Σελίδες

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Xριστουγεννιάτικα...


Της Βαγγελιώς Παΐσιου

Έρχονται σε λίγες μέρες Χριστούγεννα. Αυτές οι άγιες μέρες μας θυμίζουν πολλά από τα παιδικά μας χρόνια...

Πρώτα απ’ όλα, οι γλυκόλαλες καμπάνες του Άη Νικόλα μας που μας ξυπνούσαν να πάμε στην εκκλησία. Έπειτα ακούγαμε τον Πατέρα να ψέλνει “...η γέννησή σου Χριστέ ο Θεός ημών...” ολόκληρο και συνέχιζε “...η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει...” και εμείς προσπαθούσαμε να το μάθουμε.

Επηγαίναμε βέβαια, όλα τα παιδιά στην εκκλησία που ήταν πάρα πολύ ωραία, αλλά εμάς των παιδιών το μυαλό ήταν στις λαλαγγίτες, που από βραδύς τις είχαμε ζεματίσει με πετιμέζι και είχαμε ρίξει μπόλικα καρύδια. Φτιάχναμε άλλοτε δύο και άλλοτε τρία τεψιά. Τώρα όμως, αυτό το πατροπαράδοτο γλυκό που συμβολίζει τα σπάργανα του Χριστού, έσβησε για τους περισσότερους Βησσανιώτες. Έχω όμως την εντύπωση ότι πολλοί θα τις νοσταλγούνε τις τόσο ωραίες και τις τόσο εύγεστες λαλαγγίτες. 
Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν: αλεύρι, καρύδια και πετιμέζι ή ζάχαρη αν δεν υπήρχε πετιμέζι. Είχανε όμως κόπο να γίνουνε. Καίγαμε μια μαύρη πλάκα από την προηγούμενη μέρα στην φωτιά και αφού έκαιγε καλά, αρχίζαμε να ρίχνουμε τον χυλό. Αυτός γινότανε φύλλο πολύ νόστιμο. Για να φτιάξεις 15-20 φύλλα ήθελες πολλές ώρες.
[Αυτά Γιάννη Στούπη δεν τα γράφω να τα μάθεις εσύ, αυτά εσύ τα ξέρεις. Τα γράφω για να τα διαβάζει η νεολαία μας να μαθαίνουν τα γλυκά που τρώγανε οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους...]

►Θα σας γράψω κάτι που θυμήθηκα. Είχα βρει το συγχωρεμένο τον Τάκη Βασαγιάννη στην οδό Αχαρνών, παραμονές Χριστουγέννων και εγώ κρατούσα μια σακούλα με κάρβουνα. Μου είπε ο Τάκης, δώσε μου να σε βοηθήσω. Τι έχεις εκεί; Του απάντησα, αν σου πω μπορεί να σου φανεί παράξενο. Έχω κάρβουνα, θέλω να φτιάξω λαλαγγίτες. Τι; μου είπε, θα φτιάξεις λαλαγγίτες; Θέλω και εγώ 10 φύλλα. Θα σου φέρω, του απάντησα στο γραφείο της Αδελφότητας. Όχι, μου είπε, απλώς σε δοκίμαζα, εμένα μου δίνει μια γυναίκα από το Βασιλικό, μου είπε και το όνομα της αλλά δεν το θυμάμαι και συνέχισε. Εμένα Χριστούγεννα χωρίς λαλαγγίτες δεν μου πιάνονται... Το ίδιο και στα παιδιά μου και στα ανήψια μου. Μόλις πλησιάζουν Χριστούγεννα με ρωτάνε: Θεία, θα μας φκιάσεις λαλαγγίτες; και αφού ακόμη με κρατάν τα κότσια μου, δεν μπορώ να πω όχι...

Παραμονές Χριστουγέννων είχα πάει στο σπίτι του Βαγγέλη του Βέτσα, του συγχωρεμένου και βρήκα μια φωτιά στο τζάκι με πολλά κάρβουνα. Το μυαλό μου επήγε αμέσως ότι ήταν κατάλληλο για λαλαγγίτες και αφού το συζητήσαμε μου είπαν έλα να φτιάξουμε. Πραγματικά την άλλη μέρα πήρα τα σύνεργα και πήγα. Τώρα, θα μου πείτε, τι σύνεργα είναι αυτά. Να σας πω, χρειάζεται ένα μπακιρένιο ταψί, μια πιροστιά, και ένα μακρύ αδράχτι. Οι περισσότεροι που θα διαβάσουν την εφημερίδα τα γνωρίζουνε. Όσοι τώρα θέλουνε την συνταγή, παλιά την είχε δημοσιεύσει εφημερίδα, όπως τις φτιάχνει η Γιαννούλα του Τζούμα και μάλιστα ήταν πολύ ωραία γραμμένη. Επίσης μπορούνε να με βρούνε μέσω της Αδελφότητας και να τους εξηγήσω, ακόμα και να τους δείξω και στο σπίτι τους...

►Το άλλο που θυμάμαι, είναι τα σουμπέκια, αφού τα έφκιανε η μάνα μας από το Σεπτέμβριο και τα κρεμούσε στο νοντά και εμείς τα κοιτούσαμε από μακριά χωρίς να μπορούμε να τα πειράξουμε. Περιμέναμε πότε θα χιονίσει για να τα κόψουμε. Αλλά και που τα κόβαμε  από  μιά σταλιά μας δίνανε, μόνο που κάναμε χαρές, αφού γινόταν η αρχή, θα κλέβαμε και λίγο όπως κλέβαμε τα σταφύλια που είχανε κρεμασμένα στο νταβάνι. Για να μην μας καταλαβαίνουν εκόβαμε από όλα και από λίγα σπιργιά και από το πίσω μέρος. Όταν όμως ερχόταν η ώρα να τα κατεβάσουμε και τα βλέπανε μας φωνάζανε. Για ελάτε εδώ. Ποιός τα έφαγε αυτά; Εμείς κάναμε σαν γάτες βρεγμένες και η τιμωρία μας ήταν να κοιμηθούμε νηστικά. Χαρά στην υπομονή μας... Άντε τώρα να κρεμάσεις στα σημερινά παιδιά τις σοκολάτες και όλα τα άλλα που τρώνε και να τους πεις ότι θα τα φάτε μετά από καιρό. Θα γίνει μάχη, γι’ αυτό πρέπει να πούμε “Τα χρόνια άλλαξαν, αλλάξαν οι καιροί...” 

►Εγώ γι’ αυτά που σας γράφω είναι για τα χρόνια μπροστά και πίσω από τον πόλεμο... Τότε έριχνε και πολλά χιόνια και το μεγάλο βάσανο ήτανε πως θα φέρναμε τις τροφές για το γομάρι, για τις γίδες, για τις γελάδες, από τις καλύβες που το χιόνι ήτανε ως το γόνατο και παραπάνω. Παίρναμε ένα σιούκλο με κάρβουνα και πηγαίναμε με σακιά να τα γεμίσουμε άχυρο, αλλά ώσπου να τα γεμίσουμε, τα χέρια μας δεν τα ορίζαμε από την παγωνιά. Ας αφήσουμε τις νεροπάπαλες... Εκείνο που μας παρηγορούσε ήτανε που μέσα στο άχυρο είχε σκεπάσει η συχωρεμένη η μάνα μου ξυνόμηλα και μας φαινότανε μέλι. Τώρα στα χωριά δεν χαμπαρίζουνε, τότε βόσκαμε στα γλόγκια, στα σιούψανα, στα κράνια, στα γκόρτσα και τελευταία ήταν τα βούρβαλα. Για να μην σας κουράσω σταματάω...

Γρηγόρη δεν ξέρω αν τα περιέγραψα τέλεια, εγώ πάντως προσπάθησα να ξαναθυμηθώ και θα τελειώσω με τούτο:
Η θεία μου η Διαμάντω του Κοτρότσου που είναι και ξαδέρφη της μάνας σου της Φέβρως ταξίδευε Γιάννενα - Θεσσαλονίκη. Στο κάθισμα καθόταν με ένα κύριο. Σε κάποια στροφή έγειρε το λεωφορείο και αυτή έπεσε επάνω του. Αντί να πει συγνώμη αυτή του είπε: 'Όύι σε ζούπιξα μωρέ άλαλο...!!!".
Αυτό στο γράφω έξω από την Μάνα, το θυμήθηκα στο δρόμο...
Εύχομαι σε όλους καλά Χριστούγεννα και Χρόνια Πολλά.

Πηγή: Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η ΒΗΣΣΑΝΗ" - Φύλλο 42-Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1994
Επιμέλεια: Χ.Κ.


Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Η Σχολή Αρρένων Βησσάνης


Το αρρεναγωγείο Βησσάνης όπως είναι σήμερα

Την 15 Οκτωβρίου 1892 εν τη κωμοπόλει Βησσάνη της επαρχίας Πωγωνίου ετελέσθησαν τα εγκαίνια της νεοδμήτου σχολής αρρένων.
Της τελετής προΐσταντο, εν μέσω της συρροής των κατοίκων, ο πανοσιολογιότατος αρχιμανδρίτης Νικόδημος μετά πάντων των ιερέων ιεροφορεμένων.
Μετά δε το πέρας αυτής  κατάλληλον τη περιστάσει, λόγον απήγγειλεν ο εκ των διδασκάλων κ. Ευστάθιος Παγούνης. Η ανέγερση της περικαλλεστάτης σχολής τιμά τους ΒΗΣΣΑΝIΩΤΑΣ, οίτινες μη έχοντες πάγια εισοδήματα, ούτε μεγάλόπλουτον δωρητήν, δια κοινής συνεισφοράς συντηρούσιν αξιοπρπεώς τα σχολεία αυτών, ενώ δυστυχώς άλλαι κοινότητες καίτοι έχουσαι, δεν δύνανται να συγκριθώσι προς την κωμόπολιν ταύτην, διότι φατριαστικόν πνεύμα και ιδιοτέλεια εισεχώρησεν μεταξύ αυτών...

