Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016
Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016
Οι Έλληνες της Β.Ηπείρου καταγγέλλουν ότι Αλβανοί καταπατούν τις περιουσίες τους (Βίντεο)
Θύμα καιροσκόπων έχει πέσει η Ελληνική μειονότητα στη Βόρεια Ήπειρο. Η Μαίρη Τζώρα βρέθηκε στο χωριό Κώσταρι. Εκεί οι κάτοικοι καταγγέλλουν ότι Αλβανοί έχουν καταπατήσει τις περιουσίες τους με πλαστά έγγραφα. Έχουν πάρει, μάλιστα, στην ιδιοκτησία τους, ακόμα και ξωκλήσια
H καταπάτηση των εκτάσεων έγινε εν μια νυκτί κυρίως στο χωριό Κώσταρι ένα αμιγώς ελληνικό χωριό της Βορείου που απέχει μόνο 40 χιλιόμετρα από τα σύνορα. Ελάχιστοι είναι οι Έλληνες που έχουν μείνει σήμερα στο χωριό. Οι περισσότεροι έχουν μετακομίσει στο κεφαλοχώρι το Μεσοποτάμιο. Κυρίαρχο στοιχείο η ορθοδοξία με πολλά ξωκλήσια όπως αυτά του Αι Βασίλη και του Προφήτη Ηλία που τώρα ανήκουν στους Αλβανούς.
Η υπόθεση της καταπάτησης των εκτάσεων στο χωριό Κώσταρι βρίσκεται στα δικαστήρια από το 2005. Μόνο που κάθε φορά που οι κάτοικοι πήγαιναν σε δίκη συναντούσαν εμπόδια. Όποιος δικηγόρος τους αναλάμβανε, παραιτούνταν. Το πρωτοδικείο Τυράννων δεν εκδίκαζε την υπόθεση, ενώ οι δικαστές δέχτηκαν έγγραφο από την οθωμανική αυτοκρατορία με το οποίο ένα στρέμμα ισούται με 1700 τετραγωνικά μετρά.
Οι κάτοικοι στο Κώσταρι είναι σε απόγνωση. Οι καταπατημένες εκτάσεις είναι κυρίως βοσκοτόπια. ΟΙ κτηνοτρόφοι, μάλιστα, αναγκάστηκαν να πουλήσουν τα κοπάδια μην έχοντας που να τα βοσκήσουν
Μέχρι στιγμής, οι Αλβανοί έχουν καταπατήσει χιλιάδες στρέμματα στα μειονοτικά χωριά του Μεσοποτάμου. Έφθασαν στο σημείο μάλιστα να διεκδικήσουν και να πάρουν τελικά ακόμα και το νεκροταφείο στο χωριό Κωσταρι. ΟΙ κάτοικοι παρά τον πόλεμο που δέχονται δεν το βάζουν κάτω και έχουν σκοπό να εξαντλήσουν όλα τα ένδικα μέσα για να δικαιωθούν.
Πηγή:http://www.himara.gr/epikairotita/5861-oi-ellhnes-ths-voreiou-hpeirou-kataggeloun-oti-albanoi-katapatoun-tis-periousies-tous-video
Διαβάστε ακόμη:
Τώρα θα μας χορέψουν...τσάμικο!!!
Πηγή:http://www.himara.gr/epikairotita/5861-oi-ellhnes-ths-voreiou-hpeirou-kataggeloun-oti-albanoi-katapatoun-tis-periousies-tous-video
Διαβάστε ακόμη:
Τώρα θα μας χορέψουν...τσάμικο!!!
Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016
Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016
Κεφαλόβρυσο: Πάει για λουκέτο η Μεταλλουργική;
Πολλά και σοβαρά ερωτήματα για την τύχη της Μεταλλουργικής Βιομηχανίας Κεφαλοβρύσου, προκαλεί η τροπολογία η οποία κατατέθηκε από την Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης Όλγα Γεροβασίλη, και αφορά στην δυνατότητα μετάταξης του προσωπικού.
Ήδη όσοι έχουν πληροφορηθεί το περιεχόμενο της τροπολογίας μιλούν ως το πρώτο βήμα για να μπει λουκέτο στο εργοστάσιο, το οποίο τους τελευταίους μήνες αντιμετωπίζει ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα...
Με τροπολογία που κατέθεσε χθες στο Νομοσχέδιο για την κινητικότητα στο Δημόσιο το οποίο πρόκειται να ψηφιστεί σήμερα από τη Βουλή, δίνει τη δυνατότητα μετάταξης του προσωπικού της Μεταλλουργικής σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, αν φύγουν οι υπάλληλοι, σταματά η λειτουργία της Βιομηχανίας και το «λουκέτο» θα είναι το επόμενο βήμα.
Σοβαρό το πλήγμα
Το πλήγμα απ’ το κλείσιμο της Μεταλλουργικής θα είναι μεγάλο όχι μόνο για το Κεφαλόβρυσο όπου έχει τις εγκαταστάσεις της αλλά και για ολόκληρη την ακριτική περιοχή του Πωγωνίου που μαραζώνει οικονομικά.
Εξάλλου, η Μεταλλουργική αποτελεί τη μοναδική βιομηχανική μονάδα αυτού του είδους και την τελευταία που λειτουργεί στην παραμεθόριο με εργαζόμενους ντόπιους, οι οποίοι παραμένουν έτσι στον τόπο τους.
Με άλλα λόγια, επιτελεί κι εθνικό έργο σε μία ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή, δίπλα στα Ελληνοαλβανικά σύνορα.
Η τροπολογία
Η τροπολογία που κατέθεσε χθες η συμπατριώτισσά μας Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης δίνει τη δυνατότητα να μεταταγούν σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου ή σε Δήμους και Περιφέρειες και στα Νομικά Πρόσωπα αυτών των οργανισμών οι εργαζόμενοι με συμβάσεις αορίστου χρόνου στα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ), στην Ηλεκτρομηχανική Κύμης, στην Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΒΟ) και φυσικά στη Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου. Η τροπολογία αναμένεται να ψηφιστεί σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής μαζί με το Νομοσχέδιο για την κινητικότητα στο Δημόσιο. Προφανώς η κατάθεσή της την τελευταία στιγμή υποκρύπτει σκοπιμότητα…
Μέσα σε δύο μήνες
Σύμφωνα με την τροπολογία της Όλγας Γεροβασίλη, οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι θα πρέπει εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος της διάταξης να υποβάλλουν αίτηση μετάταξης σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, σε συνιστάμενες θέσεις σε υπηρεσίες του Δημοσίου, των Ανεξάρτητων Αρχών, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ, εφόσον υπάρχουν υπηρεσιακές ανάγκες στους φορείς αυτούς με αντίστοιχη κατάργηση της οργανικής τους θέσης.
Μάλιστα, στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους υπογραμμίζεται πως ο αριθμός των μετατάξεων θα συνυπολογιστεί στις νέες προσλήψεις του 2017, όπως αναφέρει σε δημοσίευμά του το «Liberal.gr».
Μεγάλα προβλήματα
Τα προβλήματα τόσο στη Μεταλλουργική Κεφαλοβρύσου όσο και στις υπόλοιπες εταιρίες που συμπεριλαμβάνονται στην τροπολογία περί μετάταξης υπαλλήλων τους έχουν πολλαπλασιαστεί την τελευταία διετία, με αποτέλεσμα αυτές να βρίσκονται στην… κόψη του ξυραφιού και να απειλούνται με «λουκέτο», παρά το γεγονός ότι θα μπορούσαν να παραμείνουν παραγωγικές, υπό κρατικό έλεγχο. Ήδη, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν κατασχεθεί και οι λογαριασμοί τους.
Μακρά ιστορία
Η Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου ιδρύθηκε το 1979, δηλαδή πριν από 37 χρόνια. Το 1983 μεταβιβάστηκε στο δημόσιο ως θυγατρική τότε της «Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων Α.Ε.», με παραγωγή κυρίως εξοπλιστικών προϊόντων. Μετά τη διάσπαση των «Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων ΑΒΕΕ» το 2014, είναι θυγατρική εταιρία των «Ελληνικών Συστημάτων Παραγωγής Πολιτικών Προϊόντων ΑΒΕΕ».
Η Μεταλλουργική παράγει κάλυκες, κυρίως για τον ελληνικό στρατό και κέρματα του ευρώ. Η τελευταία παραγγελία ήταν για τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της δεν απορροφήθηκε ενώ το υπόλοιπο δεν έχει πληρωθεί ακόμη. Λόγω των οικονομικών προβλημάτων η μονάδα έφτασε σήμερα να στερείται φορολογικής ενημερότητας…
Bησσανιώτικη κρεβ(β)άτα...
Απόψε στην κρεβάτα μου
καρσί ΄ταν το φεγγάρι
και τόζωσε ζωνάρι
Έκατσε και μ΄ ερώτησε
γιατ΄ είμαι λυπημένη
βαριά βαλαντωμένη…
-Ο άντρας μου είν΄ στην ξενητειά
και μ΄ έχει παρατήσει
και άλλη αγαπήσει…
-Εγώ θα πάω από κεί
να τον παραμπαρήσω…
-Παρακαλώ φεγγάρι μου
μην τον παραμπαρήσεις…
τύχει στον ύπνο τον βαθύ
και θα τον λαχταρίσεις!!!
Τό πίσω μέρος της φωτογραφίας
Βρήκα την λέξη ΕΔΩ με την έννοια του "παραβγαίνω"-"συναγωνίζομαι" κάποιον.
Όποιος αναγνώστης ξέρει κάτι παραπάνω ας μας το κοινοποιήσει...
Επίσης η λέξη καρσί [karsí] είναι επίρρ. τοπ. : (λαϊκ.) και σημαίνει απέναντι-[τουρκ. karşι]
Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016
Μάρκος Μπότσαρης ο αετός του Σουλίου-Η παραμονή του στο Πωγωνι (1813-1820)
Του Θανάση Δέμου
«Σάραντα κλέφτες ήμασταν, Μάρκο μωρέ Μπότσιαρη,
σαρανταδυό νομάτοι, Μάρκο Μπότσιαρη Σουλιώτη.
Όλοι έναν όρκο κάμαμε μωρέ Μπότσιαρη,
στο Άγιο το Βαγγέλιο, Μάρκο Μπότσιαρη Σουλιώτη.
Ποιός αρρωστήσει από τ’ εμάς, Μάρκο μωρέ Μπότσιαρη,
όλοι να τον κοιτάξουν, Μάρκο Μπότσιαρη Σουλιώτη.
