Σελίδες

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Πρακτικόν του Κοινοτικού Συμβουλίου Βησσάνης περί μή μετονομασίας της Βήσσανης. [Πραξις 68η]


Έν Βησσάνη 

σήμερον τήν 10ην του μηνός Φεβρουαρίου 1954 έτους, 

το Κοινοτικόν Συμβούλιον Βησσάνης συγκείμενον 

έκ του Προέδρου αυτού Χριστοφόρου Κ. Σακελλαρίου 

καί τών μελών Γρηγορίου Οίκονομίδου, Τηλεμάχου Στούπη καί Γεωργίου Παπαδοπούλου, 

συνεδριάσαν 

έν τώ Κοινοτικώ Γραφείω καί εύρεθέν έν νομίμω άπαρτία, είσηγησαμένου του κ. Προέδρου αύτού τήν ύπ’ άριθ. Πρωτ. 182) 1—2—54 Εγκυκλίου Διαταγήν του κ. Έπάρχου Πωγωνίου, «Περί μετονομασίας τής Κοινότητος ήμών, καθότι τό όνομα «Βήσσανη» του παρά τω Ύπουργείω Εσωτερικών Συμβουλίου Τοπωνυμιών έχαρακτηρίσθη ξενόφωνον καί άκατάλληλον » καί έπί του θέματος τούτου ό κ. Πρόεδρος τής Κοινότητος θέτων ύπ’ όψιν του Κοινοτικού Συμβουλίου τάς άντιρρήσεις όλοκλήρου τής Κοινότητος άναπτύσει έν έκτάσει καί έν πλάτει τούς ισχυρισμούς του διά τήν μή μετονομασίαν τής Κοινότητος ήμών, στηριζόμενος εις τούς ώς έπεται βάσιμους Εθνικούς, Ιστορικούς καί Γεωγραφικούς λόγους: 

►Η Βήσσανη, κείται έκτισμένη έπί πέντε λόφων καί περιβάλλεται από πολλάς συνδένδρους έκτάσεις καί δάση ούχί μακράν τής Κοινότητος, δικαιολογούσα πλήρως τήν τοπονυμίαν αύτής. Ή Βήσανη έδημιουργήθη άπό τού 1600 έτους. Εις τήν Κεντρικήν Έκλησίαν «'Αγιος Νικόλαος» καί έν τή μονή «Αβελ» εις τέσσαρας εικόνας ύπάρχει άναγεγραμμένον τό έτος 1669



►Δεδομένα ετυμολογίας έκ Σλαυϊκών λέξεων δέν έχομεν, καί ούτε κάν άναφέρωνται έν τή Ιστορία. Εις τά Ηπειρωτικά Μελετήματα τού Λαμπρίδη, είς τήν Ίστορικήν διατριβήν του Μπουκεβίλ ένδιατρίψαντος επί Άλή Πασσά καί του Αγγλου άρχαιολόγου Λήκ έπισκευθέντος τήν Ηπειρον κατά τήν αυτήν έποχήν ή Βήσσανη ύπήρξεν Έλληνικωτάτη κωμόπολις καί κατά τόν Σκαλιέρην Εδρα Επισκοπής Βήσσων, διεφύλαξε δέ τό Έλληνικόν της όνομα άπό τό «Βήσσα» ήτοι: Λάκκωμα—Δασώδης έκτάσεις έν μέσω Ωκεανών βουνών κατά τήν έκφρασιν τού Λήκ

►Η όνομασία της δημιούργημα ούχί Σλαυϊκόν άλλά έδαφικών ιδιοτήτων είναι προϊόν τής Αρχαίας Ελληνικής λέξεως «Βήσσα» (όρεινή κοιλάς— σύνδενδρος) καί ότι ή τοποθεσία καί ή θέσις τής Βησσάνης δικαιολογεί πλήρως τήν όνομασίαν ταύτην

►Η λέξις» «Βήσσα» (δωρικής Βάσσας έλέγετο παρά ποιηταίς καί παρ’ Όμήρω άλλά καί παρά Πινδάρω καί Σοφοκλέϊ (Σύνδενδρος φάραγξ ή Δρυμμώδης Κοιλάς, ώς θυρεός έν Βήσση (Ίλ. Γ. 34) δηλαδή είς τάς όρεινάς κοιλάδας. Εις τό σωζόμενον άρχαιότερον έγγραφον 1760, γράφεται ή Βήσσανη μέ ήτα καί δύο σίγμα καί δέν έχει ούδεμίαν σημασίαν μέ τήν μανίαν τών προσπαθούντων νά άναγάγουν όλας τάς αρχαίας καί νέας Ελληνικός λέξεις είς Σλαυϊκάς τοιαύτας. 