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ» 
τεύχος: 9/13-11-1892



***

Ο νέος Καϊμακάμης του Πωγωνίου Γελήπ-βέης την 22 Ιουλίου 1895 παρέστη εις την έναρξιν των εξετάσεων της Σχολής αρρένων Βησσάνης, ήτις εφέτος συνεπεία της παρουσίας αυτού είχε τι το συμφέρον, και η Σχολή είχε διασκευασθεί καταλλήλως. Εις την υπό του Διευθυντού της Σχολής κ. Ευσταθίου Παγούνη γενομένην αυτώ προσφώ- νησιν τουρκιστί, απήντησεν δι’ ολίγον εκφράσας την ευχαρίστησίν του δια την υποδοχήν ήτις τω εγένετο και την μεγάλην του χαράν δια την πρόoδο της Κοινότητας εκδηλώσας συνάμα την μέριμνα και τον διακαή πόθον της Α.Μ. του Σουλτάνου δια τα γράμματα και τη πρόοδο των υπηκόων τους...

Ακολούθως επεσκέφθη το Παρθεναγωγείον και το Υφαντήριον της Κοινότητας ένθα έμεινεν αρκετήν ώρα θαυμάζων τα ωραία αληθώς έργα, προθύμως αγοράσας δεκάδα λαχείων του υφαντήριου. Εν γένει η εντύπωσις αυτού εκ της Βησσάνης υπήρξεν ευάρεστος και μετά μεγάλου ενδιαφέροντος εξήτασε παν ό,τι δύναται να συντελέσει εις την ανάπτυξιν της Κοινότητος. Προτού δε αναχωρήσει την επομένην προσεκάλεσε τους προκρίτους της Κοινότητας και τους διδασκάλους και τους εξέφρασε και πάλιν την ευαρέσκειάν του...

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ» 
τεύχος: 148/4-8-1895 

Έτσι ακριβώς αναγράφονται οι Σχολές της Βησσάνης πριν 102 ακριβώς χρόνια στην τότε εκδιδόμενη απ’ του Γ. Κ. ΓΑΓΑΡΗ εφημερίδα «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ».

Γ.Κ.ΓΑΓΑΡΗΣ και για την αντιγραφή Σωκράτης Μιχ. Οικονόμου Γεροπλάτανος 20 Νοεμβρίου 1997
Υ.Γ. Ακολουθείται το ύφος και η γραφή της εποχής.

Πηγή: Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η ΒΗΣΣΑΝΗ"-Φύλλο 60-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1997

Μαζί με το παραπάνω κείμενο δημοσιεύεται κι ευχαριστήριο της Αδελφότητας που εχει ως εξής:


"ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ...

Από τον φίλο πλεόν της εφημερίδας μας και φλογερό πατριώτη κοντοχωριανό μας άξιο τέκνο του Γεροπλατάνου Σωκράτη Μιχ. Οικονόμου, λάβαμε ένα απόσπασμα της εφημερίδας «Φωνή της Ηπείρου» που εξέδιδε ο Γ. Κ. ΓΑΓΑΡΗΣ διακεκριμένος Γεροπλατανίτης και σημαντική Ηπειρωτική προσωπικότητα που τίμησε την Ήπειρο. 

Το ενδιαφέρον αυτό απόσπασμα, που ευγενικά όπως προείπαμε μας το απέστειλε ο κ. Σ. Οικονόμου, το παραθέτουμε μαζί με μια φωτογραφία που εικονίζει και το Σουλτανικό φιρμάνι που έδωσε την άδεια της ανέγερσης του πνευματικού φάρου της Βήσσανης. Στις αίθουσες τον οποίου και ο γράφων έμαθε γράμματα όπως και οι πατεράδες μας και που αυτή τη στιγμή με σεβασμό αναπολούμε όλους εκείνους τους βιοπαλαιστές της Πόλης και των άλλων κέντρων της ξενητιάς που με το οβολόν τους έχτισαν αυτά τα κτίρια τους ναούς των Μουσών όπου φωτίστηκαν οι Βησσανιώτες άνδρες και γυναίκες και έτσι ας είναι αυτά τα λόγια ελάχιστο μνημόσυνο στη ΜΕΓΑΛΗ τους προσφορά. 

Ευχαριστούμε λοιπόν και πάλι τον κοντοχωριανό μας Σωκ. Μιχ. Οικονόμου για τη συνεργασία...."

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Χ.Κ.


Σχόλιο του Γρηγόρη Αρμπυρου:

Γρηγόρης Άρμπιρος Εκ παραδρομής είναι λάθος το όνομα του Διευθυντή του Αρρεναγωγείου το σωστό είναι Ευάγγελος με καταγωγή από το Δολό Πωγωνίου και Διηύθυνε 12 έτη το Αρρεναγωγείο μας με άριστα αποτελέσματα οι μαθητές του συνέχιζαν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και διέπρεπαν .Ας είναι η μνήμη του αιωνία.

Απάντηση Χ.Κ.: Εχεις δίκιο Γρηγόρη να και η φωτογραφία του:




Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικη λαϊκή παράδοση στο Πωγώνι


Του Σωκράτη Οικονόμου

Λαϊκή παράδοση ήθη και έθιμα των Χριστουγέννων στο Γεροπλάτανο Πωγωνίου

Με την παρούσα εργασία, επιχειρείται μια καταγραφή των ηθών και εθίμων στο χωριό ΓΕΡΟΠΛΑΤΑΝΟΣ, αλλά και την ευρύτερη γύρω ακριτική περιοχή του Πωγωνίου, παρ’ ότι με τη νέα διοικητική διαίρεση το χωριό Γεροπλάτανος, διοικητικώς δεν ανήκει πλέον στην Επαρχία Πωγωνίου αλλά στην επαρχία Δωδώνης Ιωαννίνων.

Είναι εν τούτοις ακόμη γνωστό, ότι στην Αρχιεπισκοπή Πωγωνιανής παλαιότερα, πλην του Γεροπλατάνου (Αληζώτ Τσοφλίκι), ανήκαν και τα χωριά Μαυροβούνι, Μεσοβούνι, Άγιος Μηνάς, Αρτσίστα (Αρίστη), Τσερβάρι (Ελαφότοπος), Άνω Ραβένια, Κάτω Ραβένια, Δολιανά και Μόσιορη, τα οποία από τις αρχές του 19ου αιώνα ανήκαν πλέον στην Ομοσπονδία Ζαγορίου για λόγους ασφαλείας (βλ. I. Λαμπρίδη Ηπειρωτικά Μελετήματα, Ε.Η.Μ. "Ο Γεροπλάτανος" 1971)

Κάθε χωριό λοιπόν έχει τα δικά του ήθη και έθιμα κατά το γνωστό «Κάθε χώρα και ζακόνι (ζακόνι= Τούρκικη λέξη, συνήθεια, έθιμο) κάθε μαχαλάς και τάξη», τα οποία ήθη και έθιμα έχουν ομοιότητες και παραλλαγές που αγκαλιάζουν και την ευρύτερη περιοχή.
Τα ήθη και τα έθιμα απ’ τα παλιά αποτελούν ζωντανή μαρτυρία για τη γεωγραφική και εθνική ενότητα της περιοχής. Είναι θρησκευτικές δοξασίες ανάμεικτες με δεισιδαιμονίες, μαντείες και μαγείες, τις οποίες ο Χριστιανισμός στάθηκε ανίσχυρος να τις εξαλείψει εντελώς, όμως έγινε ένας συνδυασμός της αρχαίας παράδοσης με τη Χριστιανική πίστη και παράδοση.

Η αντοχή της στο διάβα των αιώνων προξενεί αληθινό δέος και η διαφύλαξή τους προγονική κληρονομιά. Διατηρήθηκαν και διατηρούνται αναλλοίωτα μέχρι τις ημέρες μας και τα περισσότερα τηρούνται με θρησκευτική ευλάβεια. Είναι οι ρίζες μας και αποτελούν αληθινές βρυσομάνες της λαϊκής μας παράδοσης.

Εδώ δεν θα μιλήσουμε για όλα τα ήθη και έθιμα της ζωής του χωριού (του γάμου - της βάπτισης - των πανηγυριών - του θανάτου - των γεωργικών και ποιμενικών ασχολιών, των θρησκευτικών εορτών του Λαζάρου και του Πάσχα κ.τ.λ) αλλά μόνον για τα ήθη και έθιμα των Χριστουγέννων για τα «Δωδεκαήμερα» όπως λέμε.