![]() |
| Μάρκος Μπότσαρης:πίνακας του Θεόφιλου |
Αρχίζω την αναφορά μου στον αετό του Σουλίου, Μάρκο Μπότσαρη, με τους στίχους αυτούς παρμένους από έναν ολόκληρο κύκλο τραγουδιών που έχουν σχέση με τους Μποτσαραίους και που εδημιούργησε η Μούσα των Κακολακκιτών στα ολονύχτια γλέντια γόμων και πανηγυριών, για να φανεί η ζωντανή παρουσία του μεγάλου και αγνού ήρωα της Εθνεγερσίας στο χώρο αυτό μέχρι τις ημέρες μας.
Εάν οι άλλοι Έλληνες τον θαυμάζουν για τον ηρωισμό του και το άδολο του χαρακτήρα του οι Κακολακκίτες και τα γύρω χωριά διατηρούν την ανάμνηση του σαν να πρόκειται για δικό τους άνθρωπο. Παρά τα 174 χρόνια που πέρασαν από την ημέρα που έφευγε από τον Κακόλακκο για να πάρει μέρος στο μεγάλο αγώνα, η παρουσία του στο χώρο αυτό είναι αισθητή, ζωντανή και εξακολουθεί να ζει στις καρδιές όλων.
Φυσικά δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την όλη δράση και την προσφορά του ήρωα στην πατρίδα και το Έθνος. Για το θέμα αυτό γράφτηκαν τόμοι ολόκληροι. Σε γενικές γραμμές είναι γνωστά.
Εδώ θα ασχοληθούμε κυρίως με όσα έχουν σχέση με την παραμονή του στο Πωγώνι κα ιδιαίτερα στον Κακόλακκο.
Είναι γνωστό ότι μετά την καταστροφή του Σουλίου και τα διαδραματισθέντα στους βράχους του Ζαλόγγου, οι Τουρκαλβανοί του Αλή πασά πολιόρκησαν τους Μποτσαραίους στο Μοναστήρι του Σέλτσου στα Άγραφα, όπου είχαν καταφύγει. Τον Απρίλιο του 1804, έπειτα από σκληρό αγώνα 4 μηνών πέρασαν με τα γιαταγάνια ανάμεσα από τις εχθρικές γραμμές και έφθασαν στην Πάργα και από εκεί στην Κέρκυρα. Τα γυναικόπαιδα αιχμαλωτίστηκαν. Ανάμεσά τους και η οικογένεια του Κίτσου Μπότσαρη, εκτός από το γιό του Μάρκο, ο οποίος έφθασε στην Πάργα.
Ο σατράπης της Ηπείρου, στην αντιμετώπιση των ισχυρών αντιπάλων του, χρησιμοποιούσε δύο μεθόδους. Ο ένας ήταν ο πόλεμος και ο εξολοθρεμός. Όταν όμως έβλεπε ότι ο τρόπος αυτός δεν ωφελεί, χρησιμοποιούσε το δόλο και την πονηριά...
Στην προκειμένη περίπτωση, με ανθρώπους του, άρχισε να καλοπιάνει τον Κίτσο και το Μάρκο Μπότσαρη, χρησιμοποιώντας και την απειλή για την αιχμάλωτη οικογένειά του. Ήθελε να τους έχει με το μέρος του σε ενδεχόμενη σύγκρουση με τους Σουλιώτες, αλλά και εναντίον του Σουλτάνου.
Έβλεπε καθαρά ότι γρήγορα θα του κηρύξει τον πόλεμο ο Σουλτάνος, επειδή ο Αλής ήθελε να δημιουργήσει ανεξάρτητο κράτος, πράγμα που έγινε το 1820.
Εμήνυσε τότε στον Κίτσο Μπότσαρη ότι, εάν προσέλθει θα τον περιποιηθεί περισσότερο από κάθε άλλον, γιατί γνωρίζει την αξία του. Ο Αντιναύαρχος Δημήτριος Οικονόμου γιός της Αναστασίας, εγγονής του Κώστα Μπότσαρη, αδελφού του Μάρκου γράφει:
«Εάν δεν προσήρχετο, τον ηπείλει, ότι τους μεν άρρενας της οικογένειάς του, την οποίαν εκράτει αιχμάλωτον, θα περάση άπαντας εν στόματι μαχαίρας, τα δε θήλεα θα υπανδρεύση με γύφτους».
Μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα ο Κίτσος αποφάσισε να έλθει στα Γιάννενα, αφήνοντας αρχικά το γιό του Μάρκο στην Κέρκυρα. «Ο Αλή Πασάς εδέχθη αυτόν με πολλές τιμές και περιποιήσεις, εδώρησε δε σ’ αυτόν υποστατικόν αξιόλογον, τον Κακόλακκον της επαρχίας Πωγωνίου και τον υποχρέωσε να μεταφέρει σύμπασαν την οικογένειάν του, δηλαδή και το Μάρκο από την Κέρκυρα. Του παραχώρησε πολυτελή κατοικία, του διέθεσε τον πύργο του Κουρτπασά στο Παλιοχώρι, πάνω από τον Κακόλακκο».
Ο Κακόλακκος υπήρξε κατά καιρούς έδρα του Μουτεσελίμη (=Διοικητή) της Παλαιός Πωγωνιανής κατά τα χρονικά διαστήματα από της κατακτήσε- ως μέχρι το 1788, από το 1820 μέχρι το 1828 και από το 1829 μέχρι το 1847, όταν πυρπολήθηκε το Διοικητήριο από το λήσταρχο Γκιωλέκα. [1] Από το 1847 και μετά πρωτεύουσα του Πωγωνίου ήταν η Βοστίνα, που κατόπιν ονομάστηκε Πωγωνιανή (1927).
Εδωσε λοιπόν εντολή ο Αλής στο Γεώργιο Παπαγιάννη από τη Σωπική να επισκευάσει τον Πύργο και υποχρέωσε, όπως είπαμε, τον Κίτσο Μπότσαρη να φέρει όλη την οικογένειά του στον Κακόλακκο. Αργότερα κάποιο διάστημα ήρθε και ο αδελφός του Νότης Μπότσαρης. Όλα αυτά έγιναν το 1812.
Τον επόμενο χρόνο 1813 ο Αλής έστησε την εξής καταχθόνια παγίδα στον Κίτσιο Μπότσαρη:
Το αρματωλίκι Ραδοβιζίου (περιοχή Βουλγαρελίου Αρτας) το είχε παλαιότερα ο πατέρας του Γεώργιος Μπότσαρης. Επειτα από την καταστροφή του Σουλίου ο Αλής το παραχώρησε στο Γώγο Μπακόλα. Με δόλιο τρόπο διέδωσε τώρα ότι θα το δώσει στον Κίτσο, μετά τη συμφιλιώσή τους. Έτσι του έδωσε άδεια να πάει στο Βουλγαρέλι να τακτοποιήσει τα σχετικά, στέλνοντας παράλληλα σχετικό μήνυμα στον Μπακόλα για την εξόντωση του Κίτσου. Έτσι μόλις έφθασε στο Βουλγαρέλι ο Κίτσος, τον δολοφόνησε άνανδρα ο Γώγος Μπακόλας τον Ιανουάριο του 1813.
Στον αδελφό του Νότη και στα παιδιά του Κίτσου ο Αλή πασάς προσποιόνταν ότι δεν γνωρίζει τους δολοφόνους και ότι κατέβαλε προσπάθεια για την ανακάλυψή τους!...
Μετά τη δολοφονία του πατέρα του ο Μάρκος με την από δεύτερο γάμο ατομική του οικογένεια, τη σύζυγό του Χρυσούλα, κόρη του αρματωλού της Πρέβεζας Χρηστάκη Καλογήρου και τις δύο κόρες του (στον Κακόλακκο απέκτησε και ένα γιό το Δημήτριο), εγκαταστάθηκε στον Κακόλακκο.
Ο Σπυρίδων Π. Αραβαντινός γράφει:
«Την οικογένειαν του δολοφονηθέντος Κίτσου εγκατέστησεν ο Αλής εις το χωρίον Κακόλακκος του Πωγωνίου, παραχωρήσας αυτώ και την επικαρπίαν του χωρίου τούτου, εκεί δέ διέμεινε μέχρι της πολιορκίας του Αλή και ο υιός του Κίτσου, ο περίδοξος Μάρκος Μπότσαρης. Ο δε αδελφός αυτού Κώστας Μπότσαρης υπηρετεί παρά τω Αλή, από την εποχή κατά την οποίαν ηχμαλωτίσθη εν Βουλγαρελίω».
Βέβαια ο Μάρκος εδώ είχε το αξίωμα του Μουτεσελίμη (=Διοικητή) του Πωγωνίου. Κατά το διάστημα της παραμονής του στον Κακόλακκο ο Αλή πασάς παραθέριζε στο Μπιτσικόπουλο, όπου είχε κατασκευάσει μεγαλοπρεπέστατο ανάκτορο θερινό στο οποίο μετέφερε, με τεράστιες δαπάνες, νερό από τη γνωστή κρυσταλλένια πηγή Μπιτσικόπουλου.
Ο Μάρκος ζούσε ήσυχα για να μη διεγείρει την οργή του Αλή τον οποίο «κυριολεκτικώς δεν εχώνευε» και περίμενε την κατάλληλη στιγμή να τον εκδικηθεί για όσα έπραξε κατά των Σουλιωτών.
Η πίστη του Μάρκου στη θρησκεία μας εκδηλώνονταν με πολλούς τρόπους: Με έξοδά του κατασκεύασε το εικονοστάσιο της Κεντρικής Εκκλησίας του Κακολάκκου. Το γιό του που γεννήθηκε εδώ ονόμασε Δημήτριο, επειδή η Εκκλησία είναι φερώνυμος του Αγίου Δημητρίου.
Οι κάτοικοι όχι μόνον του Κακολάκκου, αλλά και των γύρω χωριών, αγαπούσαν και εκτιμούσαν το Μάρκο. Διηγούνται ότι την εποχή εκείνη φιλονικούσαν με φανατισμό οι Σταυροσκιαδίτες και οι Κακολακκίτες για τα σύνορα του χωριού τους. Μια μέρα άνδρες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν στο διαφιλονικούμενο σημείο για να λύσουν τη διαφορά τους με τα χέρια. Τότε ο επιβλητικός Μάρκος πήγε στον τόπο της φιλονικίας και χωρίς να ζητήσει τη συγκατάθεσή τους είπε: «Εδώ είναι τα σύνορα». Την απόφαση του Μάρκου τη σεβάστηκαν οι αντιμαχόμενοι χωρίς αντιρρήσεις και από τότε τα όρια Κακολάκκου και Σταυροσκιαδίου παραμένουν άθικτα μέχρι σήμερα.
Για λόγους ασφαλείας, σπάνια έμενε στον πύργο που του πρόσφερε ο Αλής. Εμενε κυρίως σε ένα μικρό σπίτι μέσα στον Κακόλακκο. Αργότερα στη θέση αυτή χτίστηκε το διοικητήριο του Μουτεσελίμη, που, όπως είπαμε, πυρπολήθηκε από το Γκιωλέκα το 1847. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα η οικία Παπαδημητρίου.