►Επικουρικώς τονίζομεν ότι μέ τήν λέξιν «Βήσσα» άπαντώνται Ελληνικώταται πόλλεις καί χωρία ούχί Σλαυϊκής Προελεύσεως: 
α) Όνομα πόλεως Λοκρών τών Έπικνημήδων έν τώ διαμερίσματι τής Εκαρφείας όνομασθείσα καί αύτη διά τό δασσώδες περιβάλλον (Στράβων 9. 426. Δρυμμώδης τις τόπος) β) Όνομα Δήμου Αττικής άνήκοντος είς τήν Άδρεαντίδα φυλήν παρ’ αύτήν κείται ή άνω Βήσσα. 
γ) Όνομα δύο (2) πόλεων έν Αίγύπτω.

Έπιπροσθέτως ή Σλαυϊκή Επιδρομή δέν άφησεν ύπολείμματα είς τήν περιοχήν ταύτην καταστραφείσαν έκ τών διαφόρων πολέμων καί ούτε άπό του 1600, Χρονολογίας Κτίσεως τής Βήσσανης έδημιουργήθη έν Ήπείρω έμφάνησις καί έγκατάστασις Σλαυϊκών όρδών. 'Η Βήσσανη ύπό τό όνομα τής γνήσιας Ελληνικής προελεύσεως έδημιούργησεν ’Ηπειρωτικόν Πολιτισμόν καί Ιστορίαν καί δέν δυνάμεθα νά άγνοούμεν τούς δύο τούτους πρωταρχικούς παράγοντας μέ όλα τά Γεωγραφικά καί Ιστορικά στοιχεία τής προελεύσεως αύτής 

καί κατόπιν συζητήσεως: 

1) Συμμορφούμενον πρός τήν ώς είρηται Έγγύκλιον τού Έπάρχου Πωγωνίου, 
2) Λαβόν ύπ’ όψιν τήν είσήγησιν τού κ. Προέδρου αύτού άναπτύξαντος έν πλάτει τήν Ίστορικήν σημασίαν τής Κοινότητος ημών, 

βεβαιούν πλήρως τό περιεχόμενον αύτής καί συμφωνούν άπολύτως πρός τάς άπόψεις αύτού πρός ίκανοποίησιν τής έπιθυμίας άπάντων καί έν γενικαίς γραμαίς τών κατοίκων τής Κοινότητος ήμών 

Αποφαίνεται παμψηφεί: 

Εγκρίνει, νά τηρηθή τό όνομα τής Κοινότητος ήμών ώς έχει: «Βήσσανη» ώς Έλληνικωτάτη λέξις καί διά τούς έν τή είσηγήσει, τού κ. Προέδρου τής Κοινότητος ήμών έκτιθεμένους Εθνικούς, Γεωγραφικούς καί Ιστορικούς λόγους, καί άνατίθησιν είς τόν κ. Πρόεδρον αύτού τήν ύποβολήν τής παρούσης άποφάσεως πρός τήν Σεβ. Γενικήν Διοίκησιν Ηπείρου καί πρός τόν κ. Επαρχον Πωγωνίου.

Άναγνωσθείσα καί βεβαιωθείσα ύπογράφεται: 

Τό Κοινοτικόν Συμβούλιον Βησσάνης

Ο Πρόεδρος Χρισ. Κ. Σακελλάριος

Τά Μέλη: 

Γρηγ. Οίκονομίδης, Τηλ. Στούπης, Γεώργ. Παπαδόπουλος



Πηγή: "ΠΩΓΩΝΗΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΚΑ"-Τόμος 2  [Διατήρησα την ορθογραφία του πρωτοτύπου]

Για την προέλευση του ονόματος της Βήσσανης διάβασε και:




ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.