Τα έθιμα του δωδεκάημερου - δηλαδή του χρονικού διαστήματος μεταξύ των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων - έχουν θρησκευτικό, γεωργικό, κτηνοτροφικό και εθνικό χαρακτήρα όπως είπαμε. Οι ρίζες του ανάγονται στην Ελληνική αρχαιότητα. Ετσι οι «ξωτικές» ή «ξωθιές» είναι αρχαίες νύμφες, οι «τζερτζεβούληδες», οι «Κήρες» των αρχαίων τα «πολυσπόρια» διαιωνίζουν τα αρχαία «Πυανέψια», το αγιασμένο νερό τα «Πλυντήρια» των Αρχαίων Αθηναίων και το μερίδιο πις βασιλόπιτας για το σπίτι, αναβιώνει την προσφορά στον «οικουρό όφι» κ.λ.π.

►Α' ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Μόλις λοιπόν αρχίζει το δωδεκαήμερο βγαίνουν οι καλικάντζαροι, οι «τζερτζεβούληδες» ή «καρκαντζέλια» και περπατούν στους λάκκους και τα κουτσολάκια.
Τριγυρνούν τις νύχτες καπνισμένοι, κοκκαλιάρηδες, φωνάζουν και χορεύουν δαιμονισμένα. Πειράζουν, κοροϊδεύουν κι ενοχλούν εκείνους που δεν κρατάνε Σαρακοστή. Όταν πλησιάζουν οι άνθρωποι του σπιτιού κατεβαίνουν από το τζάκι, το φεγγίτι και κάνουν «ζούρλιες» (=τρέλες). Ανοίγουν τεντζερέδες, μαγαρίζουν φαγητά, ανακατεύουν το στάρι (σιτάρι), το καλαμπόκι στ’ αμπάργια, σπάνε πιάτα, γυαλικά. Γϊ αυτό το λόγο η φωτιά στο τζάκι καίει μερόνυχτα και δεν σβήνει ούτε στιγμή, όλο το δωδεκαήμερο, κι ο αγιασμός του παπά διώχνει όλα τα κακά. Με το πρώτο λάλημα του πετεινού τα χαράματα εξαφανίζονται για να γυρίσουν ξανά το άλλο βράδυ.

Όλο το δωδεκαήμερο οι νοικοκυρές δεν χύνουν στην αυλή, ούτε στο δρόμο «απολούσματα», για να μη θυμώσουν οι νεράιδες (ξωτικές ή ξωθιές) ή τα κακά αγερικά και τις πάρουν τη λαλιά. Πιστεύουν ότι οι ξωτικές ή ξωθιές έχουν υπερφυσικές δυνάμεις και μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Οι γριές μολογούσαν και μολογούν, πως μπορεί μια ξωτικιά να σε πάρει και να σε πάει στην τρύπα του «Βλάνου» κοντά στη «Βίγλα» και να σε βγάλει στη Βήσσανη...Οι ξωτικές ή ξωθιές, ήταν κάποτε ζωντανές γυναίκες, πανέμορφες κοπέλες και πέθαναν πρόωρα ή βρήκαν τραγικό θάνατο από κακούς ανθρώπους και μόνο τα δωδεκαήμερα κυκλοφορούν στον πάνω κόσμο. Γι’ αυτό, το διάστημα αυτό, οι κοπέλες ή οι γυναίκες δεν πρέπει να βγαίνουν έξω τη νύχτα και να κυκλοφορούν μην τις πάρουν οι ξωτικές ή ξωθιές.Τούτο έχει την εξήγησή του: Επειδή τα δωδεκαήμερα το βράδυ κάνει πολύ κρύο δεν πρέπει να κυκλοφορούν έξω οι γυναίκες μην πάθουν ψύξη. Δεισιδαιμονίες, δοξασίες και προλήψεις που διατηρούνται ακόμη.

ΣΤΟΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Οι νοικοκυρές καθαρίζουν, στολίζουν ή ασπρίζουν το σπίτι, τις αυλές, τα μαντριά, τ’ αχούργια και τα σοκκάκια. Χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν στόλιζαν. Τώρα τελευταία στολίζουν και χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Το σφάξιμο του μαναριού και του γουρουνιού

Κάθε σπίτι τα Χριστούγεννα (παραμονή πάντοτε) έσφαζε ένα μανάρι ή γουρούνι. Η σφαγή τους εξασφάλιζε το κρέας για το γιορτινό τραπέζι και τις άλλες γιορτές. Οσο κρέας περίσσευε το έκαναν «παστουρμά» δηλαδή τ’ αλάτιζαν πολύ, για να διατηρείται και να τώχουν για άλλα φαγητά. Έτρωγαν «τις τσιγαρίδες» από τα λίπη του γουρουνιού ή τις έλιωναν και τις είχαν για βούτυρο ή λάδι.

Μεγάλη χαρά ήταν ο ερχομός του ξενιτεμένου, που προσπαθούσε νάρθει παραμονή των Χριστουγέννων να κάνει Χριστούγεννα και γιορτές με τους δικούς του «καζαντημένος» και να ξεκουραστεί απ’ τα βάσανα της ξενιτειάς.

Τα Χριστόκλουρα ή κλούρες είναι τα χριστόψωμα. Ζυμώνονται χαράματα της Παραμονής των Χριστουγέννων με μια μεγάλη τρύπα στη μέση και στολίζονται με παραστάσεις, εμπνευσμένες από την γεωργική και ποιμενική ζωή του χωριού.

«Οι λαλαγγίτες» είναι χυλός από αλεύρι σιταρένιο, είναι τα σπάργανα του Χριστού. Είναι φύλλα λεπτά που ψήνονται πάνω σε μια πλάκα που αλείφεται με λάδι ή πασπαλίζεται με στάχτη, για να μην κολλάει το ζυμάρι. Η νοικοκυρά χύνει το χυλό, με μεγάλη τέχνη με μια ξύλινη κουτάλα, πάνω στην πυρακτωμένη πλάκα, σ’ όλη την επιφάνειά της, για να γίνει ψιλό το φύλλο. Αφού ψηθεί καλά τ’ απλώνει ένα-ένα στο ταψί και τα «ζεματάει» με σορόπι ή πετιμέζι ή μέλι και ρίχνει πάνω καρύδια και γίνεται ένα γλύκισμα ωραίο, σαν το σημερινό μπακλαβά. Τα καλοψημένα φύλλα μοσχοβολούν και η γιαγιά- Μεγάλη, η Μάκω, βάζει όλη την τέχνη της για να γίνουν λαχταριστές οι λαλαγγίτες το καλύτερο Πωγωνήσιο Χριστουγεννιάτικο γλύκισμα από παλιά μέχρι σήμερα, που τις καταβροχθίζουν όλοι λαίμαργα.

Παλαιότερα τα παιδιά επήγαιναν στα σπίτια κι έλεγαν κάτι ιδιότυπα κάλαντα τα «κόλιαντα» ως εξής:
«Κόλιαντα, μίλαντα 

δύο 
χιλιάδες πρόβατα 
και τρεις χιλιάδες γίδια.
Αν μας δώκουν παίρνουμε 
δε μας δίνουν φεύγουμε 
με τη λάγια προβατίνα 
και με μία κολιαντίνα».
Συνήθως τους έδιναν κανένα γρόσι ή μεντζίτι ή δεκάρα προπαντός όμως ένα μικρό κουλούρι το λεγόμενο «κουσκουντάρι» ή «κολιαντάρι». Κόλιαντα είναι παραφθορά της λέξης κάλαντα.

Τα μεσάνυχτα των Χριστουγέννων σήμαινε χαρούμενα και χαρμόσυνα η καμπάνα και όλοι οι χωριανοί φορούσαν τα γιορτινά τους και πήγαιναν στην Εκκλησία. Εκεί μεταλάβαιναν χωρίς εξομολόγηση και τη συγχώρεση την έδιναν ο ένας στον άλλο αναμεταξύ τους. Γυρνώντας στο σπίτι έτρωγαν λαλαγγίτες και χοιρινό κρέας και στη συνέχεια καταπιάνονταν με τις ποιμενικές εργασίες. Επισκέψεις δεν πήγαιναν την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων, αλλά περνούσε όλη η μέρα μέσα στο σπίτι οικογενειακά. 
Τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων μετά την Εκκλησία πήγαιναν βιζ’ντες (βίζιντες- επισκέψεις) για «χρόνια πολλά» στους Χρήστιδες κατά κουμπανίες ξεχωριστά, πρώτα οι άντρες με τα λαλούμενα, τα «βιολιά» και τ’ απόγευμα οι γριές και οι γυναίκες. Τα παιδιά δεν πήγαιναν επισκέψεις και οι γριές τους έφερναν στη τσέπη απ’ την ποδιά τα ζαχαρικά. Ακόμη για το καιρό έλεγαν «ό,τι καιρό κάνει τα Χριστούγεννα θα κάνει και τ’ Αη-Βασιλιού». Τι γλέντια, τι φαγοπότια! Τι ευχές! Τι μεγάλες χρονιάρες μέρες! Ετσι φτάνουμε στ’ Αη-Βασιλιού.

►Β' Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Τ’ Αη-Βασιλιού έκαναν τις «βασιλοκουλούρες» ή βοϊδοκουλούρες. Κάθε νοικοκυρά ζύμωνε τρεις βασιλοκουλούρες (βασιλοκ’ κλούρες), μια μεγάλη για το σπίτι και δυο μικρότερες που προορίζονταν για τον «τζιομπάνο» και το «γελαδάρη» του χωριού, (τζιομπάνος αυτός που βόσκει τα χωριανικά γίδια ή πρόβατα, τη γιδούρα, τα μπροβάργια και γελαδάρης αυτός που ’βοσκε τα γελάδια, τα βόδια του χωριού, ο βουκόλος).