Στην αρχή, στο διάστημα που επισκευάζονταν η κούλια (ο πύργος) [2] στον Κακόλακκο, ο Μάρκος παρέμεινε στη Βήσσανη. Εκεί γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά με τον Τάσιο Τόλη και έγιναν μάλιστα και βλάμηδες δηλ. αδελφοποιητοί, όπως ήταν συνήθεια τότε. Αργότερα στο διάστημα της διαμονής του στον Κακόλακκο, επισκέπτονταν τακτικά το φίλο του στη Βήσσανη και παράλληλα επισκέπτονταν και το αρχοντικό της οικογένειας Βράγκαλη.
Εδώ ευρισκόμενος ο Μάρκος μυήθηκε πολύ νωρίς στη Φιλική Εταιρεία. Με ανθρώπους του έρχονταν σε επικοινωνία με στελέχη της Εταιρείας που ήταν στα Γιάννενα. Ακόμη και στο περιβάλλον του Αλή πασά είχε κατορθώσει να απλώσει τα δίχτυα της η Εθνοσωτήρια εκείνη Εταιρεία. Ετσι ήταν έτοιμος, όταν θα άκουγε το Εθνεγερτήριο σάλπισμα να τρέξει στη φωνή της Πατρίδας.
Και η ώρα ήρθε το καλοκαίρι του 1820. Τότε ο Σουλτάνος εκήρυξε τον Αλή πασά επαναστάτη και έστειλε τον Ισμαήλ πασά με μεγάλη στρατιωτική δύναμη στα Γιάννενα για να υποτάξει τον Αλή πασά. Ο Μάρκος συννενοήθηκε με τους άλλους Σουλιώτες και εθεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να ανακτήσουν το αγαπημένο τους Σούλι.
Ο Μάρκος μαζί με το Νότη Μπότσαρη συγκέντρωσαν και όσους Κακολακκίτες μπορούσαν να φέρουν όπλα και ξεκίνησαν. Έτρεξαν τότε και αρκετοί από τα γύρω χωριά. Με όλους αυτούς ξεκίνησε ο Μάρκος από τον Κακόλακκο και πήγε στη Βήσσανη.
Εκεί έγινε δεκτός απο το στενό φίλο του Τάσιο Τόλη με μεγάλες τιμές. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του, ενώ οι άλλοι σε διάφορα άλλα σπίτια. Την άλλη ημέρα ο Μάρκος με όλη την ακολουθία του, στην οποία προστέθηκαν και μερικοί Βησσανιώτες, αναχώρησαν για το μεγάλο αγώνα.
Από τη Βήσσανη κατευθύνθηκε προς τη Σαντοβίτσα (σημ. Μάρμαρα) για να συναντηθεί με τους άλλους Σουλιώτες καπεταναίους που ήρθαν από τα επτάνησα. Οι αγώνες του Μάρκου και τις οικογένειάς του από εδώ και πέρα είναι ατελείωτοι και δεν είναι δυνατό να ομιλήσομε εδώ για όλα αυτά. Επιβάλλεται όμως να αναφέρομε και να τονίσομε ένα περιστατικό, από το οποίο φαίνεται ο άδολος χαρακτήρας του και η αγνότητα των αγώνων του για την πατρίδα. Συγχρόνως έδωσε και το ωραιότερο δίδαγμα για τις μέλλουσες γενεές των Ελλήνων. Τον Αύγουστο του 1823 οι οπλαρχηγοί φιλονικούσαν για τα πρωτεία και υπήρχε δυσαρέσκεια κατά της κυβερνήσεως Μαυροκορδάτου, επειδή πίστευαν ότι αδικήθηκαν στην απονομή διπλωμάτων.
Ανάμεσα σ’ εκείνες τις μικρότητες υψώθηκε σαν αστέρι ολόφωτο η μορφή του Μάρκου Μπότσαρη. Την ώρα που οι άλλοι φιλονικούσαν και διαμαρτύρονταν, πήρε το δίπλωμά του, το ασπάστηκε σε ένδειξη σεβασμού προς την Κυβέρνηση, και το έσκισε ενώπιον όλων λέγοντας:
« Οποιος είναι άξιος, παίρνει δίπλωμα αρχηστρατηγίας μεθαύριο ενώπιον του εχθρού».
Και ξεκίνησε με τους άνδρες του να αντιμετωπίσει τον Τζελαλεδίν μπεη στο Καρπενήσι. Τη νύχτα της 8ης προς την 9η Αυγούστου 1823 έπεσε μαχόμενος σα λιοντάρι στην πρώτη γραμμή.
Ο αετός του Σουλίου έπεσε και το πέσιμο ήταν βαρύ. Συγκλόνισε την Ελλάδα, αλλά και έγινε αισθητό στην Ευρώπη και ακόμη πιο πέρα στη χώρα του Ουάσιγκτων. Γιατί είναι ο μόνος ήρωας που τιμήθηκε από ευρωπαϊκά κράτη δίνοντας το όνομά του σε δρόμους και πλατείες, καθώς και στις ΗΠΑ.
Το μήνυμα που άφησε στις επερχόμενες γενεές των Ελλήνων είναι: Να παραμερίζουν τις οποιεσδήποτε προσωπικές φιλοδοξίες, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ματαιοδοξίες χωρίς κανένα νόημα, όταν διακυβεύονται τα συμφέροντα του τόπου. Η ματαιοδοξία κάποιων για πρωτεία πολλές φορές έφεραν συμφορές μεγάλες στον τόπο.
Η περιοχή μας πρέπει να μνημονεύει πάντοτε με καύχημα την παραμονή της οικογένειας Μάρκου Μπότσαρη στον Κακόλακκο. Η γνώση της ιστορίας τού τόπου κατευθύνει πάντοτε τα βήματα των επερχόμενων γενεών.
Από τη σκέψη αυτή ορμώμενη η Κοινότητα Κακολάκκου έκαμε το καθήκον της και απέναντι στους Μποτσαραίους, αλλά και απέναντι στις επερχόμενες γενεές το 1973. Ηταν η χρονιά που συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τον ηρωικό θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη.
Τότε η κοινότητα Κακολάκκου με τη βοήθεια του απογόνου των Μποτσαραίων Δημητρίου Νότη Μπότσαρη (85 ετών τότε), έστησαν στο κέντρο του χωριού μνημείο με εγχάρακτα κεφαλαία γράμματα με επικεφαλίδα:
ΣΟΥΛΙ-ΚΑΚΟΛΑΚΚΟΣ «Εδώ, πρωτεύουσαν Πωγωνίου μέχρι 1847 –Πύργος Κούρτ Πασά – έδρασεν ως Διοικητής (1815-1820) ο Αετός του Σουλίου Μάρκος Μπότσαρης (1790-9/8/1823). Απ εδώ εξεκίνησε δι Ιωάννινα , Σούλι και τον Ιερό Αγώνα του 1821.Εδώ ο Νότης Μπότσαρης (1756-21/10/1841)με Σουλιωτοκακκολακίτας κατήγαγε νίκην».
Ανέφερα στην αρχή μερικούς στίχους από μια σειρά άλλων τραγουδιών που είναι αυθόρμητα δημιουργήματα της λαϊκής Μούσας που εκφράζει τα συναισθήματα που κυριάρχησαν για δεκαετίες στους απογόνους των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της εποχής των Μποτσαραίων.
Γιατί στα 170 χρόνια που πέρασαν ήταν ολοζώντανη η παρουσία τους στο χώρο αυτό. Αυτή η παρουσία θα πρέπει να εξακολουθήσει να υπάρχει και στις μέλλουσες γενεές. Αυτό το νόημα έχει και η σύντομη αυτή παρουσίαση: Να συμβάλει όσο γίνεται στην κατεύθυνση αυτή.
Πηγή: "Πωγωνιακά Χρονικά"-Τόμος 1 [ΠΩΓΩΝΗΣΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Νο 4]
[2] Η λέξη ¨κούλια¨ εμφανίζεται στην Τουρκοκρατία και απαντάται σε άλλα μέρη ως ¨κουλές-γουλές¨ , προέρχεται απ’ την Τουρκική λέξη “KULE” , που σημαίνει πύργος , φρούριο και αποτελεί την ονομασία που φέρουν αυτά τα πυργόσπιτα της Τουρκοκρατίας.[Δείτε περισσότερα ΕΔΩ]
Ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου στον Κακόλακκο Πωγωνίου
και το ξυλόγλυπτο τέμπλο που είναι αφιέρωμα των Μποτσαραίων
και το ξυλόγλυπτο τέμπλο που είναι αφιέρωμα των Μποτσαραίων
Απο το Χειρόγραφο του Μάρκου Μπότσαρη που υπάρχει στην Βιβλιοθήκη της Βήσσανης
***
Ο Κακόλακκος σήμερα
***Επιμέλεια Χ.Κ.
Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016
Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016
Tό όνομα της Βήσσανης
Του Σπύρου Στούπη
«Η ξενητειά, το διάστημα, βουνά άγνωρα και κάμποι
η πελαγίσια η καταχνιά, τα σύγνεφα τα θάμπη
ποτέ δεν θά τη σβύσουνε στά μάτια της ψυχής μου
την άγια την εικόνα σου πατρίδα μου χρυσή».
Για το όνομα της κωμοπόλεως Β ή σ σ α ν η που ήταν είναι απο τά σημαντικώτερα χωριά του Πωγωνίου κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας σε αριθμό κατοίκων, πλούτο καί πολιτισμό, μερικοί πιστεύουν πώς είναι σλαυικό και σημαίνει ψηλό λοφώδη τόπο και άλλοι, οτι είναι ελληνικό που παράγεται από το β ή σ σ α=δρυμώδης τόπος (ώς ούρεως έν βήσση. Ιλ. Γ. 34), μια λέξι πανάρχαιη πού την αναφέρει έκτος από τον Όμηρο καί ο Ησίοδος.
«Πολλοί το όνομα του χωρίου τούτου, λέγει ο Λαμπρίδης, γράφουν όχι ως εκείνοι, οίτινες θεωρούν τούτο σλαυικόν, όπερ σημαίνει θέσιν ύψηλήν ή σημείον ανωφερές όπως τα σύστοιχα Βισανσκό καί Βισικό=άνηφορία, αλλά Βήσσανη εκ της ελληνικής βήσσης».