Πρακτικόν του Κοινοτικού Συμβουλίου Βησσάνης περί μή μετονομασίας της Βήσσανης. [Πραξις 68η]


Έν Βησσάνη 

σήμερον τήν 10ην του μηνός Φεβρουαρίου 1954 έτους, 

το Κοινοτικόν Συμβούλιον Βησσάνης συγκείμενον 

έκ του Προέδρου αυτού Χριστοφόρου Κ. Σακελλαρίου 

καί τών μελών Γρηγορίου Οίκονομίδου, Τηλεμάχου Στούπη καί Γεωργίου Παπαδοπούλου, 

συνεδριάσαν 

έν τώ Κοινοτικώ Γραφείω καί εύρεθέν έν νομίμω άπαρτία, είσηγησαμένου του κ. Προέδρου αύτού τήν ύπ’ άριθ. Πρωτ. 182) 1—2—54 Εγκυκλίου Διαταγήν του κ. Έπάρχου Πωγωνίου, «Περί μετονομασίας τής Κοινότητος ήμών, καθότι τό όνομα «Βήσσανη» του παρά τω Ύπουργείω Εσωτερικών Συμβουλίου Τοπωνυμιών έχαρακτηρίσθη ξενόφωνον καί άκατάλληλον » καί έπί του θέματος τούτου ό κ. Πρόεδρος τής Κοινότητος θέτων ύπ’ όψιν του Κοινοτικού Συμβουλίου τάς άντιρρήσεις όλοκλήρου τής Κοινότητος άναπτύσει έν έκτάσει καί έν πλάτει τούς ισχυρισμούς του διά τήν μή μετονομασίαν τής Κοινότητος ήμών, στηριζόμενος εις τούς ώς έπεται βάσιμους Εθνικούς, Ιστορικούς καί Γεωγραφικούς λόγους: 

►Η Βήσσανη, κείται έκτισμένη έπί πέντε λόφων καί περιβάλλεται από πολλάς συνδένδρους έκτάσεις καί δάση ούχί μακράν τής Κοινότητος, δικαιολογούσα πλήρως τήν τοπονυμίαν αύτής. Ή Βήσανη έδημιουργήθη άπό τού 1600 έτους. Εις τήν Κεντρικήν Έκλησίαν «'Αγιος Νικόλαος» καί έν τή μονή «Αβελ» εις τέσσαρας εικόνας ύπάρχει άναγεγραμμένον τό έτος 1669

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Γύρω άπό το κληροδότημα του Ν. Βράγκαλη-Ο ρόλος του αφορεσμού...

Όπως είναι γνωστό, πολλά Ηπειρωτικά κληροδοτήματα δέν έξεπλήρωσαν τόν προορισμό τους σύμφωνα μέ τή θέλησι εκείνων πού τά έδώρησαν καί άλλα δέν έλειτούργησαν καθόλου. Αφορμή δέ πρός τούτο στάθηκαν πολλές φορές, έκτός τής κακής διαχειρίσεως, καί στενοί συγγενείς τών φιλοπάτριδων δωρητών οί όποιοι μέ διάφορες νομιμοφανείς προφάσεις έπενέβαινον άκόμα καί δικαστικώς, προκειμένου νά ώφεληθούν.