Το βράδυ της παραμονής, οι άνδρες μαζεύονταν στα καφενεία του χωριού. Εκεί έπαιζαν «τριανταένα». Στο παιχνίδι αυτό δεν παίζονταν πολλά χρήματα, αλλά για το «καλό του χρόνου» όπως έλεγαν.
Δεν ξενυχτούσαν τα παλιά χρόνια στα μαγαζιά αλλά, αφού διασκέδαζαν για κάμποση ώρα, επέστρεφαν γρήγορα στις οικογένειές τους, ώστε όλοι μαζί να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο.
Φεύγοντας αγόραζαν για τα παιδιά ξερά σύκα (τσιοπελόσυκα), κανένα λουκούμι για τις γυναίκες και εύχονταν ο ένας στον άλλο «με το καλό να ’ρθει ο καινούργιος χρόνος». Η χαρά των παιδιών, δεν περιγραφόταν, γιατί τα γλυκά, οι λιχουδιές και τα σημερινά ζαχαρωτά ήταν άγνωστα τότε. Το λουκούμι, κάνα τσουπελόσυκο και καμμιά καραμέλα ήταν κι αυτά από τις σπάνιες λιχουδιές.

Ώσπου να αλλάξει ο χρόνος τα μεσάνυχτα, μαζεύονταν όλοι γύρω από το τζάκι που ’καιγε το κούτσουρο κι άκουγαν παραμύθια και ιστορίες, για τους καλικάντζαρους, τους μυλωνάδες και τις ξωτικιές. Η παιδική φαντασία τα θεωρούσε σαν πραγματικά γεγονότα και η απλοϊκότητα και η πειστικότητα με την οποία τα διηγόνταν οι γιαγιάδες εντυπώνονταν βαθιά μέσα στο μυαλό των παιδιών.

Με τον ερχομό του νέου χρόνου ευχόταν «καλή χρονιά», ασπαζόταν ο ένας τον άλλο και στους μεγαλύτερους φιλούσαν το χέρι. Τα παιδιά ξυπνούσαν χαραή (αν είχαν κλείσει μάτι από την χαρά τους και την αγωνία τους πότε θα ξημερώσει) και παρέες παρέες περνούσαν τα σπίτια του χωριού για να πούνε τον Αη-Βασίλη. Κρατούσαν στα χέρια κλίτσες για ν’ αντιμετωπίσουν τα σκυλιά, κι αν ήταν πολύ χιονισμένα τα σπίτια, έπαιζαν χιονοπόλεμο και τραγουδούσαν έξω στην αυλή για ν’ ακούσουν οι νοικοκυραίοι. Για φιλοδώρημα έδιναν σύκα ψημένα, καρύδια, καραμέλες και σπάνια καμιά τρύπια δεκάρα. Πάντως το έθιμο αυτό δεν είχε μεγάλη έκταση και λόγω του χειμώνα μόνο τα πιο ζωηρά παιδιά πήγαιναν, ενώ του Λαζάρου πήγαιναν όλα τα παιδιά του χωριού.

Το τραγούδι του Αη-Βασίλη ήταν:

Αρχημηνιά κι αρχή χρονιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
Αρχή που βγήκε ο Χριστός 
στη γηνα περπατήσει 
και να μας καλο-καρδίσει

Αη-Βασίλης έρχεται από
την Καισαρεία
βαστάει εικόνα και χαρτί
χαρτί και καλαμάρι
το καλαμάρι έγραφε
και το χαρτί μιλούσε

-Βασίλη μ ’ πούθεν έρχεσαι κι απούθε κατεβαίνεις;
-Από τη μάναμ’έρχομαι και στο σκολειό πηγαίνω.
-Βασίλη μ’ξέρεις γράμματα;
-Ξέρω την αλφαβήτα
Στην πατερίτσα ακούμπησε
να πει την αλφα-βητα
κ’ η πατερίτσα ήταν χλωρή
και πέταξε βλαστάρι
και στην κορφή του βλασταριού
κάθισε ένα πουλάκι
που ’χε στα νύχια του νερό
και στα φτερά του χιόνια
ραντίζει τον αφέντη του
ραντίζει την κυρά του
και με τ’ αποραντίσματα
ρεντάει και τα παιδιά του.

Στο τέλος τραγουδούσαν και την ευχή παίνεμα για το σπίτι του νοικοκύρη:

«Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε
πέτρα να μη ραγίσει 
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού 
χρόνια πολλά να ζήσει».

Επίσης το πρωί της πρωτοχρονιάς, οι κυνηγοί σηκώνονταν νύχτα και πήγαιναν να ρίξουν έστω και μια ντουφεκιά «να βασιλέψουν τα όπλα» όπως έλεγαν.

Όταν ξημέρωνε καλά τάιζαν τα χοντρά ζώα με άχυρο, φώκια και καλαμπουκιά, και στα γιδοπρόβατα κρεμούσαν κλαδί από την κλαδαργιά κι ετοιμάζονταν για την εκκλησία. Ακόμη την πρώτη μέρα ήθελαν να δουν «καλό άνθρωπο» για να πάει καλά η χρονιά. Αυτοί που γιόρταζαν (Βασίλης και Βασίλω) πήγαιναν ύψωμα στην εκκλησία να το βλογήσει ο παπάς και μετά την εκκλησία ο παπάς πήγαινε στο σπίτι να «σηκώσει το ύψωμα» και να ευλογήσει το σπίτι και το στάρι και το κρασί.

Γυρίζοντας από την εκκλησία έβαζαν στη φωτιά «ζυλενιά» ένα είδος δέντρου σαν το πουρνάρι, που το ’φερναν από την προηγούμενη μέρα από το Βοϊδομάτη κι έλεγαν: 

«Οσα φύλλα και κλαργιά, 
τόσα γρόσια και φλουργιά» 
ή 
«Όσα φύλλα και κλαργιά, 
τόσα αρνοκάτσικα γερά». 

Μετά ζυγίζονταν έτρωγαν την βασιλόπιτα, που ’χε μέσα το φλουρί (πάντα μια τρύπια δεκάρα) κι ο παππούς, χτυπούσε όλους με μια κρανίτικη βέργα τρεις φορές λέγοντας:

«Όπως είν’ γερή η κρανιά 
νάστε γεροί όλοι τη χρονιά».

κι όλοι ανταπαντούσαν:

«χρόνια πολλά και του χρόνου».

Αυτά όλα γινόταν με τάξη, προσοχή και σεβασμό. Και μετά το απόγευμα γλέντι, «βίζιντες», τραγούδια και χαρά με τα λαλούμενα ή βιολιά με το τακίμι του κλαρινίστα Γιώτη-Ντάλου. Επίσης πρόσεχαν την πρωτοχρονιά, τι μέρα θα κάνει γιατί ετσι θα ’ταν όλη η χρονιά. Το βράδυ κρεμούσαν τη «βοιδο-κουλούρα» στο κέρατο του βοδιού. Καθώς τιναζόταν το βίδι για να πέσει η κουλούρα μαρτυρούσε: Αν πέσει δεξιά θα ευνοηθούν τα σιτηρά, αν πέσει αριστερά, θα πάνε καλά τα καλαμπόκια. Πάντοτε στο Γεροπλάτανο, όλο αριστερά έλεγαν ότι έπεφτε, επειδή η μεγαλύτερη καλλιέργεια ήταν τα καλαμπόκια (τ’ αραποσίτι) κάτω στον κάμπο του Βοϊδομάτη. Και φτάνουμε στα Φώτα.

►Γ' ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

1. Νηστήσιμες λαλαγγίτες:

Την παραμονή των Φώτων οι νοικοκυρές έκαναν ξανά λαλαγγίτες -όπως την παραμονή των Χριστουγέννων-ήταν νηστήσιμες αυτή τη φορά, γιατί αυτή την ημέρα ήταν αυστηρή νηστεία.

2.  0 αγιασμός

Την παραμονή των Θεοφανείων ο παπάς του χωριού άγιαζε όλα τα σπίτια του χωριού. Τον συνόδευε το παπαδοπαίδι, που κουβαλούσε το «δισάκι» ένα διπλό σακκούλι για να βάζει μέσα το (γενν’μα) γέννημα, σιτάρι ή καλαμπόκι, φακή ή ρεβύθια ανακατωμένα, και το «μπαγκράτσι» με τον αγιασμό. Τα χρόνια ’κείνα ο παπάς αμείβονταν απ’ το χωριό με «γεν’μα» γέννημα στάρι (σιτάρι). Κι όπως λέμε «ο παπάς με την κοιλιά ράντιζε σπίτια-αχούργια-μαντριά». (Βλέπε Βασιλ. Δημ. Μήτση, περιοδικό «έκφραση» Δεκεμβρ. 1991)

3. Κάλαντα - Εκκλησιασμός - Νούνος - Αγιασμός χωραφιών - Αμπελιών-Ζιαφέτι

Τα Φώτα τραγουδούσαν:

«Σήμερα είναι τα Φώτα και ο φωτισμός 
καρκαλιέται η κότα 
πίσω απ’ την πόρτα 
τη φωνάζει ο πέτος 
δεν απολογιέται...