Ό ίδιος δμως προτιμά τη γραφή Βίσιανη ή Βύσιανη, προφανώς γιατί δεν συμμερίζεται την ελληνική άποψι. [1]
Ο Θεοφ. Μέντζος φρονεί, [2] οτι προέρχεται άπο το έλληνικόν β ή σ σ α γιατί ερμηνεύει και αποδίδει θαυμάσια την τοπολογική έννοια. Διότι σημαίνει, λέγει, «σύνδενδρες λακκιές». Πράγματι δέ το χωριό είναι χτισμένο πάνω σέ λόφους πού κάποτε ήσαν δασόφυτοι. Αλλά, οι «σύνδενδρες λακκιές» είναι συνηθέστατο φαινόμενο στην Ηπειρο καί μάλιστα σε παλαιότερες εποχές οπότε δεν είχε άποψιλωθεί από τα άφθονα δάση της.
Ό Άραβαντινός, όπου αναφέρεται περί Βησσάνης στη Χρονογραφία του, κι’ αυτό γίνεται κατ’ επανάληψι, ώστε αποκλείεται ή περίπτωσις λάθους, γράφει, Β ί σ σ α ν η. Δεδομένης δέ της ιδιότητος του εν λόγω ιστορικού ως λογίου καί διδασκάλου, μάλιστα της εποχής του 1853 πού στήν ορθογραφία έδίδετο ιδιαίτερη προσοχή, πρέπει νά συμπεράνωμε πώς δέν τήν έγραψε στον τύπο αυτο έτσι αυθαίρετα, άλλ’ ότι κάπου θα έστηρίχθη. Επειδή δέ ξέρομε, οτι ό έν λόγω συγγραφεύς δέν άπεμακρύνθη ποτέ άπο τά Γιάννινα άλλ’ οτι ζητούσε τις πληροφορίες του από τούς άρχιερείς, δασκάλους και κάθε λόγιο πού έπεσκέπτετο τήν Ηπειρωτική πρωτεύουσα, κι’ έτσι σάν λόγιος έρμής κατώρθωσε νά συνάξει τήν τόσο χρήσιμη ιστορική του ύλη, πρέπει νά πιστέψωμε, οτι θά τον άντέγραψε από τούς καταλόγους των μητροπόλεων, ή της Τουρκικής διοικήσεως, πού και στην εποχή του ακόμα κατά μέγα μέρος χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα μέ Έλληνες γραμματισμένους, πού φαίνεται τήν έγραφαν Βίσανη.
Τούτο προκύπτει άπδ τον 2ο τόμο του ιδίως, όπου περιέχονται στατιστικοί πίνακες και κατάλογοι όλων των χωριών με στοιχεία διάφορα, πού μόνον Τουρκική Διοίκησις και Μητροπόλεις ήταν δυνατόν νά γνωρίζουν. Έκτος αυτού δε, αναγράφει στους καταλόγους αυτούς άλλα τρία χωριά μέ το ίδιο σχεδόν όνομα. Ένα στή διοίκησι Τομαρίτσας ώς Βίσιαν, δεύτερο ως Μπισάνι στην περιφέρεια Μπερατίου καί τρίτο όμοιο στην περιοχή της Αύλώνος. Αγνωστον όμως πού στηριζόμενος, χαρακτηρίζει το μέν Βίσσανη ως έλληνικόν τα άλλα δέ δύο όμοια ως άλβανικά.
Εξ άλλου συναντώνται χωριά Βήσσανη στην περιοχή Μπορόβας—Κορυτσάς (μουσουλμανικό), τοπωνυμία κοντά στην Κόνιτσα πού λέγεται και γράφεται Βίσιανη ή «στ’ Βίσιαν» κατά την έκφραση των εντοπίων. [3]
Παράλληλα υπάρχει και μια σειρά ονομάτων συνοικισμών πού το πρώτο συνθετικό τους είναι Β η σ, ή παρεμφερή πρός αυτό Μ π ί σ, Μ π ε σ, Β ί τ ζ καί άλλες παραλλαγές συνηθισμένες στα τοπωνύμια. Οπως τά : Βήσενα—Καστοριάς, Βησοτσάνη— Δράμας, Βυσώκα—Σερρών, Βίτσενα ή Βύρτζανα—Άσπροποτάμου κ. ά. Πρόκειται δηλαδή περί ονόματος περισσότερο κοινού άπ’ οτι πιστεύεται γιά το οποίο ώς ελληνικό ο Τιμολέων Άμπελάς ασχολούμενος με τα τοπωνύμια τής Σύρου γράφει σχετικώς :
«Αξιοσημείωτος είναι ή διατήρησις της ονομασίας Βήσσα επί τίνος καλής τοποθεσίας. Λέγω δέ άξιοσημείωτος, διότι ή λέξις βήσσα σημαίνουσα ώς γνωστον κοιλάδα, είναι εκ τών αρχαιοτέρων καί ουχί τόσων συνήθων και έν αυτή τη μέση άρχαιότητι». [4]
Συναντώνται όμως τοπωνύμια του είδους αυτού και εις άλλα ελληνικά μέρη. Όπως ο αρχαίος Δήμος Αττικής κοντά στο άκρωτήριο Άγ. Νικόλαος (Αστυπάλαια) όπου καί οι αλυκές τής Άναβύσσου άπο το Άνω Βήσσα ίσως, Βήσσα Χειμάρρας, Βήσσα Λοκρίδος, Βησσάνθη Καλλιπόλεως (Ραϊδεστός) κ. ά. 'Ως πρός τον τύπο τής γραφής του ονόματος, φαίνεται πώς ήμφισβητείτο στούς άρχαίους. Γι’ αυτό ο Στράβων σημειώνει, οτι το όνομα του Δήμου Βήσσης Αττικής πρέπει νά γράφεται μέ ένα σίγμα καί μέ δύο η Βήσσα τών Λοκρών, πράγμα πού επαναλαμβάνει ο Στέφανος ό Βυζάντιος. Ασυμφωνία δέ παρατηρείται και στη γραφή του ονόματος Βήσσανη, σέ σωρεία παλαιών και νέων εγγράφων επισήμων και μη, μέχρι σήμερα, σε βιβλία, λεξικά κ.λ.π. Από τή μελέτη δέ αυτών προκύπτει οτι επικρατεί ό τύπος Β ι, ακολουθεί ό Β υ καί έπεται ό Β η. [5]
Παράλληλα πρέπει να σημειωθεί, οτι όλα τά γύρω τής Βήσσανης χωριά είναι σχεδόν ξενόφωνα, συνεπώς ό διαχωρισμός του άπ’ αυτά και ό χαρακτηρισμός του ώς αρχαιοελληνικού με μόνη τήν ετυμολογία του ονόματος δεν είναι εύκολο νά έχει ιστορικές άξιώσεις. Ούτε περί παραδόσεων δε, μπορεί νά γίνεται σοβαρός λόγος στήν Ηπειρο, όπως έλέχθη και άνωτέρω γιατί ύπάρχει απολυτο ιστορικό σκοτάδι 1500 περίπου έτών.
Βέβαια ήμπορούν νά προβληθούν πολλές άπόψεις, όπως π. χ. τό ένδεχόμενο τής προελεύσεως του ονόματος από εκείνο τών Βησσών ή Βέσσων πού ή γλώσσα τους ταυτίζεται σε πολλά μέ τήν ελληνική. Είναι δε γεγονός οτι τά τοπωνύμια πού έχουν ώς πρώτο συνθετικό τό βήσσα ή παρεμφερές πρός αύτό, όπως άνεφέρθη και προηγουμένως, είναι αρκετά γιά νά δικαιολογήσουν μιά τέτοια έκδοχή, έφ’ όσον υπάρχει το δεδομένον, οτι οί Βησσοί «επεξετάθησαν εν πάση Ήπείρω καί Μακεδονία». Στήν περίπτωσι αυτή δε, αν συσχετίσωμε τό Β η σ σ ο ί μέ τον πληθυντικό, ν η=οι, τής αλβανικής γλώσσας, τότε τό όνομα ερμηνεύεται πλήρως καί ετυμολογείται τό Β ή σ α ν η=οί βησσοί ή οί Βέσσοι. [6]
Παράλληλα όμως υπάρχουν καί αντίθετες όψεις. Οπως το Β η σ σ ο ί—ν η=οι Βησσοί δηλ. Βησσανιώτες, υπάρχει καί το μεσαιωνικό έλληνο—αλβανικό υποκοριστικό Β η σ σ α (Βησσαρίων) που μέ τον αλβανικό πληθυντικό, ν η=οί, ή τή σλαυική άποψι του Standmuller ετυμολογείται και ερμηνεύεται ορθότερο από τήν περίπτωσι των Βησσών. [7]. Δηλ. Β ή σ σ α—ν η =οί Βησσαρίωνες=βησσανιώτες. Άλλα καί ολα αυτά—αυτά καθ’ έαυτά—δεν ήμπορούν νά στηρίξουν ιστορική αλήθεια, γιατί συγχέονται στό σκοτάδι των αιώνων μέ πλήθος άλλα ιστορικά γεγονότα καί απόψεις, άπό τις όποιες τίποτε δεν ήμπορει νά άπορρίψει κανείς άσυζητητεί, δύσκολο, όμως είναι νά υποστηρίξει. Σχετικώς ό Δήμητσας που στά «Μακεδονικά» του πραγματεύεται καί το ζήτημα τής ύπάρξεως πόλεως Βήσσης καί λαού Βησσών, τούς άρνείται καθ’ ολοκληρίαν. Εκφράζει δέ τήν άγανάκτησί του γιατί μερικοί έρμήνευσαν το όνομα Βησσοτσάνη—Δράμας ως ελληνικό, ενώ όπως λέγει, κανείς συγγραφεύς δεν κάνει λόγο γι’ αυτούς.
Αντίθετα ο Κλ. Νικολαΐδης φρονεί, οτι τούτο δεν είναι απόλυτα σωστό, γιατί ολόκληρη σχεδόν ή Μακεδονική φιλολογία των άρχαίων έχάθη. Καί οτι πολλά ονόματα πού φαίνονται ως Σλαυικά, είναι παρεφθαρμένα έλληνικά, όπως παρατηρεί καί αυτός ό σλάυος Γιρετσέκ, ο Κάρολος Ντήτριχ, Ούγος Γκρότε κ. ά.
«Καί επί τής αυστηράς αύτού επιστημονικής φιλολογικής βάσεως εάν τεθώμεν, τονίζει, καίτοι έλλειπεστάτης φιλολογικής ύλης, άποδεικνύεται ύπερτιμών (ό Δήμητσας) τήν ικανότητα των Βουλγάρων εις τούς όποιους άποδίδει τον εντός ελάχιστου χρόνου εκ- σλαυισμον όλων των γεωγραφικών ονομάτων. Έξεσλαβίσθησαν, ναί, λέγει, άλλ’ αί καταλήξεις μόνον καί τούτο έπραξαν όχι οί Βούλγαροι, άλλ’ αυτός ό κλήρος ημών, δεί- κνύων ύπερβολικον ζήλον πρός τούς παροδικώς έπικαθήσαντας δίκην άκρίδων Σλαύους. Υπό τό σλαυικόν επίχρισμα όμως δυναταί τις νά διακρίνη άμέσως τήν έλληνικήν ρίζαν, όπως κάτω άπο τά άτυχή κονιάσματα τών τουρκικών τζαμίων διακρίνει τις τήν ώραίαν βυζαντινή τέχνην».