Έναν τέτοιο κίνδυνο διέτρεξε καί τό Βησσανιώτικο κληροδότημα του Νικ. Βράγκαλη πού προωρίζετο γιά τήν έξαγορά τής Βησσάνης άπό τούς Τούρκους [βλέπε και ΕΔΩ] δηλ. τήν άποτσιφλικοποίησί της, όπως άφηγείται κατωτέρω ό Κων. Άναστασιάδης. Καί το όποίο έσώθη χάρις στήν έντονη άντίδρασι τών ένδιαφερομένων Βησσανιωτών καί μάλιστα με την άπειλή του άφορισμού έναντίον έκείνων πού ήθελαν νά ώφεληθούν άτομικώς άπ’ αύτό...
Ήταν δέ ό άφορισμός ή άφορεσμός, λησμονημένος σήμερα, έξ ού καί τό «άφορεσμένος» έκκλησιαστική ποινή, πού γιά τά παληά κυρίως χρόνια, έξυπηρετούσε ώς έπί τό πλείστον τήν έννοια του δικαίου, μιά καί δέν ύπήρχε καμιά άλλη άρχή νά ένδιαφερθεί άποτελεσματικά γιά τήν απόδοσί του. Καί άναφέρονται πολυάριθμες περιπτώσεις μυστηριωδών έγκλημάτων, κλοπών κ.ά. πού άπεκαλύφθησαν οί δράσται τους διά του άφορεσμού ή τής απειλής τούτου. Καθώς έπίσης, άλλα περιστατικά ξεκληρίσματος ολοκλήρων οικογενειών ή κακοδαιμονίας αυτών. 
Φόβο καί τρόμο ενέπνεε στούς παληούς χριστιανούς ή άπειλή του άφορισμού, χωρίς μέ τούτο νά έννοούμε οτι δέν ύπήρχαν καί οί έξαιρέσεις. Είδικώτερα, ό άφορεσμένος, άπεκλείετο άπό τήν χριστιανική κοινωνία, δέν ήμπορούσε νά μπαίνει στήν έκκλησία, ούτε νά παρευρίσκεται στις ιεροτελεστίες πού έγίνοντο έξω άπ’ αύτή όπως βαφτίσια, γόμους κ.λ.π.

Τόν Απρίλη του 1911, άφηγείται ό Άναστασιάδης, έπιστρέφοντας άπό τήν Πόλη στό χωριό, πέρασα καί άπό τήν Αθήνα. Έπεσκεύτηκα καί τή σύζυγο του εύεργέτου τής Βησσάνης Νικ. Βράγκαλη, γιά τήν όποία είχαμε μάθει στήν Πόλη, οτι είχε μεταβιβάσει— κακώς— όλόκληρη τήν περιουσία του συζύγου της, τής όποίας ήταν άποκλειστική κληρονόμος, στόν συγχωριανό μας Άθαν. Καλτσουνίδη. Μ’ έδέχτηκε φιλοφρονέστατα καί έγώ τής μετέδωσα χαιρετισμούς καί εύχάς έκ μέρους τής Αδελφότητος. Έν συνεχεία δέ τής έξέφρασα τις άνησυχίες της σχετικά μέ τήν τύχη τής περιουσίας πού προωρίζετο γιά τήν έξαγορά του χωριού κ.λ.π. «Άφηστα μου είπε, έρθε ό Καλ- τσούνης, μ’ έξεγέλασε καί του τάγραψα όλα αύτουνού... Δέν ξέρω πώς βρέθηκα μπόσ’κη καί τόκαμα αύτό... Γιά δέ καί τό χαρτί πού κάναμε...» καί μου έδωκε νά διαβάσω τό συμβόλαιο μετεγγραφής τής περιουσίας στόν Αθανάσιο Καλτσούνη, μετά τόν θάνατό της. Ηταν δέ μετανοημένη καί πολύ στενοχωρημένη...

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Οι ατσαλιές της Λιούντως...