Παίρν’ ένα λιθάρι 
«τσίκι» στο ποδάρι 
ούι λέλε το πόδι μου 
και το παραπόδι μου...

Φέρτε μου τη σέλα να καβαλικεύσω 
να πάνω στο μοναστήρι 
να φωνάξω ντριμιντζή, 
ντριμιντζή καλόγερε, 
τα παιδιά που βάπτισες 
και παν’ στη Κυρά την Παναγιά 
σύρτα εδώ και σύρτα ’κει 
στην Αγιά Παρασκευή...

Τι μεγαλείο που ’χε αυτό το τραγούδι. Τι αλληγορικό και τι συμβολικό!
Η πληγωμένη κότα που κακαρίζει συμβολίζει τον υπόδουλο ραγιά. Το Εθνος. Ο πετεινός που την πληγώνει είναι ο Τούρκος κατακτητής κι ο «ντριμιτζής» καλόγερος ήταν ο Εθνεγέρτης καλόγερος που ’ταν στο μοναστήρι στην Παναγιά τη Σπηλιώτισσα, στο Βοϊδομάτη, ο δημοφιλής ηγέτης που ξεσήκωνε το Έθνος για τη λεφτεργιά. Το λογοπαίγνιο με την κότα κρίθηκε αναγκαίο, μήπως περάσουν οι «γιασαξήδες» Τούρκοι του Αλιζώτ-πασά και ρωτήσουν τι τραγουδούνε τα παιδιά για να τους πούνε: Κότα σφάζουν πασά μου και τραγουδούνε τα παιδιά κι έλεγαν χαριτολογώντας: «Κότα πίτα το Γενάρη κόκκορας τον Αλωνάρη».

Την ημέρα των Θεοφανείων είχαμε το εξής έθιμο: 

Στο τέλος της λειτουργίας ο παπάς κρατώντας την άγια εικόνα της βάπτισης του Χριστού μπροστά στην ωραία Πύλη έλεγε: «Ζητείται ανάδοχος του Κυρίου» δηλαδή νούνος ή νουνός.
Αυτό σήμαινε ότι όποιος έδινε περισσότερα χρήματα θ’ ανακηρύσσονταν Νούνος. Παλαιότερα ήταν όχι με χρήματα αλλά με είδη στάρι ή καλαμπόκι, τυρί ή μαλλί, (μάζευαν το είδος το πουλούσαν κι έπαιρναν χρήματα για τις ανάγκες της Εκκλησίας).
Γινόταν δηλαδή ένα είδος δημοπρασίας των αγίων εικόνων μια ευγενής άμιλλα ποιός θα προσφέρει δηλαδή περισσότερα χρήματα για την εκκλησία. Ελεγε ένας ένα ποσό μετά ο άλλος περισσότερα κ.ο.κ. Ο τελευταίος πλειοδότης ήταν ο Νούνος, ή κουμπάρος ή νουνός. Ακολουθούσε κατά τον ίδιο τρόπο η προσφορά για το σταυρό της εκκλησίας, για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και για όλες τις άγιες εικόνες. Αυτό ήταν το «χτύπημα των εικόνων». Έθιμο παράξενο, αλλά είχε το λόγο του. Ήταν ένας τρόπος για να μπορεί να μάσει χρήματα για την εκκλησία, για να χτιστεί ή να συντηρηθεί.

Μετά ο Νουνός καθόριζε που θα γίνει ο αγιασμός των υδάτων, όπου παίρναμε αγίασμα. Πάντοτε στη στέρνα του χωριού ή στα πηγάδια γιατί το ποτάμι στο Βοϊδομάτη ήταν πολύ μακρυά. Ο παπάς στη συνέχεια με διάφορες ευχές αγίαζε το νερό, τα χωράφια, τ’ αμπέλια και τα ζωντανά του χωριού. Όλοι έπαιρναν αγίασμα για το καλό του και το καλό του σπιτιού και της νέας χρονιάς.
Μετά όλοι μαζί πήγαιναν για «χρόνια πολλά» στο σπίτι του νούνου τραγουδώντας:

«Καί στο νούνο θε να πάμε 
λαλαγγίτες για να φάμε 
λαλαγγίτες με το μέλι 
και κρασί απ’ το βαρέλι.
Λαλαγγίτες με το μέλι 
και ρακί με πετιμέζι».

Το βράδυ εγίνονταν το «ζιαφέτι» στο καφενείο του χωριού, πανηγύρι και «Φιλιά» όπως τόλεγαν.

Το «ζιαφέτι» ήταν κοινό τραπέζι, όλων των κατοίκων που τ’ οργάνωνε η εκλλησιαστική επιτροπή απ’ τα χρήματα που πρόσφεραν οι κάτοικοι το πρωί υπέρ της εκκλησίας. Έθιμο καλό πούχε την αρχή του στην εποχή της Τουρκοκρατίας. Τότε που οι ραγιάδες προσπαθούσαν να βρουν τέτοιες ευκαιρίες να φάνε όλοι μαζί, να συζητήσουν και με υπονοούμενα να πουν κάτι για το «ποθούμενο» για τη μεγάλη προετοιμασία, για το ξεσήκωμα κατά του τυράννου και να αλληλοπαρηγορηθούν. 

Το φαγητό ήταν πάντα «γιαχνί» και το ’βλογούσε ο παπάς του χωριού. Όλοι μαζί αγαπημένοι χόρευαν και γλεντούσαν. Αν κάποιος χωριανός δεν μπορούσε να νάρθει στο τραπέζι ή ήταν άρρωστος τούβγαζαν μερίδα και με φροντίδα της επιτροπής του το πήγαιναν στο σπίτι με «λίμπα», πιάτο τσίγκινο ή ξύλινο βαθουλωτό για να μη χυθεί το «γιαχνί». Εξ’ ου και η φράση «θα φάμε καλή λίμπα» (αυτή η φράση λεγόταν και στο γάμο).

Κατά τη διάρκεια του τραπεζιού, ο παπάς έβγαλε λόγο κι ευχόταν χρόνια πολλά και καλή χρονιά και οι δημογέροντες τον ευχαριστούσαν. Εν συνεχεία η εκκλησιαστική Επιτροπή περιέφερνε δίσκο και συγκέντρωνε τα χρήματα που είχε τάξει καθένας το πρωί και επιπλέον έριχναν στο δίσκο ό,τι ήθελαν κι εκείνοι που δεν είχαν τάξει τίποτε.
Επακολουθούσε γλέντι με τάξη με πρώτο τον παπά, το νούνο, τους δημογέροντες, τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά.

Καμμιά φορά γινόταν και καμμιά μικροφασαρία, αλλά αυτό σπάνια, γιατί το κρασί φέρνει ενίοτε περισσότερη ευθυμία απ’ ότι πρέπει.
Ανήμερα των Φώτων, δεν έπρεπε να καταργιέται κανείς, γιατί τ’ ουράνια είναι ανοιχτά και πιάνει η κατάρα.
Αν ήταν βροχερά και χιονισμένα τα Φώτα προμήνυαν πλούσια σοδειά καθώς λέει και η παροιμία:

«Φώτα βρεγμένα αμπάργια γιομισμένα»

Την άλλη μέρα ήταν τ’Αη-Γιαννιού.

Εδώ τελειώνουν τα δωδεκάημερα. Ο Σταυρός έπεσε στα νερά κι ευλογήθηκαν, ο Κύριος ενίκησε τα κακά πνεύματα.

«Εν Ιορδάνη βαπτιζουμένου σου Κύριε...»

Οι «τζερτζεβούληδες» γίνονται «καΐπι» που λέμε δηλαδή ξαφανίζονται από προσώπου της γης για να ξανάρθουν του χρόνου πάλι... Πατροπαράδοτα ήθη, έθιμα και παραδόσεις που διατηρήθηκαν και διατηρούνται μέχρι σήμερα και μας κάνουν υπερήφανους για την καταγωγής μας.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ

«Ηπειρωτικά Χρονικά» Ιωάννινα 1926-1941
Στούπη Σ. «Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα» τ.Α. 1962, Τ.Β. 1964.
Καρρά Β. «Θύμησες απ’ το Πωγώνι», Αθήνα «Δωδώνη».
Ενωση Πωγωνησίων Ηπείρου, «Πνευματικές φυσιογνωμίες του Πωγω¬νίου». Ιωάννινα 1984.
Μάτσια Χ. (Πρεσβύτερου): «Πωγώνι-Δερόπολη». Αθήνα 1985.
Β. Μήτση: Περιοδικό «Εκφραση», τ. Δεκεμβρίου 1981, έκδοση Συλλόγου εργαζομένων ΙΟΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
Δέμου Α. «Οι Δρυμάδες Πωγωνίου», Ιωάννινα 1991.
«Η Φωνή της Ηπείρου» (Γ. Γάγαρη), Αθήναι 1892-1918.

Πηγή: "Πωγωνιακά Χρονικά"-Τόμος 1-1995

Επιμέλεια Χ.Κ.







Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Η Παναγιά μας...

Ενα απο τα πολλά καλλιτεχνικά δημιουργήματα του ταλαντούχου συγωχωριανού μας Τηλέμαχου Μαυρομάτη...("Η Παναγιά μας"-λάδι σε μουσαμά-Δεκαετία 60).



[ΣΗΜΕΙΩΣΗ:Η εικόνα είναι ευγενική προσφορά του Αλκη Κούρεντα-εγγονού του Τηλ. Μαυρομάτη-ψηφιακή επεξεργασία δική μου]

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Χ.Κ.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Τα πανηγύρια...