Ετσι, μπροστά στο πλήθος αυτό τών άλληλοσυγκρουομένων άπόψεων και τών ομωνύμων ή συγγενών του ονόματος Βήσσανη [8] λέξεων, σταματούμε μόνον στο ελληνικό όνομα δένδρου Βυσσινέα κοινώς Βυσινιά, γιατί νομίζομε πώς παρέχει περισσότερες πιθανότητες άληθείας, δέν άνάγεται σέ πολύ παληά χρόνια καί γι’ αυτό είναι μάλλον πλησιέστερο πρός τήν πραγματικότητα. Τό δένδρο αυτό ευδοκιμεί στά ξηρά εδάφη σάν τής Βήσσανης, όπως άποδεικνύει καί τοποθεσία Αγριοκερασιές, αυτόφυτες, και οι εξημερωμένες όμοιες, συγγενείς τής βυσινιάς από τήν οικογένεια τών ροδανθών. Πιθανόν δηλ. άπό βυσσινιά πού υπήρχε σέ κάποιο εκεί μέρος, οί ελληνες κάτοικοί της, νά ωνόμασαν τήν τοποθεσία μέ τό όνομα του δένδρου αύτού όπως σ’ άλλο μέρος έδωσαν τό όνομα Μηλιές ή Μηλιά γιατί προφανώς υπήρχε μηλιά, Μεγάλο δένδρο, Γκορτσιές κ. ά. Είναι δέ συνηθισμένο φαινόμενο ονόματα τόπων νά προέρχονται άπό το όνομα ομώνυμου δένδρου που ήταν εκεί κάποτε σάν διακριτικό γνώρισμα. Μέ τήν πάροδο του χρόνου δέ τό Βυσσινιά παρέπεσε εις Βήσσανη. [9] Στήν άποψι αύτή ενισχυόμεθα καί από υπάρχοντα στήν Κοινοτική βιβλιοθήκη πωλητήρια έγγραφα τής Ί. Μονής Άβελ του έτους 1879 πού σέ κυκλοτερή σφραγίδα φέρουν τά γράμματα: «Κοίμησις Θεοτόκου Μοναστήρι Β ύ σ σ ι α ν α».
Ο Πανταζής Οικονόμου [10] συμφονών μέ τις άπόψεις του Θ. Μέντζου προσθέτει:
«Δέν δυνάμεθα νά λάβωμεν υπ’ όψει ότι ελαβε τό όνομα εκ του δένδρου τής βυσσινέας. Διότι έκεί όπου ήτο πριν καί εδώ όπου είναι σήμερον κτισμένη ή Βήσσανη, ουδόλως είναι ό τόπος κατάλληλος διά νά ευδοκιμεί τό δένδρον τής βυσσινιάς. Ισως νά εύδοκιμή αυτη έκεί όπου ήσαν καί είναι τά άμπέλια τών κατοίκων, άλλ’ ή τοποθεσία αύτη άπέχει πλέον τής ώρας άπό τής κωμοπόλεως. ’Επί πλέον δέ νομίζω, ότι ουδείς τών βησσανιωτών ενθυμείται υπαρξιν βυσσινεών ούτε εντός τής κωμοπόλεως ούτε καί είς τά άμπέλια αυτής, όπου όντως υπήρχον καί υπάρχουν κερασέαι. Έκτος τούτων ή σήμερον λεγομένη βυσσινιά έλέγετο υπό τών άρχαίων κέρασος ή οξύκαρπος. Αποκλείεται όθεν νά έλαβε τό όνομα έκ τής βυσσινιάς. Άλλ’ ούτε και έξ άλλης αιτίας δυνάμεθα νά ύποθέσιομεν οτι ελαβε το όνομά της, ουτε λόγω έπιδράσεως ξένης γλώσσης, ούτε ένεκα διαφόρων επιδρομών διαφόρων λαών, σλαυικών ή άλλων. Μόνον διάθεσις καινοθηρίας καί ξενική προταγανδιστική σκο- πιμότης ξένων θά εξηγεί πάσαν άλλην άντίληψιν».
Άτυχώς όμως δέν ήμπορούμε νά στηριχθούμε μόνον στα κριτήρια πού έχομε άπο τά τελευταία έκατό ή διακόσια χρόνια άπο παράδοσι—γιατί αύτό μόνον έχομε—καί νά ίδούμε, νά είσχωρήσωμε, στο άδιαπέραστο σκοτάδι ολοκλήρων αίώνων πού σκεπάζει άκόμα καί στις γενικές γραμμές τήν Ηπειρωτική ιστορία, πολύ περισσόρο δέ προκειμένου γιά λεπτομερειακή όπως είναι ή τοπική μας.
Γιά πρώιη φορά σέ γραπτά κείμενα τό όνομα «Βίσανι» παρουσιάζεται γύρω στά 1300 μ. X. Αν δέ λάβωμε ώς βάσι τή χρονολογία αυτή, οτι τότε πρωτοσυστήθηκε, πιστεύω πώς δέν είναι σοβαρό νά γίνεται λόγος περί άρχαιοελληνικής βήσας. Άλλά εκτός αύτού, δέν είναι βέβαιο οτι ευρίσκεται στήν ίδια τοποθεσία πού πρωτοσυστήθηκε εδώ καί χίλια ή καί δυό χιλιάδες χρόνια άφού μιλάμε γιά άρχαιοελληνική προέλευσι.
Άπειρα εξ άλλου είναι τά χωριά. πού συναντώνται μέ τό ίδιο δνομα στήν Ηπειρο. Καί δχι μόνον σ’ αυτή άλλά καί στήν Πελοπόννησο, άκόμα καί στήν Επτάνησο υπάρχουν ήπει- ρωτικά ονόματα πού έδόθησαν άπο κατοίκους τής Ηπείρου καί Αλβανίας πού έγκατεστάθησαν εκεί. Δέν είναι λοιπόν δυνατόν νά άγνοήσωμε τις μεταναστεύσεις αυτές άλλά καί τόσων άλλων λαών διά μέσου τών αιώνων, καθώς επίσης τις διάφορες καταστροφές, τούς λοιμούς, σεισμούς γλωσσικήν συγγένειαν ή παραφθοράν του ονόματος κ.λ.π.
Κατά τή Βυζαντινή ιδίως περίοδο, λέγει ο Σάθας, ήλλαξαν τά ονόματα, οχι μόνον τών πόλεων καί τών χωριών άλλά καί τών λιμνών καί ορέων καί έλαβον το δνομα του φεουδάρχου.
Παράλληλα δέν ξέρομε τήν ιστορική έξέλιξι τής γλώσσας μας στήν περιοχή, ουτε ποιός ήταν ό γραφικός τύπος του ονόματος Βήσσανη άνάμεσα στούς αιώνες πού πέρασαν καί κατά ποιά χρονική περίοδο ή βυσσινιά ύποκατέστησε τόν όξύκαρπο ή κέρασο τών άρχαίων, πού είναι βέβαιο πώς ευδοκιμεί είς εδάφη σάν τής Βήσσανης.
Επίσης δέν ήμπορούμε νά άγνοήσωμε τήν άσφυκτική πληθώρα τών ξενικών ονομάτων πού μάς περιβάλλει χωρίς τον κίνδυνο νά παραγνωρίσομε μια ουσιώδη ιστορική πραγματικότητα. Στήν περίπτωσι αυτή δε, θά στερηθούμε και ενα άπό τά μεγαλύτερα άτού τής ελληνικότητάς μας. Γιατί τά ξενικά ονόματα—κατά τή γνώμη μας—είναι ένα είδος εχθρικά λάφυρα πού έμειναν στά χέρια μας έπειτα άπό σκληρή μάχη, αιώνων ίσως, μεταξύ του ντόπιου στοιχείου καί τών ξένων κατακτητών καί επιδρομέων πού τελικά ένικήθησαν καί άφομοιώθησαν ή έφυγαν άφίνοντας μόνον ονόματα. Είναι μιά τρανή αδιάψευστη άπόδειξι ότι έπλεόναζε το ελληνικό στοιχείο σέ αριθμό, δύναμι καί πολιτισμό, γιατί μόνον μ’ αυτές τις προϋποθέσεις ήταν δυνατόν νά έπιβληθείπάνω στούς βαρβάρους έπήλυδας καί νά έπιβιώσει. Αλλωστε είναι άξίωμα τής επιστήμης οτι μόνον λαός άνώτερος επιδρά έπί του κατωτέρου.
«Ή παρουσία ξενικών τοπωνυμίων σέ μιά χώρα—γράφει ό γνωστός ιστορικός κριτικός Κ. Θ. Δημαράς—μπορεί πολλές φορές νά γίνει αίτία καί αφορμή γιά δίκαιη έξαρσι τής έθνικής υπερηφάνειας. Ανάλογα μέ τήν παρουσία Φραγκικών ή Τουρκικών κτισμάτιον επάνω στά εδάφη μας, τεκμήριο τών άγώνων μας καί τών τελικών έπικρατήσεών μας, ανάλογα μέ αυτά τά ερείπια πού θά έπρεπε μέ κάθε τρόπο νά περισώζουμε γιά νά περισώζουμε καί αισθητά τήν μαρτυρία τους, είναι καί τά ονόματα τών τόπων: εδώ λέμε, πέρασαν Σλαύοι, έπέρασαν Φράγγοι, έπέρασαν Τούρκοι, μά κανείς τους δέν μπόρεσε νά ριζώσει, καί πάντα ο ελληνισμός βγήκε νικηφόρος, όσο πολυάριθμος, όσο δυνατός και αν έστάθηκε ό άντίπαλός του, ό κατακτητής τής χώρας του...». [11]
Εξ άλλου καί αυτό τό Συμβούλιον Τοπωνυμιών του υπουργείου Εσωτερικών έπρότεινε τήν αλλαγή του ονόματος Βήσσανη. ως ξενοφώνου, δεν μετωνομάσθη δέ χάρις είς τήν άντίδρασι του Κοινοτικοΰ Συμβουλίου όπως συνέβη μέ τά περισσότερα σχεδόν ονόματα τών συνοικισμών τής περιοχής τά όποια έχουν άλλαχθεί.