Κάθε παληός Βησσανιώτης θυμάται τή μάλε Λιούντω. 'Η φήμη της άλλως τε έχει ξεπεράσει τά σύνορα του χωριού καί τ’ όνομά της ίσως έχει γίνει γνωστό κι έξω άπό τήν Ελλάδα.
Γιατί λίγα χρόνια πριν άπό τόν τελευταίο μεγάλο πόλεμο, ένας Δανός συγγραφεύς, έπεσκέφθηκε τή Βήσσανη καί συγκέντρωσε άπό τό στόμα της, όπως άκριβώς αύτή ήξερε καί τά έλεγε, ένα σωρό άνέκδοτά της. Δέν ξέρομε όμως τό όνομα του ξένου αύτού συγγραφέα ή άν έξεδόθησαν όσα συνεκέντρωσε γιά νά τά βρούμε. Καί είναι κρίμα, ότι δέν βρέθηκε κανένας έντόπιος νά συγκεντρώσει, όσα μ’ έξαιρετική έξυπνάδα καί ώμή άλλά όχι χυδαία σάτυρα, έλεγε ή τετραπέρατη μά καί έξαιρετικά πικραμένη κατά τά άλλα άπό τή ζωή, ή άξέχαστη έκείνη καλή βησσανιώτισα.
Τά ίδια θά είχαμε νά πούμε καί γιά τόν καλόκαρδο Μήτρο Καρύτση όσο καί τόν Γ. Φίλη. Γιατί άν έγίνετο αύτό, πλούσια θά ήταν ή συμβολή στήν τοπική μας ήθογραφία, λαογραφία, ιστορία κ.λ.π.
Τόσο ό Καρύτσης όσο καί ή Λιούντω μέ τήν άφέλεια καί άπλότητα τών σκηνών πού συνθέτουν παρουσιάζουν φαινόμενο, μεγάλης συγγενείας μέ τήν άρχαία σάτυρα του Άριστοφάνους καί στέκουν σάν σύμβολα μιάς έποχής, πού ή Βήσσανη ήταν σ’ όλη τήν περιοχή «πρώτη στά γρόσια καί στά γράμματα»...


Τό φόκι* γιά παρηγοριά...

(Κατ’ άφήγησι τής γραίας Άγαθής Άναστ. Παπαγεωργίου)

Γύρ’σαν ’πό τό λείψανο, μακρ’γιά ’π έδω, κι ή Σάνα, γεννηά μέ τ΄ Λιούντω, κάθονταν στ’ν κορ’φή στ’ γωνιά βαρυληπημέν’ γιά τό χαμό του γέροντά της, σκεπασμένα τά μάτια της μ’ ένα μαύρο μαντήλι καί γυρ’σμένη κατά τή στιά, νά μή γλέπ’ καέναν... Τ’ν ίδια ώρα, τρωΐρω της, ένα σωρό γυναίκες κάθονταν καί κουβέντιαζαν άπό γάλια, καί.,.νάσου μπαίν’ ή Λιούντω, θεός σχωρέστη καί φωνάζ’ τ’ χήρα σοβαρά, σοβαρά...
«Σάνα, μώρ Σάνα, γιά γύρ’σε κατ’ νά σου πώ». Κι όταν κείν’ γύρ’σε τό κεφάλι της νά ίδεί τί θέλ’ τής λέει, ή Λιούντω άτάραη κι άγέλαστη όπως ήταν τό συνήθιο της, βγάζοντας ’πό τό ζωνάρ’ της ένα φόκι μακρύ, τυλιγμένο μέ πανί δεμένο γύρω γύρω μέ ράμα: «Νά, πάρτο, νά τώχεις τ’ νύχτα νά τό βαστάς νά σ’φέ’γ’ ό πόνος του μακαρίτ’ τ’ Γιάννη»!..
Αναγκαστικά ή πένθυμη όψι του δωματίου όπως ήταν φυσικό άλλαξε άμέσως, τά γέλοια εδωκαν κι έπείραν άπ’ όλους συμπεριλαμβανομένης καί τής βαρυληπημένης χήρας, έκτός άπό...τή Λιούντω!!!


Τί πεθύμησαν κάποιες χήρες...

Η σκηνή στήν κρεβάτα ένός παληού βησσανιώτικου σπιτιού. Ή Λιούντω γνέθ’μέ τ’ ρόκα της καθιστή στό πάτωμα μέ τά ποδάργι’ άπλωμένα. Πλάϊ της ή άν’ψιά της Κωστάντω του Μακρυγιάνη γνέθοντας κι’ αύτή τό ίδιο. Αγνάντια της καθούμενη στό μπάσι ή νύφη τους Άναστάσενα του Παπαγιώργη πλέκοντας πατούνι. Κι' οί τρεις χήρες πάνω άπό 65 χρονών ή κάθε μιά...