Toυ Παντελή Αρμπυρου

>>>Στις 24-6-95 επήγαμε στο Πανηγύρι του Βομπλού ή Σταυροδρόμι, γενέθλιο Ιωάννου Προδρόμου στη Μονή στο δάσος της Μπούνας με το Λία, τον Κώτσο Μπάμπα και τον Σωτήρη Κόττη.

Πολύς κόσμος από τα γύρω χωριά, ήταν και ο Πανταζής ο οδοντίατρος από το Τεριάχι γαμπρός με τη χωριανή μας του Γκουτζαμάνη, ο οποίος δεν τα κατάφερε να χορέψει εφέτος, μέχρι πέρυσι τα κατάφερνε γιατί είναι 86 ετών!!! Ήταν εκεί και ο νέος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κ.κ. Ανδρέας Τρεμπέλας μαζί με τον Παπαφάνη, τον Χριστόδουλο Δελβινακίου κι έναν άλλο. 

Βομπλό ή Σταυροδρόμι Πωγωνίου
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας εβγήκε στο προαύλιο κηρύττοντας τον Θείο Λόγο. Στο τέλος εκάθησεν πίνοντας τον καφέ του, έπειτα άρχισε να λέγει:
“Εγώ δεν άλλαξα τίποτε που έγινα Δεσπότης, μόνο την πατερίτσα έχω παραπάνω, κατά τα άλλα, θα είμαι ο ίδιος όπως πρώτα” και τον χειροκροτήσαμε που δεν τον κατέλαβε η υπεροψία και η αλαζονία όπως άλλους, αλλά στάθηκε απλός όπως πρώτα. Εσηκώθηκε έπειτα και μας εμοίρασε ιδιοχείρως την εικόνα του Αγίου Ιωάννου, τόσο πολύ απλός Δεσπότης, τον εγνωρίζαμε και από Αρχιμανδρίτη που εγύριζε όλα τα χωριά ο καημένος κηρύττοντας τον Θείο Λόγο και τον είχαμε αγαπήσει. Μακάρι να μοιάσει στον αείμνηστο Σεβαστιανό που τον είχε προτείνει για Δεσπότη. Μετά έφυγε χωρίς να φάγει. 

Μετά εμείς εφάγαμε καλό ψητό κρέας στο χαρτί, ήπιαμε, εχορέψαμε με τον Κώτσο Λούκα και η ώρα 5 εφύγαμε με τον Κ. Κωστούλα σαν Στρατηγοί!!!


>>>Στις 20-7-95 του Προφήτη Ηλία επήγαμε στο Πανηγύρι των Δρυμάδων με την ίδια παρέα και το ίδιο ταξί. Ωραίο χωριό με κουκλίστικα σπίτια με μπαλκόνια και χελιδονοφωλιές, με νερά τρεχούμενα στους δρόμους, με μποστάνια που φημίζονταν για τις πατάτες, τα φασόλια, τις ντομάτες τα αγγούρια και ακόμα κρεμμύδια χλωρά λόγω του υψομέτρου, σε παίρνει η χαρά να τα βλέπεις. Αγναντέψαμε πάλι το Χλωμό και τα βουνά της Βορείου Ηπείρου, ήρθαν και οι Σωπηκιώτες με σκόρδα που δεν καίνε πολύ και αγοράσαμε 800 δρχ. την αρμάθα 25 σκόρδα, τσάι και ρίγανη αγόραζαν όλοι. 



Παρακολουθήσαμε και Εκκλησία φθάνοντας η ώρα 9. Με την απόλυση, καθήσαμε στο καφενείο που είναι ωραίο, και ήταν και ο Χριστόφορος ο πρώην αστυνομικός του χωριού μας με το Διοικητή του. Εκείνη την ώρα ήρθαν από το χωριό ο Πασχάλης με την Ιουλία, ο Γούλης με τη Γούλενα και ο Μιχ. Χαΐτος που ήταν και ο πατέρας του Γούλη, απ' εκεί γενόμενοι δέκα Βησσανιώτες. 

Μόλις βάρεσε η καμπάνα καθίσαμε στα τραπέζια που ήταν στο προαύλιο της Εκκλησίας, με τον Πλάτανο, πολύ δροσιά. Εφάγαμε η ώρα μία, κρέας ψητό, μέχρι χλωρό τυρί. Εβγήκαν έπειτα να μαζέψουν τα λεφτά στο κανίστρι, ερίξαμε από 2 χιλ. και η ώρα 2 άρχισε ο χορός από τους χωριανούς Πρόεδρο Παπαφάνη κ.λπ. Ύστερα με φώναξε ο Γιάννης ο Τσαγκούλης και είδε ο κόσμος χορό μωρ' καψόπαιδο!!! Αθρόα χειροκροτήματα και μια γυναίκα καταληφθείσα υπό ακράτου ενθουσιασμού ήρθε και μου κράτησε το μαντήλι. Όταν τελείωσε ο χορός, μας επήρε ο Γιάν. ο Τσαγκούλης στο σπίτι του, κερνώντας μας γλυκό και καφέ. Ωραίο το σπίτι τους, μπράβο του του Γιάννη, πολύ γλεντζές. Η ώρα 5 εφύγαμε και ενθουσιασμένοι, αφού τους ευχηθήκαμε και του χρόνου, μας είπαν να ξανάρθουμε στο πανηγύρι...

>>>Την Κυριακή 30-7-95 επήγαμε στο Πανηγύρι Σταυροσκιαδίου, για την εορτή της Αγίας Παρασκευής που ήταν στις 26-7-95 ημέρα Τετάρτη, αλλά επειδή ήταν καθημερινή δεν θα ερχόταν πολύς κόσμος και το μετατόπισαν την Κυριακή που ήρθε πολύς κόσμος. 

Εφθάσαμε στο εξωκκλήσι που είναι στο δρόμο, πολύ γραφικό εξωκκλήσι, με την καμπάνα και το γυναικωνίτη, ασβεστωμένο κάτασπρο. Με την απόλυση της Εκκλησίας από τον Παπά Φάνη μας εκέρασαν λουκούμι και ρακί και ανεβήκαμε ποδαρόδρομο στο χωριό και καθήσαμε στα τραπέζια, στο προαύλιο της Εκκλησίας με τον Πλάτανο, πολύ δροσιά. Σε λίγο, να από το χωριό ο Γούλης με τη Γούλενα, ο Γιώργος Δέρβος με τη δική του, ο Πασχάλης με την Ιουλία, τον Πέτρο Παπαδόπουλο με τη δική του, γενόμενοι δέκα Βησσανιώτες... 


Σε λίγο άρχισε να πλακώνει κόσμος από τα γύρω χωριά και γέμισαν τα τραπέζια και η ώρα 1 κτύπησε η καμπάνα για το φαγητό. Πραγματικά εφάγαμε ωραία φαγητά, από το νόστιμο γιαχνή και το πιλάφι, μέχρι τζατζίκι, ρακί, μπύρες, ρετσίνες, κόκα κόλα, λεμονάδες, πορτοκαλάδες, απ’ όλα τα καλά. Μπράβο τους οι Σταυροσκιαδίτες, έχουν και πρόεδρο γυναίκα, που στο τέλος του φαγητού έπλενε τα πιάτα μαζί με άλλες... Μπράβο, της λέγω συγχαρητήρια. 

Μετά το φαγητό, άρχισε ο χορός, μετά τους επίσημους που είχα πει του Σωτηρόπουλου, που ήταν η ζωή του Πανηγυριού, στο μαγείρεμα και στο σερβίρισμα, να με φωνάξει και με φώναξε το παιδί και χορέψαμε με το Γούλη και βλέποντας ο κόσμος χορό, χειροκροτήματα κ.λπ. Δοξάζουμε τη Βήσσανη!... Όταν ετελειώσαμε και κάθισα κάτω, μου λεν μερικοί γερόντοι εχόρεψες πολύ όμορφα. Εμένα αυτά μου δίνουν ζωή...

Αυτά τα ωραία κάνουν οι συντάξεις, αλλιώς πώς θα μπορούσαν να πάνε στα πανηγύρια να γλεντήσουν τη ζωή τους, χάριν της σύνταξης. Γι' αυτό λέγω κάθε μέρα ν' αγιάσουν αυτοί που πρωτοσκέφτηκαν αυτό το θεσμό και έσωσαν την ανθρωπότητα. Η ώρα 5 εφύγαμε κατενθουσιασμένοι, ευχόμενοι και του χρόνου να ξαναπάμε...[***]

Παντελής 'Αρμπυρος Βήσσανη

Πηγή: Εφημερίδα "Η ΒΗΣΣΑΝΗ"-τεύχος 46-Ιούλιος -Αύγουστος 1995

[***] ΣΧΟΛΙΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ: Να ήσουν απο καμιά μεριά Παντελή μας να έβλεπες που πήγαν οι "μνημονιακές" συντάξεις...σίγουρα θα αναφωνούσες: Μασιαλά Μασιαλά!!!τί είναι τούτοι!!!...

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Η Βήσσανη ως τσιφλίκι και η εξαγορά της...