’Αλλά όπως προκύπτει έξ όλων τών άνωτέρω, τό ζήτημα τής ετυμολογίας του ονόματος Βήσσανη—παρ’ όλα όσα έλέχθησαν δέν ήμπορεί νά θεωρηθεί έξαντλημένο, γιατί,
«προκειμένου περί ηπειρωτικών φύλων καί τοποθετήσεων άρχαίων ήπειρωτικών πόλεων ή άλλων ηπειρωτικών ειδήσεων, ούδέν παρ’ όλους τούς τόμους τών γραφέντων είναι καθωρισμένον καί λελυμένον, διότι αί πληροφορίαι είναι αμφίβολοι και χρίζουν τήν βάσανον πολυμερεστάτης έρεύνης». [12]
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Ήπειρ. Εστία τεύχος 13ον, υποσ. 4η, σελ. 445.
[2] Στο ίδιο περιοδικό, τομ. 6ος, σελ. 404.
[3] Ήπειρ. Χρον. 1934. Τοπωνυμικά, Κων. Στεριοπούλου.
[4] Πανδώρα τόμος 21ος. Εικονογραφημένη Εστία Αθηνών 1890, σελ. 75,
[5] Ίδε σχετικώς, εκτός των έργων Άραβαντινού καί Λαμπρίδου,
-Στρατιωτικών εγκυκλοπαίδειαν εις οίκείαν λέξιν. «Ή έν Ήπείρω μονή Σωσίνου» Λέανδρου Βρανούση, 1957.
-Επετηρίδα Βυζαντινών Σπουδών έτους 1928 «Ενθυμίσεις καί επιγραφαί από εκκλησίας και μονάς τής Ηπείρου».
-Ήπ. Χρον. 1935 σελ. 40 καί Βιβλιοκρισίαν.
-Χάρτην Ηπείρου έπισυναπτόμενον εις τήν ιστορίαν Άλή πασά του Άραβαντινού.
-Φωτοτυπίαν Ελέγχου Σπουδών του Παρθεναγωγείου Βησσάνης του έτους 1911 όπου αναγράφεται μέ ένα σίγμα.
-Τέσσερα πωλητήρια έγγραφα σωζόμενα στήν Κοινοτική Βιβλιοθήκη Βησσάνης του έτους 1879 πού φέρουν κυκλοτερή σφραγίδα τής I. Μονής Άβελ (Βησσάνης) άναγράφουσα καλλιγραφικώς «Κοίμησις Θεοτόκου Μοναστήρι Βύσιανα».
-Επίσης ίδε έγκύκλιον Έπάρχου Πωγωνίου ύπ’ άριθ. 182)1)2)54 δια τής οποίας συνιστάται, κατόπιν Διαταγής του Ύπ. Εσωτερικών ή αλλαγή του ονόματος ως ξενοφώνου καί τό υπ’ άριθ. 65)1954 σχετικό πρακτικό του Κοινοτικοΰ Συμβουλίου Βησσάνης διά του οποίου εκφράζεται ή γνώμη όπως μή μετονομασθείή Κοινότης. κ. ά.
[6] Οι Βησσοί ή Βέσσοι κατά τόν Ηρόδοτο ήσαν ιερείς και από τό όνομά τους έθεωρούντο Θρακικό έθνος τό οποίον από τή Θράκη διεσκορπίσθη πρός νότον «έν πάση Ήπείρω καί Μακεδονία». Τό 72 π. X. ύπετάγησαν στούς Ρωμαίους καί τόν 3ον μ. X. αιώνα εξελληνισμένοι πρό πολλού προσήλθαν στόν χριστιανισμό, άναφερόμενοι έκτοτε συχνά ατή Βυζαντινή Ιστορία. Ώς χριστιανοί διατηρούσαν αξιόλογα μοναστήρια στήν ανατολική όχθη του Ίορδάνου ποταμού κατά τόν 4ον καί 5ον αιώνα. Ισως δέ στά εκκλησιαστικά αυτά κέντρα τους θά πρέπει νά άναζητηθή καί ή επισκοπή Βήσσων.
Κατά τόν Παπαρρηγόπουλον (Εισαγωγή εις την Ιστορίαν τουΕλληνικού Έθνους σελ. μ θ)
«άπό τά τοπικά και θρακικά ονόματα περίφημον είναι τών Βεσσών ή Βέσσων. Έκ τού ονόματος δέ τών υποτιθεμένων ιερέων Βησσών μερικοί άλβανισταί, ένόμισαν οτι εις τό όνομα τών Βεσσών, εύρον τήν αρχήν καί τήν έννοιαν του αλβανικού μπέσα=πίστις. Άλλά τούτο, λέγει, δύναται νά έτυμολογηθή καί έκ τής ελληνικής π υ θ ώ, πειθώ, πεύσομαι, πυνθαίνομαι, πίστις, μπέσα κ. α. Πολλά λείψανα τής ιδιαιτέρας τών Θρακών γλώσσης συνεχίζει, δέν έσώθησαν, άλλα καί αί διασωθείσαι λέξεις καί ονόματα, μαρτυρούν τήν συγγένειαν τής Θρακικής γλώσσης πρός τήν έλληνικήν...».
-Χάριν περιεργείας άναφέρομε οτι υπήρχε και Αιγυπτιακή θεότης Βήσσα από τήν οποία έσχηματίσθησαν τά ονόματα Βησσάς, Βησσαντίνος κ.α. Οπως δέ γράφει ό καθηγητής Μ. Κωτσάκης στό ύπ’ άριθ. 32 φύλλο τής "Φων. του Πωγωνίου", τά ήθη καί έθιμα τών κατοίκων τμήματος τοΰ εσωτερικού τής Αιγύπτου παρουσιάζουν καταπληκτική ομοιότητα μέ... τά Πωγωνησιακά !
[7] Μεσαίων. Μνημ. Σάθα 8ος τόμος σελ. 400. Τό ίδιο όνομα απαντάται καί στόν 7ο τόμο τών Μεσ. Μν. σελ. 79 κ. ά, στόν σύνθετο τύπο Βατή—βησας, πού σημαίνει τόν Βήσα (=Βησαρίωνα) ό όποιος β ά τ η δηλ. αφιερώθηκε στήν εκκλησία. Ίδε καί «’Αθηνά» τόμ. ΜΑ' σελ. 160, Συμβολή κ.λ.π. ΙΙετ. Φουρίκη.
[8] Απαντάται και κύριον όνομα Βυσάνα, είς εκκλησιαστικούς καταλόγους περί ιό 1700 μ.Χ. Υπάρχει τό Βασάνο τής Ιταλίας. Επίσης ώς σύνθετο Σαμ ο-β ί τ σ α ν η χωρίο τής Β. Ηπείρου κ. α. Σχετικώς Ιδε καί τά Λατιν. Bisseni=δωδεκάς, Βassania=σημ. Έλβατάν, Βεσίνι Καλαβρύτων κ ά.
[9] Τό χωριό Βήσσενη Καστοριάς μετωνομάσθη είς Βυσσινιά.
[10] Έφημερίς «Φωνή ΙΙωγωνίου» φύλλον 527
[11] 'Ιδε έφημ. «Βήμα» Αθηνών, φύλλον τής 8-9-1961, «Πάλι τά τοπονύμια» τοΰ Κ. Θ. Δημαρά.
[12] Εφημερίδα "Ηπειρος" Ιωαννίνων , το Γιαννιώτικο Κάστρο , υπο Γ. Χατζή (Περελέν) φυλ. 2039-2040
- "Φωνή Του Πωγωνίου" φυλ. 533 Σ. Στούπη: Γύρω απο την ιστορία της Βήσσανης
Πηγή:Το βιβλίο του Σπ. Στούπη " ΠΩΓΩΝΗΣΙΑΚΑ ΚΑΙ ΒΗΣΣΑΝΙΩΤΙΚΑ" Τόμος Α-1962
Το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο υπάρχει σε ανατύπωση ΕΔΩ
ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ: Περί του ονόματος της Βήσσανης
Του Σπύρου Στούπη
«Η ξενητειά, το διάστημα, βουνά άγνωρα και κάμποι
η πελαγίσια η καταχνιά, τα σύγνεφα τα θάμπη
ποτέ δεν θά τη σβύσουνε στά μάτια της ψυχής μου
την άγια την εικόνα σου πατρίδα μου χρυσή».
Για το όνομα της κωμοπόλεως Β ή σ σ α ν η που ήταν είναι απο τά σημαντικώτερα χωριά του Πωγωνίου κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας σε αριθμό κατοίκων, πλούτο καί πολιτισμό, μερικοί πιστεύουν πώς είναι σλαυικό και σημαίνει ψηλό λοφώδη τόπο και άλλοι, οτι είναι ελληνικό που παράγεται από το β ή σ σ α=δρυμώδης τόπος (ώς ούρεως έν βήσση. Ιλ. Γ. 34), μια λέξι πανάρχαιη πού την αναφέρει έκτος από τον Όμηρο καί ο Ησίοδος.
«Πολλοί το όνομα του χωρίου τούτου, λέγει ο Λαμπρίδης, γράφουν όχι ως εκείνοι, οίτινες θεωρούν τούτο σλαυικόν, όπερ σημαίνει θέσιν ύψηλήν ή σημείον ανωφερές όπως τα σύστοιχα Βισανσκό καί Βισικό=άνηφορία, αλλά Βήσσανη εκ της ελληνικής βήσσης».
Ό ίδιος δμως προτιμά τη γραφή Βίσιανη ή Βύσιανη, προφανώς γιατί δεν συμμερίζεται την ελληνική άποψι. [1]
Ο Θεοφ. Μέντζος φρονεί, [2] οτι προέρχεται άπο το έλληνικόν β ή σ σ α γιατί ερμηνεύει και αποδίδει θαυμάσια την τοπολογική έννοια. Διότι σημαίνει, λέγει, «σύνδενδρες λακκιές». Πράγματι δέ το χωριό είναι χτισμένο πάνω σέ λόφους πού κάποτε ήσαν δασόφυτοι. Αλλά, οι «σύνδενδρες λακκιές» είναι συνηθέστατο φαινόμενο στην Ηπειρο καί μάλιστα σε παλαιότερες εποχές οπότε δεν είχε άποψιλωθεί από τα άφθονα δάση της.