Σέ μιά στιγμή π’ δέν έκρενε καμιά λέει ή Λιούντω άτάραχη κι’ άγέλαστη όπως πάντα: «νάχαμ' ένα δεμάτ’ πούτ’.... τί λές Άναστάσενα δέ θάηταν καλά»; Κι’ αύτή μέ τή σειρά της: «Τί λές τάχα μώρ καψο Κωστάντω δέν ξέρω! Έδώ δέν έχομ’ ουτε μιά γιά όρκο, κι’ έσύ θέλ’ς δεμάτ’ κι’ όλε»;
Ή Μακρυγιάνω, Θιός σχωρές τες όλες, βαρυά γυναίκα, ουτ’είλεγε τέτοια λόγια ουτε νά άκούσ’ ήθελε, ήτσου... Βγάζ’ ίσια τ’ ρόκα ’πό τό ζωνάρ’ της νά βαρέσ’ τή Λιούντω στά μέτωρα καί τσ’ λέει: «βούλωσ’ τό στόμα σου, χούμπωσε μέ τσ’ άτσαλιές σου, δέν έντρέπεσαι γρ’γιά γυναίκα, μέ τό ’να ποδάρ’ στόν τάφο καί τ’ άλλο άπ’ όξω καί τσ’ άτσαλιές δέν τσ’ άφίνεις». Κι ή Λιούντω, άφού τραβήχτ’ κε πσίχα παρά πέρα άτάραη: «Καλά, καλά μώρ’ Κωστάντω, καλά,., τάχα δέ θά σ’ άρεγε κι’ έσένα, νά σώκανε κάνας άντρας, ετσ’ για για πσίχα—πσίχα (δείχνοντας χαϊδευτά τό μπούτι της)! Καλά, καλά,... δέν θά σ’ άρεγε τάχα... πουν’ το πές καί απέ....»
Γέλασε, ήθελε δέν ήθελε κι ή δύσκολη στό γέλοιο Μακρυγιάνω... καί ό «άκηκοώς πού μεμαρτύρηκαι»...

Πηγή : Σπύρου Στούπη:"ΠΩΓΩΝΗΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΙΚΑ"-Τόμος 2

*φόκι=κατα πάσα πιθανότητα είναι το "τσόκαλο" του καλαμποκιού...


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Τό Πωγώνι


Tου Χριστόφορου Μηλιώνη*

Λένε πώς όλα τά χέλια του κόσμου ξεκινούν άπό λίμνες καί ποταμούς, διασχίζουν ώκεανούς διαβαίνουν στεριές καί έπιστρέφουν στή θάλασσα τών Σαργασσών γιά νά γεννήσουν καί νά πεθάνουν. Ή κανούρια γεννιά θά κάνη άντίστροφα τό δρόμο τής προηγούμενης ύπακούοντας σ’ ένα άνεξήγητον άταβιστικό νόμο...

"Εναν τέτοιο νόμο άκολουθούν κι’ οί Πωγωνήσιοι (κοινόν άλλωστε στούς πιό πολλούς Ήπειρώτες) χρόνια καί χρόνια τώρα πού άλλοτε έσερνε τό ρεύμα γιά τήν Πόλη καί τή Βλαχιά, καί τώρα πρός τά μεγάλα άστικά κέντρα τής Ελλάδος κι έξω άπ’ αύτήν Αύστραλία Αμερική.
Δέν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο νά μιλώ γιά τό Πωγώνι μακρυά άπ’ αύτό. Τό Πωγώνι είναι πάντα καί μονάχα άνάμνησι καί νοσταλγία.
Τά παιδικά μας χρόνια χαμένα μέσ’ τούς μεγάλους ίσκιους τών βουνών μέ τά σκληρά όνόματα, άνάμεσα Μουργκάνα, Νεμέρτσικα, Κασιδιάρη κι Άκροκεραύνεια. Βουνά, πού οί άνθρωποι μιά καί δέν είναι άναγκασμένοι νά φιλιωθούν μαζί τους, τά παρακάμπτουν καί προτιμούν τις μικρές κοιλάδες καί τις ύπώρειες. Οταν όμως γέρνη νά βασιλέψη ό ήλιος μακρυά πρός τό Αργυρόκαστρο, πίσω άπό τ’ ’Ακροκεραύνεια, άπλώνουν οί ίσκιοι τών βουνών καί κάθονται πλάκωμα πάνω στό στήθος, Κι άντίκρυ, στόν κάμπο τής Δερόπολης τά νερά του Δρίνου στέλνουν άνταύγειες άπό τό ήλιοβασίλεμα, πρώτο έρέθισμα στήν παιδική φαντασία πού τ’ άπλώνει τά κάνει θάλασσα κι άπάνω ρίχνει τά καράβια τής φυγής.