Αποκρηές του 1898 στο χοροστάσι της Βήσσανης

Η τσιφλικοποίησις τής Βήσσανης. - Έξαναγκασμός των κατοίκων πρός υπογραφήν πωλητηρίου εγγράφου του χωρίου των πρός τον Αλή πασά.  -Νομιμοποίησις της αυθαιρεσίας του υπό του Σουλτάνου και εν συνεχεία  της Ελληνικής κυβερνήσεως...

Ή Βήσσανη φαίνεται πώς κατώρθωσε νά διατηρηθεί στήν κατηγορία του ελεύθερου χωρίου (κεφαλοχώρι) μέχρι των χρόνων του Άλή πασά. Κάποτε όμως—κατά ποιά χρονολογία άκριβώς δέν είναι γνωστό—περνώντας ο πασάς άπο τή Βήσσανη, φιλοξενήθηκε ηγεμονικά άπο τούς κατοίκους της και έφυγε κατευχαριστημένος στά Γιάννινα. 

Ύστερα άπο λίγο καιρό δε, προσκάλεσε εκεί τούς προύχοντες της γιά νά τούς ανταποδώσει τή φιλοξενία μ’ ένα γεύμα στό Νησί. Όταν ήλθαν οι Βησσανιώτες στά Γιάννινα κι’ έμαθαν το σκοπό τής προσκλήσεώς τους χάρηκαν υπερβολικά γιά τήν τιμή πού τούς έκαναν και ακολούθησαν τον πασά στήν προκυμαία, όπου ήταν αγκυροβολημένη ή ήγεμονική του λέμβος. Μπήκαν όλοι μέσα σ’ αυτή κι’ όταν προχώρησαν κι’ εφθασαν στο μέσον τής λίμνης, ο τύρραννος έβγαλε ένα έγγραφο άπο τή τσέπη του και τείνοντάς το προς τούς Βησσανιώτες τούς είπε «υπογράψτε». Όταν αυτοί είδαν, οτι το έγγραφο εκείνο ήταν παραχωρητήριο τού χωριού τους προς αυτόν, άρνήθηκαν νά το υπογράψουν. 
Τότε τούς έριξαν στή λίμνη οί δήμιοι πού τον συνώδευαν και τούς ανέσυραν μισοπεθαμένους όταν μπροστά στο βέβαιο θάνατό τους, δήλωσαν με νοήματα πώς εδέχοντο νά το υπογράψουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο ή Βήσσανη έπι Άλή πασά έγινε κτήμα του, τσιφλίκι του....

Μετά την ήττα και τον αποκεφαλισμό του σατράπου, πιθανώς γιά μιά περίοδο, άπεκατεστάθη ή Βησσανη. ως κεφαλοχώρι, πριν ακόμα ή τουρκική κυβέρνησις οίκειοποιηθεί τά λεγόμενα τσιφλίκια του Άλή πασά. Τήν κατάστασι αυτή όμως ανέτρεψε ισχύων τουρκαλβανός τής περιοχής, έν τώ μεταξύ, κι’ έτσι έπανήλθε και πάλι στήν κατηγορία τών τσιφλικιού ώς έξης : 
«Κατά το έτος 1827 ό Μουχουρντάρη μπούτζας άπο τούς Μουρατάταις, έζάπωσε τά Τσαραπλανά καί Φραστανά, ό δέ Άλήκο Λιάμζα εζάπωσε τή Βήσσανη ώς ράητα αύτουνών. [1] Ο Άλήκος είχε καί τήν Όστανίτζα...» [2]
Κατά τον Λαμπρίδην, ο Λιάμπη Λιάλιας (προφανώς Λιάμζας) πού κατείχε τότε το 1)3 τής Ρουψιάς, άπλωσε τά χέρια του καί σ’ άλλα έλεύθερα χωριά καί με κάθε τρόπο τά μετέτρεψε σέ ιδιοκτησία του έκτος άπο το Δελβινάκι, Σωπική καί Σέλτση. [3] Στούς Βησσανιώτες, λέγει, ο Λιάλιας ύπεσχέθη δισσάκι μέ φλωριά μετά τήν κανονική πώλησι των περισυσιών τους σ’ αυτόν. Άλλ’ άνθρακες ο θησαυρός! Μόνον ο πρωτοπαππάς Πάνος Οικονόμου, τονίζει, καί ο Μπασιάς πάππος του Ήροκλέους Βασιάδου, πρόκριτος τότε της Βησσάνης, μόνον αυτοί σχεδόν δεν ώμολόγησαν τήν επίσημη πώλησι της πατρίδας τους. Καί καταδιωκόμενοι γι’ αύτον τό λόγο αναγκάστηκαν νά φύγουν καί να έκπατρισθούν γιά νά σωθούν...

Αλλά καί τό καθεστώς του Λιάμζα, δεν κράτησε πολύ, γιατί σε λίγο ο Σουλτάνος υποκατέστησε τόν Άλή πασά στήν καταδυνάστευσι της Βήσσανης καί όλων τών άλλων χωριών πού λέγονται  ιμλιακοχώρια. [4] Χωρίς νά δώκει προσοχή στά δίκαια παράπονα τών κατοίκων πού ύπεβλήθησαν τότε διά μέσου τών Μητροπολιτών καί του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Οί κάτοικοι τών χωριών τής κατηγορίας αυτής, κατέβαλον συνολικά ώς φόρο γεωργικής παραγωγής έτησίως, δέκατο καί γεώμορο μαζύ, 4)10! Δηλαδή σέ εκατό οκάδες λ. χ. σιτάρι κατέβαλον ώς φόρο 40 οκάδες καί έλογίζοντο ως περιουσίες του Σουλτανικού θησαυροφυλακείου πού μετά τό Σύνταγμα περιήλθαν στό τουρκικό Δημόσιο.

Άτυχώς δέ το καθεστώς αυτό έξηκολούθησε καί μετά τήν άπελευθέρωσι αρκετά χρόνια, γιατί τό Ελληνικό Δημόσιο ύπεκατέστησε τό τουρκικό, παρα τις εντονες διαμαρτυρίες τών ενδιαφερομένων κατοίκων. "Όπως δέ προκύπτει από τά κατωτέρω έγγραφα, οί Βησανιώτες έξηγόρασαν τό χωριό τους  έπλήρωσαν δηλ. τό Ελληνικό Δημόσιο γιά νά αποκτήσουν δικαίωμα ιδιοκτησίας στον τόπο τους! [5]



«Βασίλειον τής Ελλάδος. 
Ύπουργείον Γεωργίας:Δ)σις Εποικισμού. 
Άπόφασις άριθ. 9.

Ό υπουργός τής Γεωργίας. 

Λαβόντες ύπ’ όψει: 

1) αίτησιν τών κατοίκων Βησσάνης Πωγωνίου πρός άποκατάστασιν αυτών εις τό ρηθέν αγρόκτημα του Δημοσίου, 
2) τήν άπό 25-1-1920 έκθεσιν του έφορου Πωγωνίου περί του έθνικού τούτου χωρίου.... 

Άποφασίζομεν: 

α) Εις τους κατοίκους καί καλλιεργητάς του αγροκτήματος Βησσάνης εκπροσωπούμενους μέχρι τής έκλογής διοικητικού συμβουλίου του ύφ’ ήμών έγκριθησομένου συνεταιρισμού τών υπό τής ήδη έκλεγείσης 3μελούς επιτροπής συμφώνως πρός τό άρθρον 11 του άγροτικοΰ νόμου, παραχωρούμεν έναντι τιμήματος δρχ. 67 χιλιάδων και καλλιεργουμένας έκτάσεις του έν λόγω αγροκτήματος (ιμλιακίου), τών βοσκησίμων άλλ’ ανεπίδεκτων καλλιεργείας έκτάσεων νόμω μεταβιβαζόμενων είς τό νομικον πρόσωπον τής ιδίας Κοινότητος. 

β) Όσον άφορά τάς καλλιεργησίμους εκτάσεις, έπιφυλασσόμεθα νά άποφανθώμεν μετά τήν συγκέντρωσιν τών αναγκαίων στοιχείων, ώς πρός τήν παραχωρητέαν έκτασιν και τήν οφειλομένην άποζημίωσιν. 

γ) Του ανωτέρω όριζομένου τιμήματος, ήτοι το έν τρίτον 1)3, εκ δραχ. 22.334, νά κρατηθώσιν άμέσως, μεθ’ ό και μόνον νά μεταβιβασθή ή νομή του κτήματος είς τούς δικαιούχους. Τά υπόλοιπα 2)3 νά καταβληθώσιν είς τό Δημόσιον εις πέντε έτησίας δόσεις, μετά τήν αποπληρωμήν του οποίου, νά γίνη ή μεταβίβασις καί ή μεταγραφή τής κυριότητος του κτήματος. 

Έν Άθήναις τη 7-9-1920. 

Ό υπουργός Άνδρ. Μιχαλακόπουλος». [6]
...........................................................

Κατόπιν τής ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως, καί άφού κατεβλήθη σχετικό τίμημα έξεδόθη ή κατωτέρω υπουργική άπόφασις που παραχωρεί τή Βήσσανη στους Βησσανιώτες :


Άπόφασις παραχωρήσεως ιδιοκτησίας Βησσάνης. 

«Μετεγράφη είς τόμον Ε' αυξ. άριθ. 903)12 Ιουνίου 1932. 