Ό Άραβαντινός, όπου αναφέρεται περί Βησσάνης στη Χρονογραφία του, κι’ αυτό γίνεται κατ’ επανάληψι, ώστε αποκλείεται ή περίπτωσις λάθους, γράφει, Β ί σ σ α ν η. Δεδομένης δέ της ιδιότητος του εν λόγω ιστορικού ως λογίου καί διδασκάλου, μάλιστα της εποχής του 1853 πού στήν ορθογραφία έδίδετο ιδιαίτερη προσοχή, πρέπει νά συμπεράνωμε πώς δέν τήν έγραψε στον τύπο αυτο έτσι αυθαίρετα, άλλ’ ότι κάπου θα έστηρίχθη. Επειδή δέ ξέρομε, οτι ό έν λόγω συγγραφεύς δέν άπεμακρύνθη ποτέ άπο τά Γιάννινα άλλ’ οτι ζητούσε τις πληροφορίες του από τούς άρχιερείς, δασκάλους και κάθε λόγιο πού έπεσκέπτετο τήν Ηπειρωτική πρωτεύουσα, κι’ έτσι σάν λόγιος έρμής κατώρθωσε νά συνάξει τήν τόσο χρήσιμη ιστορική του ύλη, πρέπει νά πιστέψωμε, οτι θά τον άντέγραψε από τούς καταλόγους των μητροπόλεων, ή της Τουρκικής διοικήσεως, πού και στην εποχή του ακόμα κατά μέγα μέρος χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα μέ Έλληνες γραμματισμένους, πού φαίνεται τήν έγραφαν Βίσανη.
Του Σπύρου Στούπη
«Η ξενητειά, το διάστημα, βουνά άγνωρα και κάμποι
η πελαγίσια η καταχνιά, τα σύγνεφα τα θάμπη
ποτέ δεν θά τη σβύσουνε στά μάτια της ψυχής μου
την άγια την εικόνα σου πατρίδα μου χρυσή».
Για το όνομα της κωμοπόλεως Β ή σ σ α ν η που ήταν είναι απο τά σημαντικώτερα χωριά του Πωγωνίου κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας σε αριθμό κατοίκων, πλούτο καί πολιτισμό, μερικοί πιστεύουν πώς είναι σλαυικό και σημαίνει ψηλό λοφώδη τόπο και άλλοι, οτι είναι ελληνικό που παράγεται από το β ή σ σ α=δρυμώδης τόπος (ώς ούρεως έν βήσση. Ιλ. Γ. 34), μια λέξι πανάρχαιη πού την αναφέρει έκτος από τον Όμηρο καί ο Ησίοδος.
«Πολλοί το όνομα του χωρίου τούτου, λέγει ο Λαμπρίδης, γράφουν όχι ως εκείνοι, οίτινες θεωρούν τούτο σλαυικόν, όπερ σημαίνει θέσιν ύψηλήν ή σημείον ανωφερές όπως τα σύστοιχα Βισανσκό καί Βισικό=άνηφορία, αλλά Βήσσανη εκ της ελληνικής βήσσης».
Ό ίδιος δμως προτιμά τη γραφή Βίσιανη ή Βύσιανη, προφανώς γιατί δεν συμμερίζεται την ελληνική άποψι. [1]
Ο Θεοφ. Μέντζος φρονεί, [2] οτι προέρχεται άπο το έλληνικόν β ή σ σ α γιατί ερμηνεύει και αποδίδει θαυμάσια την τοπολογική έννοια. Διότι σημαίνει, λέγει, «σύνδενδρες λακκιές». Πράγματι δέ το χωριό είναι χτισμένο πάνω σέ λόφους πού κάποτε ήσαν δασόφυτοι. Αλλά, οι «σύνδενδρες λακκιές» είναι συνηθέστατο φαινόμενο στην Ηπειρο καί μάλιστα σε παλαιότερες εποχές οπότε δεν είχε άποψιλωθεί από τα άφθονα δάση της.
Ό Άραβαντινός, όπου αναφέρεται περί Βησσάνης στη Χρονογραφία του, κι’ αυτό γίνεται κατ’ επανάληψι, ώστε αποκλείεται ή περίπτωσις λάθους, γράφει, Β ί σ σ α ν η. Δεδομένης δέ της ιδιότητος του εν λόγω ιστορικού ως λογίου καί διδασκάλου, μάλιστα της εποχής του 1853 πού στήν ορθογραφία έδίδετο ιδιαίτερη προσοχή, πρέπει νά συμπεράνωμε πώς δέν τήν έγραψε στον τύπο αυτο έτσι αυθαίρετα, άλλ’ ότι κάπου θα έστηρίχθη. Επειδή δέ ξέρομε, οτι ό έν λόγω συγγραφεύς δέν άπεμακρύνθη ποτέ άπο τά Γιάννινα άλλ’ οτι ζητούσε τις πληροφορίες του από τούς άρχιερείς, δασκάλους και κάθε λόγιο πού έπεσκέπτετο τήν Ηπειρωτική πρωτεύουσα, κι’ έτσι σάν λόγιος έρμής κατώρθωσε νά συνάξει τήν τόσο χρήσιμη ιστορική του ύλη, πρέπει νά πιστέψωμε, οτι θά τον άντέγραψε από τούς καταλόγους των μητροπόλεων, ή της Τουρκικής διοικήσεως, πού και στην εποχή του ακόμα κατά μέγα μέρος χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα μέ Έλληνες γραμματισμένους, πού φαίνεται τήν έγραφαν Βίσανη.
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016
Ένας γεφυράς θυμάται...
Πασχάλης Ζούνης
Ένας γεφυράς θυμάται...
Ο Πασχάλης Ζούνης γεννήθηκε στην Πυρσόγιαννη της Κόνιτσας το 1898. Όπως όλοι στο χωριό του, έγινε κι αυτός μάστορας, πολύ καλός πελεκάνος, κι άρχισε τα ταξίδια.
Στα 1928 με ΄27 έφτιαξε με το συνεργείο του, κάτω απ’ το Δολό, στο δρόμο προς Πωγωνιανή -τότε Βοστίνα- το γεφύρι του Κουβαρά.
Γι’ αυτό το έργο, αλλά και για τις εμπειρίες της τέχνης του, μίλησε Οκτώβρη του 1986 στην Πωγωνιανή, όπου είχε εγκατασταθεί στα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στην κόρη του.
Πέθανε δύο χρόνια αργότερα, το 1988
Λέγομαι Πασχάλης Ζούνης. Είμαι απ’ τη Πυρσόγιαννη στη καταγωγή. Ναι! Πόσο χρονών είμαι; Είμαι τώρα μικρός, 88 χρονών. Ήμουνα μάστορας. Ήτουνε ο πατέρας μου μάστορας, μάστορας κι εγώ. Έμαθα τη τέχνη. Από μικρός πήγαινα κοντά που ήτουνε ο πατέρας μου. Ο γέρος ο δικός μου ήτουνε ο πρώτος μάστορας. Δεν ήτουνε κανένας άλλος. Ο Γιάννης Ζούνης! Πρώτος! Κανένας άλλος. Κι ο παππούς την ίδια δουλειά. Βασίλης Ζούνης αυτός, μάστορας, δε πήγε σκολειό…
Ήμουνα στη Βέροια, στο Μελίκι, φτιάχναμαν την εκκλησία. Από ’κει με πήρανε στρατιώτη. Με το στρατό μας γυρίζανε Ουκρανία, μπήκα Ρουμανία, πήγα Μικρασία! Ε.., τι να σου πω τώρα, παραμύθια…
![]() |
| Ο Π. Ζούνης δουλεύει στην Αθήν |
Εγώ έφτιαξα δικιά μου ομάδα. Τώρα είχα πέντε μαστόρους, έτσι; Την άλλη χρονιά είχα τρεις, την άλλη χρονιά είχα δύο, την άλλη χρονιά είχα δέκα. Ήμουνα επικεφαλής. Ναι! Ξεκινούσαμε με τα ζώα. Με ζώα πηγαίναμαν, με ζώα ερχόμασταν.
Ήτουνε τότε τα μπουλούκια. Σε ποιο μπουλούκι δουλεύεις; Στου Πασχάλη παραδείγματος χάρη. Σε ποιο δουλεύεις; Στου Κωστάκη. Στου τάδε. Λέγανε του πρωτομάστορα τ’ όνομα. Και τσιεράκια είχαμαν να δουλεύουνε, να μαθαίνουνε. Άλλα κουβαλούσανε με τα μουλάρια πέτρες, άλλα κουβαλούσανε με το πηλοφόρι λάσπη που χτούσαμαν. Αυτό είναι. Ναι!
Είχαμαν πολλά εργαλεία. Είχαμαν χτινιές, μπικούνια, πολλά. Αυτά τα φτιάχναν οι σιδεράδες. Ήτουνε απαραίτητοι στο χωριό. Καλέμια, βελόνια, χίλια δυο. Ο σιδεράς ήτουνε απαραίτητος.