Οχι γιά τήν περιπέτεια. Πριν ώριμάσουν τά παιδιά έχουν κιόλας άποχτήσει τήν σκυθρωπή σοφία του γέρου χωρίς νάχουν περάσει άπό τό στάδιο τής έξαλλης όρμής. Καί θά τήν κρατήσουν σ’ όλη τους τή ζωή τή βαρύτητα στό ύφος. Ισως νάναι αύτός ό ίσκιος τών βουνών, ίσως τά σκαμμένα πρόσωπα τής καθημερινής συναναστροφής, ίσως άκόμη τούτος πού σέρνεται σέ κάποιο φαράγγι - όλος νοσταλγία, συγκρατημένο παράπονο καί στέρηση. 
«Γιώργο μέ πήρε ή άνοιξι, 
πήρε τό καλοκαίρι 

χώρα φουντώνουν τά κλαριά 

καί κλειούν τά μονοπάτια 

Γιώργο καί σύ δέ φαίνεσαι 

δέν κούγεσαι γιά νάρθης».
Τά παιδικά μας χρόνια νανουρίστηκαν μ’ αύτό τό παράπονο τής μάννας πού ζή δίχως τόν άντρα, μέ ιστορίες γιά ληστές, Αρβανίτες καί Καστρινούς μπέηδες. Ακόμα τις θυμούμαστε: Οπως έκείνη γιά τό Βασίλη Δούκα, πού τή δεύτερη μέρα τού γάμου του, τού ζήτησε ό μπέης τή νύφη, τάχα γιά νά ζυμώση τό ψωμί του...
Μπέη μου του άπάντησε, άκόμα δέν τήν είδα έγώ καί θά τή στείλω στό σπίτι σου;
Καί τήν άλλη μέρα βρήκαν τό Βασίλη Δούκα στή μέση του δρόμου μ’ ένα μεγάλο κόκκινο τριαντάφυλλο στό στήθος - τριαμερίτικος γαμπρός.
Η τήν άλλη γιά τό άλογο του γέρου Χρήστου, πού ήταν ρούσο κι όμορφο κι ό μπέης τόχε βάλει στό μάτι κι όλο τό άγγάρευε γιά νά πηγαινοέρχεται στό γονικά του κάστρο ώσπου ό γέρος δέν άντεξε πειά κι ένα πρωί άντί νά τό στολίση μέ χάμουρα καί τραχηλιέο, του φερε μιά στό κούτελο μέ τό τσεκούρι, τάνοιξε στά δυό τό κεφάλι καί τό ξάπλωσε έκεί στή μέση τής αύλής του, νά μή μπορή πειά κανείς νά τού τό πάρη... Κι όταν τόν ρώτησε ό μπέης γιατί τόκανε, του άπάντησε πώς ήταν καιρός νά τό χαρή κι αύτός λίγο....

Θυμούμαστε βέβαια καί τούς παστρικούς όντάδες, κάποιον άγέρα άρχοντιάς στήν ψυχή πειό πολύ καί στά φερσίματα, θυμούμαστε πειό πολύ άκόμα τούς Πωγωνίσιους χορούς μέ άργό βάδισμα, τάσπρα σεγκούνια μέ τά χρυσά κουμπιά καί έκείνες τις όμπόλιες άπό ζοφρανισμένο μετάξι... Καί γύρω στό χορτάρι τούς γερόντους καί τούς ξενητεμένους πού είχαν γυρίσει μέ μιά χρυσή καδένα στό γιλέκο καί τό (τζάνουμ) πρόθυμα πάντα, πού δήλωνε πλούσια καρδιά πειό πολύ, παρά πουγκί.

