εν ᾖ Κασιώπη λέγεται καί σήμερον τό ἀπἐναντι τοῦ  λιμένος τῶν ἁγιων 40 τῆς Ἠ­πείρου κείμενον χωρίον, ὅπερ ἄλλοτε ἦν πόλις ἔχουσα καί ἑδραν επισκόπου πολλάκις διαφιλονεικίσαντος διά τό λείψανον τού ἁγίου Δονάτου μετά τῶν ἀπέναντι ἐν Ἠπείρῳ ἐπισκόπων Βουθρωτοῦ καί αὐτοῦ τῶν Ἰωαννίνων ἀκόμη, ώς ἐγράφομεν εἰς προηγούμενα φύλλα τῆς  «Ηπεί­ρου» ἐν πλάτει· τόρα ἀναφύεται τό ζήτημα· ἐκ τῆς Ἠπειρωτικῆς Κασσιώπης ἐγένετο ὰποικία ἐν Κερκύρᾳ φέρουσα τό αὐτό ὄνομα· ἤ τουναν­τίον ἐκ Κερκύρας εἰς Ἤπειρον. Ταῦτα τά ζη­τήματα χρήζοντα εὐρειῶν ἐρευνῶν πρός τό παρόν ἐπαφίενται τῳ χρόνῳ, τῷ τά πάντα ἀνευρίσκοντι καί διαλευκαίνοντι.

Μόνον τό ζήτημα ἄν εὑρίσκετο ἐν Ἠπείρῳ καί διεσώθη ἐν Κερκύρα, φαίνεται δυσεπίλυτον. Κατά τήν ἐμήν γνώμην τά ναυάγια τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων διεσκορπισμένα ἄλλα αλ­λαχοὖ, δέον νά περισυλλέξωμεν συνετῶς καί ἐπιστημονικῶς, ὁπωσδήποτε άπαντα· οὕτως ὁ Λέων Σγουρός μεσαιωνικός τύραννος Ναυπλίου καί Κορινθίας καί σύμμαχος τῶν δεσποτῶν τῆς Ἠπείρου, ἐν τῳ στόματι τοῦ Πελοποννησιακοῦ λαοῦ ἐλησμονήθη, ἀλλ' ἐν Ἠπειρῳ εἰς ἀρχαῖον μεσαιωνικόν ᾄσμα ἐπεφυλάχθη, ἔχον οὕτως :

Ὁ βασιλῃᾶς κάνει χαρά 
Σγουρέ μου Σγουρέ μου
παντρεύει τόν ὑγιό του
Σγουρέ μ’ κι’ ἁρματωλέ μου. 

Ἐπιφυλάσσομαι ὁλόκληρον νά δημοσιεύσω ἀκολούθως.

Ἀθαν. Πετρίδης
πρῴην σχολάρχης

...//...
Πηγές:
Η φωτογραφία στην αρχή του κειμένου είναι απο:
http://www.greekgastronomyguide.gr/item/kasiopita-zagori/
όπου υπάρχει και η ανάλογη συνταγή

►Παραλλαγές συνταγών της κασσιώπιτας και με διαφορετικά ονόματα (αλευρόπιτα, χυτή, καθαρίπιτα κ. α. ) υπάρχουν αναρίθμητες στο διαδίκτυο...Μερικές απο αυτές:
http://sofissecrets1.blogspot.com/2017/09/blog-post_15.html
ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΟΡΕΞΗ!!!!

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Χ.Κ.