Φεύγαμαν και πηγαίναμαν μακρινά ταξίδια. Είχαμαν σκληραγωγία μεγάλη. Δύσκολα χρόνια. Δύσκολα ήτουνε βέβαια. Τότες υπήρχανε Τούρκοι, τότες υπήρχανε κλέφτες, τότες υπήρχανε απ’ όλα τα αγκάθια. Κατάλαβες; Πολύ δύσκολα. Πάρα πολύ. Λοιπόν, έρχονται ένα βράδυ, ένας αποκηρυγμένος απ’ τη Τζεριμέ, ένα χωριό πλάι, απ’ τα Αγόρενα, και μας πήρανε ένα μουλάρι. Πέντε χιλιάδες! Και δώσαμε πέντε χιλιάδες να μας το φέρουν πίσω το μουλάρι αυτό…
![]() |
| Επιγραφή: Αρχιτέκτων Π. Ζούνης |
Επιγραφή: Αρχιτέκτων Π. Ζούνης
Εκεί είμασταν όλοι μαστόροι. Τήρα: εγώ, του Παπαγιάννη το παιδί ο Γιάννης, ο Γαλάνης, ήτουνε δυο-τρεις άλλοι, ο Κολοβός, ήτουνε όλοι απ’ τη Πυρσόγιαννη. Ναι, αυτοί ήτουνε. Φτιάχναμαν και τις πέτρες. Εμείς όλα ε! Και μια στέρνα είχαμαν με κουρασάνι που έφτιαχνε ο γέρος ο δικός μου. Στούμπιζε κεραμίδι, το κοσκίνιζαν, το κάναν λάσπη. Αυτό δε ξεκολλούσε ποτέ. Και ρίχναν και ασπράδι από αυγό για να το χρησιμοποιήσουν. Στο Νικολίτσι -δε πήγες στο Νικολίτσι να δεις την εκκλησία;- ρίξαν στη στέρνα του χωριού ασπράδια για την εκκλησία…
Εμείς χτίζαμαν απ’ όλα. Απ’ όλα τα είδη φτιάχναμαν. Εκκλησίες, καμπαναριά, τζαμιά, μύλους. Μας λέγανε καρκαλάδες εκεί στην Αλβανία που φτιάχναμαν μύλους. Εγώ, ο Φώτης ο Καλούδης, ο Γιάννης ο Παρδελώνας. Σπίτια φτιάχναμαν πολλά. Σ’ αυτά κάναμαν και μπαξίσια. Πήρα μια φορά στα μπαξίσια σαράντα μαντήλια…
Εγώ δουλέψει παντού. Εδώ, στο Πωγώνι, σε πολλά μέρη, αλλά και στην Αθήνα. Έκανα τη μάντρα στη Βιαμάξ με κίτρινη πέτρα απ’ το Καπανδρίτι. Στο Γηροκομείο, στην οδό Κηφισίας, πελέκησα μια-μια πέτρα του. Έφκιαξα πολλά τζάκια, πολλά. Με παρέα Πυρσογιαννίτες. Ναι! Δούλεψα και κάτω στο Τουρκολίμανο, στο Πειραιά. Φτιάχναμαν εκεί ένα μέρος, -δεν είναι εύκολο να σου πω- ένα μέρος που ήτουνε εκατό μέτρα επί εκατό. Ήτουνε θάλασσα και γίνηκε ξηρά. Του βασιλέως την εξέδρα κάναμαν. Το παιδί του κόντεψε να πάει αποκάτω αν δεν ήμουνα εγώ. Ανέβαινε κει πέρα, γιατί ήτουνε στον ιστιοπλοϊκό όμιλο…
Αριστερά: Χαράλαμπος, Πασχάλης και Θανάσης Ζούνης. Τρία αδέρφια, τρεις πελεκάνοι. Δεξιά: Οικογένεια Ζούνη
Φτιάχνανε οι Πυρσογιαννίτες και γεφύρια, έφτιαχνα κι εγώ. Κιοπρού λέγανε το γιοφύρι παλιά, επί Τουρκίας. Ήτουνε δύσκολο πολύ να φτιάξεις ένα γιοφύρι! Πιο δύσκολα από ’να σπίτι, πιο δύσκολα. Εγώ έμαθα στο πατέρα μου. Τον είχανε πάρει στη Κόνιτσα τρεις φορές, τέσσερις, να οδηγήσει εκεί τα γιοφύρια, να τα φκιάξουνε καλά. Ου..., έχει στη Κόνιτσα γιοφύρια, έχει πολλά…
Στη στροφή, εκεί πάνω, στο δρόμο που είναι και δημόσιος, απάνω που πάμε για τα Τσαραπλανά, είχανε, πώς να σου πω, είχανε το συνεργείο, παράγκα που δουλεύανε. Δούλευαν οι μαστόροι εκεί που ήτουνε η δουλειά. Σ’ αυτή τη παράγκα πήγαιναν να τρώνε, να φάνε, να πιούνε, να πλερώσουνε. Εύρισκες να φας, μαγεριό. Οι μαστόροι αυτοί, που δούλευαν αυτού, ήτουνε όλοι πιλικάνοι, καλοί μαστόροι. Όλα τα γιοφύρια τότε αυτού τάχαν όλα καμωμένα οι Πυρσογιαννίτες. Εργολαβικώς. Μη ψάχνετε να βρείτε κανένα, τίποτα. Όλα τα γιοφύρια τα ’χουνε κάμει οι Πυρσογιαννίτες. Πολύ μαστόροι, καλοί, μηχανικοί, να φτιάχνουν γιοφύρι και δυο γιοφύρια πάνω στ’ άλλο το γιοφύρι. Οι Τούρκοι; Όχι, δεν φτιάχνανε γιοφύρια, δεν είχανε μυαλό για… Είχανε μυαλό για τουφέκι. Ναι!
Αν πέφτανε τα γιοφύρια; Άμα δε τα ’φτιανες καλά… Αλλά βρίζανε ύστερα. Γιατί να πέσει το γιοφύρι; Λόγω θεομηνίας, έβρεξε πολύ, ξέρω ’γω, πάγωνε έπεφτε. Βέβαια!
Πυρσογιαννίτες δε φτιάξαν και το γιοφύρι στη Κόνιτσα; Ο Ζιώγας ο Φρόντζος, ναι! Όταν ήμουν μικρός εγώ το χαλάσαν λίγο, οι Τούρκοι που φεύγανε το χαλάσαν παραλίγο. Είχε έρθει ο …Τζαβήτης και του ’δωκε μια κι έκοψε το θόλο. Το ’κοψε στη μέση, αλλά όχι κάτω-κάτω, κόψιμο μέχρι κει που ανοίγει μετά ο θόλος. Πήγα εγώ, πέρασα κει, από άκρη λιγάκι, σιγά-σιγά, κι έφυγα, πήγα στα Γιάννενα.* Λέγανε, ήρθανε οι Ιταλοί, λέει, και το είδαν το γεφύρι. Ναι! Θαύμασαν και οι Ιταλοί οι ίδιοι. Σου λέει, πώς το ’χει αυτός καμωμένο; Το ’χει με το διαβήτη, να το φέρει στρόγγυλο. Μάλιστα λένε, λέγανε, αυτό το γιοφύρι χτίζανε από τη μια μεριά οι Πυρσογιαννίτες και από την άλλη μεριά χτίζανε οι Βουρμπιανίτες. Και αφού το φέρανε στο σημείο, στο κλειδί, λέει, έπεσε των Βουρμπιανιτών.
- Οι Πυρσογιαννίτες το λένε αυτό παππού;
- Αμ ποιος το λένε. Χα…
![]() |
| Το γεφύρι του Κουβαρά |
Κι εγώ έχω φτιάξει γιοφύρια. Ένα έφτιαξα στου Κουβαρά, κάτω στο ρέμα στο Δολό. Στο βαθύ το ρέμα έχει και γιοφύρι κάτω, Και έχω γραμμένο …“επί ελληνικής Δημοκρατίας ανηγέρθη…” το γιοφύρι αυτό. Τότες που ήτουνε οι γερουσιαστές, 1926-1927, τότες! Ήμουνα επικεφαλής εγώ, τότε. Δούλεψα μέχρι που το ’φερα στο ίσιο, πάνω. Κάναμαν θόλο και το γεμίσαμαν. Φτιάχναμαν ασβεσταριά, όχι μπετό, με πέτρες το γεμίσαμαν. Φτιάξαμαν σκαλωσιές, δεν είχε πολύ νερό. Χτίζαμαν όταν σταματούσε…
Αν κάναμαν σχέδιο; Όχι. Το σχέδιο μάς το ’φέραν. Ήτουνε ένας έπαρχος τότες, ήτουνε κι ο γραμματεύς να πούμε του επάρχου. Να χτίσουμε ένα γιοφύρι, είπε, τέτοιο, αυτό εδώ, μ’ αυτό το τρόπο, μ’ ένα τόξο. Είχε κάποιο Μελιγκάνο, κουτσό, που ’ταν στα Γιάννενα. Ήτουνε μηχανικός· ναι! Και οι μαστόροι εξ αδιαιρέτου. Ήτουνε οι μαστόροι πότε πέντε, πότε τέσσερις, πότε κι ένας. Χτούσα στο τέλος μοναχός μου. Δούλεψα και μόνος! Όχι, όχι τσιμέντο· ασβέστη· ασβέστη και πέτρα. Αυτό το γιοφύρι ήτουνε τότες..!
Όταν ήρθε ο έπαρχος, με το μηχανικό, το βγάλανε ότι αυτό ήτουνε πάνω από πενήντα χιλιάδες δραχμές. Τότες, το 1927! Τι λες; του λέω -πρόεδρος στο χωριό ήτουνε, τότες, ένας Κούλας- το ’χουμε, λέω, δέκα έξι χιλιάδες δραχμές. Τι λες μωρέ, δέκα έξι χιλιάδες δραχμές αυτό το γιοφύρι; Θαύμασε κι αυτός! Για τη τιμή που είπαμαν. Φάνηκε πολύ φτηνό…
Πόσο καιρό κάναμαν; Τι να σου πω τώρα. Αρχίσαμαν τέτοιο καιρό. Δούλευα εγώ, μονάχος μου, μέχρι και Νοέμβρη, Δεκέμβρη. Δούλευα αργά, μονάχος στο γιοφύρι, αλλά επειδής ήτουνε χειμώνας, ήτουνε πάνω έτσι οι βράχοι· και μόλις έβγαινε ο ήλιος, οι πέτρες κυλούσαν, έρχονταν κάτω. Ξεπάγωνε και πέφτανε οι πέτρες κάτω. Είναι μια χαράδρα εκεί βαθιά, πολύ επικίνδυνη. Είναι μέσα στη χαράδρα αυτό το γιοφύρι. Θα το δεις…
![]() |
| Πασχάλης Ζούνης (1898-1988) |
Ήτουνε δύσκολα να φτιάξω το γιοφύρι! Έπρεπε να ’χεις ξύλα να κάνεις το τόξο, το βόλτο να πούμε, με ξύλα, να βάλεις άλλες κέντες εκεί πέρα, κι απάνω να ρίξεις τα πέταβρα για να πάρεις να το χτίσεις ύστερα. Μετά τα αφαιρούσαμαν τα ξύλα αυτά. Μάλιστα! Χτούσαμαν πάνω πέτρες κι ερχόμασταν στο κλειδί. Εκεί, στις Γούβες, στο γιοφύρι αυτό που λέμε τώρα, στου Κουβαρά, έχω δυο πέτρες, τη μία από τη μια μεριά και μία από την άλλη, δύο· και δυο από τούτη τη μεριά, τέσσερις πέτρες· δηλαδή μονοκόμματες εννοώ. Μεγάλες πέτρες. Κάλυπτε, ας πούμε, το ήμισι. Τις πέτρες, όλες, τις βγάλανε κάτι Οθωμανοί που ήτουνε Αρβανίτες, επί τόπου, εκεί κοντά στο γιοφύρι από κει μεριά· ναι…
Έτσι λοιπόν το ’χτισα το γιοφύρι στο Κουβαρά. Αλλά, είπαμαν, ήτουνε πολύ επικίνδυνο αυτό! Ρίξαμαν κι αυγά! Το χωριό ’κανε κουμάντο. Έφερε στη στέρνα. Στο τέλος κάναμαν και γιορτή, μ’ όλο το χωριό, το Δολό. Γλέντι με φαγητά, κι αυτά. Βέβαια…
Αυτά. Αλλά άμα περνάνε τα χρόνια, περνάνε και τα μνημονικά… Όλα! Βέβαια. Άκου ’δω, ήσαντε δύσκολα, αλλά ήσαντε και ωραία χρόνια τότες! Εμείς, και τα χρόνια φαίνονται πως ήμασταν εδώ, και τα έργα φαίνονται πως ήμασταν εδώ..! Να τα μάθετε σεις τώρα, να τα λέτε σ’ αλλουνούς, παρακάτω…
* Αναφέρεται στη ζημιά που του προξένησαν οι Τούρκοι όταν υποχωρούσαν το 1912-13. Διέταξε ο Τσιαβήτ πασάς και το κανονιοβόλησαν.
Πηγή:http://arhiogefirionipirotikon.blogspot.gr/2012/03/blog-post_8734.html
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




