Ελληνική Δημοκρατία 

Τό Ύπουργείον Γεωργίας Δ)σις Εποικισμού, δηλοποιεί οτι: 

δυνάμει του Δ)τος «περί κωδικοποιήσεως τών άγροτικών νόμων» παραχωρεί είς τελείαν καί πλήρη ιδιοκτησίαν Κοινότητος Βησσάνης τών άπογόνων ή νομίμων κληρονόμων του (του Συνεταιρισμού) τάς έν τώ εθνικώ κτήματι (ίμλιακίω) Βησσάνης, κειμένων έν τή Κοινότητι Βησσάνης τής Επαρχίας Πωγωνίου γαίας έκ στρεμμάτων 24 χιλιάδων περίπου, ας μέχρι τής παραχωρήσεως αυτών, δυνάμει τής ύπ’ άριθ. 9 άπό 7-9-1920 άποφάσεως του υπουργείου Γεωργίας έκαλλιέργει ούτος επί κληρονομική νομή (μπάστινα) συμφώνως τώ καταρτισθέντι υπό τής υπηρεσίας Έποικισμού οριστικώ καταλόγω κληρονομικών νομέων, επί τή βάσει τής ύπ’ άριθ, 20-12-1930 ύπευθύνου δηλώσεως, τεθεωρημένης ύπό τής προσωρινής επιτροπής κληρονομικών νομέων ή του Συνεταιρισμού αυτών. 

Τό τίμημα τών είς τάς παραχωρημένας ταύτας γαίας άναλογούν κατεβλήθη διά τούσυνεταιρισμού είς τό Δημόσιον Ταμειον διά του ύπ’ άριθ.... (Σημ. Ακολουθεί περιγραφή καί όρια παραχωρουμένων εκτάσεων).

Ό προϊστάμενος του γραφείου Έποικισμού Ίωαννίνων, Β. Καστρίτσιος. 
Άριθ. παραχωρητηρίων 6108-6111. Εξοφληθέν τίμημα μπασταίνης. 

Έθεωρήθη.

 Έν Άθήναις τή 8-6-1932
Εντολή Ύπουργού, 
ο Δ)τής.
..........................................................

Καί γιά νά επισημοποιηθεί καλλίτερα ή τερατώδης άδικία τής Ελληνικής Κυβερνήσεως πρός τους Βησσανιώτες, ακολουθεί καί συμβολαιογραφική πράξις παραχωρήσεως της Βησσάνης πρός τούς Βησσανιώτες υπό του Έλληνικού Δημοσίου:

«Παραχώρησις νομής ίμλιακίου Βησσάνης.

Έν Ίωχννίνοις τήν 23-5-1921 ημέραν Τετάρτην και εν τώ τή κατά τήν ιδίαν οδον Ζωσιμαδών καταστήματι τής Γενικής Δ)σεως Ηπείρου, ενθα κληθείς μετέβην, ενώπιον έμού του Συμβολαιογράφου Ίωαννίνων Δ. Λιάσκου κατοικούντος καί εδρεύοντος ένταύθα καί τών γνωστών μοι μαρτύρων καί μή νόμω εξαιρετέων ενηλίκων πολιτών έλλήνων Σ. Κιτσο- λάμπρου κλπ. ένεφανίσθησαν οι γνωστοί μου καί μή νόμου εξαιρετέοι, άφ’ ενός ο I. Καρδίτσης γενικός γραμ)τεύς τής Γ)κής Δ)σεως Ηπείρου καί ώς έκ τής υπηρεσίας του κάτοικος Ίωαννίνων, ένεργών ώς άναπληρών τον Γενικόν Δ)τήν Έπείρου κ. Κίμωνα Χαλκοκονδύλην καί άφ’ ετέρου οι: Δημ. Κόντης δικολάβος, Σπ. Μέντζος άρτοποιός καί Χρ. Σουλιώτης ύποδιδάσκαλος, άπαντες δέ κάτοικοι του χοορίου Βησσάνης, ένεργούντες έπί τού προκειμένου ώς έκπροσωπούντες τήν Κοινότητα Βυσσάννης καί άποτελούντες τήν 3μελή προσωρινήν επιτροπήν εξαγοράς του χωρίου των ίμλιακίου Βυσσάνης καί ό μέν πρώτος ώς πρόεδρος, ό δεύτερος ώς ταμίας καί ο τρίτος ώς γραμμαιεύς καί προκύπτει έκ του ώδε συνημμένου πιστοποιητικού ύπ’ άριθ. 555 τής 22-5- 1921 του γεωργικού γραφείου Έποικισμού Ίωαννίνων καί έζήτησαν τήν σύνταξιν του παρόντος, διά του οποίου εδήλωσαν καί συνωμολόγησαν τά άκόλουθα: 

οτι δυνάμει τής ύπ’ άριθ. 9 τής 7-9-1920 άποφάσεως του 'Γπ. Γεωργίας, συνημμένης ώδε έν αντιγράφω άπεφασίσθη είς τούς κατοίκους του Έθνικού χωρίου Βυσσάνης έκπροσωπουμένους υπό τών άνωτέριο συμβαλλομένων ύπό τήν έκτεθείσαν ίδιότητα, παραχώρησις του ώς άνω έθνικού χωρίου Βυσσάνης άντί όλικού τιμήματος έκ δρχ. 67 χιλιάδων. Έφ’ ώ έγένετο τό παρόν κλπ. Οί συμβαλλόμενοι...».
.................................................................


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] «Φωνή Πωγωνίου» φύλ. 155. Σπ. Κοντονάσιου, παληά χειρόγραφα.

[2] Κατά τόν Άραβαντινό κ. ά. άλλοτε ήταν πόλις. Τήν ετυμολογεί δέ ώς Υποστενίτζα. Άλλοι θεωρούν τό όνομα σλαυικό πού σημαίνει, σταθμό, κατάλυμα. Πιθανόν όμως νά σχετίζεται μέ τό όνομα τής γιαννιώτικης φεουδαρχικής οίκογενείας Στανίτση, πρωτασηκρίτη, πού σώζονταν τό 1430.

[3] Κατά τόν ίδιο τό Δελβινάκι έκρατήθη στήν προνομιούχο θέσι τού έλευθεροχωρίου «εις τήν κατ’ έξαίρεσιν άκαταγώνιστον καί άκαταπόνητον προσπάθειαν τών προκρίτων του». Στόν κατάλογο ομως του διδασκάλου του Γένους Χρ. Φιλητά πού περιέχεται στήν ιστορία Άλή πασά του Σ. Άραβαν, συμπεριλαμβάνεται και τό Δελβινάκι μεταξύ τών ιμλιακοχωρίων, όπως άλλωστε καί όλα τά χωριά τής περιοχής.

[4] Ή λέξις ιμλιάκ προέρχεται άπό τήν τουρκική ’Εμλιάκ χουμαγιούν=κτήματα του Στέμματος. Άπ’ αυτή ώνομάστηκαν ιμλιακοχώρια, ειδική κατηγορία κτημάτων τά όποια ή τουρκική εξουσία θεωρούσε ώς άνήκοντα στό τουρκικό δημόσιο, έν άντιθέσει μέ τήν κατηγορία τών Μούλκι (πλθ. του ιμλιάκ) πού είναι γνωστά ώς κεφαλοχώρια ή έλευθεροχώρια. Ανάμεσα όμως στις δυό αυτές κατηγορίες κτημάτων υπάρχει ή ουσιώδης διαφορά οτι, ή μέν πρώτη κατέβαλε ώς φόρο γεωργικής παραγωγής 4)10 ή δέ άλλη μόνον δέκατο δηλ. δέκα τοις εκατό, περίπου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ:Για το ιδιοκτησιακό καθεστώς που σχετίζεται με την εποχή και την περιοχή δείτε και ΕΔΩ


[5] Γιά τήν εξαγορά τής Βησσάνης άπό τούς Τούρκους υπήρχε τό κληροδότημα Νικολάου Βράγκαλη πού προέβλεπε σχετικώς. Ώς έκ τούτου κατεβλήθη τό ποσόν άπό τό έν λόγω κληροδότημα, ένεκα του οποίου ό φιλόπατρης διαθέτης έχει κηρυχθεί μέγας ευεργέτης τής Κοινότητος.— Έλέγετο δτι ή Βήσσανη. ώς έθνικόν κτήμα, ήταν αφιερωμένη σέ κάποιο τζαμί του Βερατίου.

[6] 'Ο Άν. Μιχαλακόπουλος [***] ώς υπουργός έπεσκέφθη τή Βήσσανη μέ πολυάριθμο ακολουθία καί Ήπειρώτες βουλευτές κατά τις άρχές του 1914, ώς προσκεκλημένοι τής Κοινότητος, έφιλοξενήθησαν δέ στό σπίτι του Ν. Τζάκου.

Πηγή: Σπύρος Στούπης- "Πωγωνησιακά και Βησσανιώτκα"-Τομος Α-1962





[***] ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ: Περισσότερα στοιχεία για το έργο του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου ως υπουργού (διετέλεσε επ ολίγον και Πρωθυπουργός ) και λεπτομέρειες σχετικά με την πολιτική του  "Ύπουργείου Γεωργίας: Δ)σις Εποικισμού" μπορείτε να διαβάσετε στο βιβλίο που υπάρχει ΕΔΩ .




Για την εξαγορά της Βήσσανης απο τους Τούρκους (Ν. Βράγκαλης) θα επανέλθουμε με άλλο ιστορικό μας σημείωμα...

Επιμέλεια Χ.Κ.