Κι υστέρα ήρθε ό πόλεμος κι ή κατοχή μέ τό άντάρτικο πού μάς έξοικείωσε μέ άλλα πράματα πού ώς τότε δέν τά ξέραμε: τις καθημερινές μάχες (αύτές οί σφαίρες είναι τροχιοδεικτικές, αύτός ό κρότος ντουφεκιού είναι άπό μάουζερ, τό πολυβόλο πού κροταλίζει είναι Μπρέν), τό θάνατο, τή φωτιά, τούς καπνισμένους τοίχους, καί τήν έλονοσία πού στεφάνωνε τά μάτια μέ μαύρους κύκλους καί έκανε τά κορμιά νά ριγούν στόν Αύγουστιάτικο ήλιο, ξαπλωμένα στή μέση του δρόμου. Μή μου ζήτάτε νά μιλήσω γιά τις καμένες σάρκες...

Λέγαμε πώς πειά δέν θά ξανάρθη Ειρήνη. Κάποτε ήρθε, μά δέν μάς βρήκε. Είχαμε φύγει έμείς. Λίγοι τώρα μένουν έκεί. Κυρίως αύτοί πού περιμένουν σειρά νά κοιμηθούν. Ωστόσο ώσπου νά τούς έρθη ή ώρα κρατούν άνοιχτό τό σπίτι φτιάχνουν τούς δρόμους καί καθαρίζουν τίς αύλές γιά νά μήν κλείσουν άπ' τούς άρκουδόβατους. Γιατί τό καλοκαίρι θά ρθούν τά παιδιά γιά δέκα μέρες νά χορέψουν καί νά τραγουδήσουν Πωγωνήσια τραγούδια στόν τόπο τους...

Ά, τά Πωγωνήσια τραγούδια! Ποιός ξένος μπόρεσε νά τά νοιώση; Κανείς πού δέν είδε ν’ άρχίζη μέ μοιρολόγι γεμάτο πάθος (άλήθεια τί άντινομία) καί νά τελειώνει μέ μοιρολόγι, πού δέν άκουσε τούς μσκρόσυρτους συρτούς ν’άνταλλάσωνται άνάμεσα στό χορό τών άντρών καί τό χορό τών γυναικών, όταν γυρνούν άπό τά μακρυνά ξωκκλήσια:
"Τόν άμμον ά— ή μαύρη έγώ 
τόν άμμον άμμο πήγαινα 

κι άγνάντευα τή θάλασσα."
Τό άκουσα τούτο τό τραγούδι, χαμηλόφωνα, ένα βράδυ κάτω άπό τά φοινικόδεντρα, στήν παραλία τής Βηρυτού.’Ηταν ένας γέρος μέ στεγνό πρόσωπο άκουμπισμένος σ’ έναν τοίχο τού λιμανιού.
Πήγα καί στάθηκα δίπλα του, άρπαξα τόν γνώριμο σκοπό καί συνέχισα μέ βαθύτερη φωνή:
«θάλασσα πι ή μαύρη έγώ
θάλασσα πικροθάλασσα 

τί μούκανες τόν άντρα μου».
Υστερα άπό λίγη ώρα ό γέρος άπό τά ριζά τής Νεμέρτσικας είχε άκουμπήσει στόν ώμό μου πάνω άπ’ τό τραπέζι μέ τά δυό ποτήρια, μιλούσε μέ φωνή πού έτρεμε καί μου ζητούσε νά τού πώ μοιρολόγια. Χάΐ—χάϊ είπε ύστερα, δέ βαστώ άλλο, θά γυρίσω...
—Καιρός είναι τού είπα.
Ό νόμος πού σάς ελεγα είχε άρχίσει νά γίνεται έπιτακτικός μέσα του.
Πήγαινε ν’ άναπαυθή...

*Καθηγητής φιλολογίας


Πηγή: Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα "Φωνή του Πωγωνίου" - Φύλλο 651

Προσθήκη ιστολογίου: 



Επιμέλεια: Χ.Κ.